23 Νοε 2009

The Black Heart Procession - 2009 - Six

«Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις...». Ποιος διάολος το είπε αυτό, χωρίς να έχει ακούσει το έκτο των Black Heart;

Για τον τίτλο μην απορείτε. Και πολύ άργησαν, αν σκεφτούμε ότι πολύ πιθανόν να είναι η μοναδική μπάντα που τέσσερα απ’ τα έξι άλμπουμ της τα έχει ονομάσει με τον αύξοντα αριθμό τους ,«1», «2», «3» τα πρώτα τρία, και «6» τούτο δω το έκτο. Η απουσία έμπνευσης φυσικά απορρίπτεται ως αιτία γι’ αυτό, και μάλλον θα συμφωνήσει μαζί μου όποιος έχει δει έστω και μισό επεισόδιο «10ης εντολής» ή έχει ακούσει μια από τις 59 εκδοχές του «The waiter #ν». Παρεμβλήθηκαν τα μοναδικά «Amore del tropico» και «The spell», αλλά πολύ ασχοληθήκαμε με κάτι μάλλον ασήμαντο σε σχέση με άλλα θέματα.

Άλλα θέματα όπως το εκπληκτικό «αντίστροφο» ξεκίνημα με το «When you finish me», που απλά καταλαβαίνεις από το πρώτα δευτερόλεπτα κυριολεκτικά το τι σε περιμένει... Κομμάτι που είμαι σίγουρος ότι όταν το άκουσε ο κ. Κοκκινόπουλος – όχι ότι ήδη δεν έχει χρησιμοποιήσει πολύ καλές στιγμές τους – θα σιχτίρησε που το άλμπουμ δεν είχε βγει όταν ήθελε να ντύσει πολύ συγκεκριμένες σκηνές που τώρα τού’ ρχονται μια προς μια. Ανατολή της πανσελήνου με το «Wasteland», και με το «Witching stone» δείχνουν στους Arcade Fire πώς κλέβει ο παλιός! Μοναχικό περπάτημα σε υγρούς και σκοτεινούς δρόμους με ένα φλασκί γεμάτο bourbon στη μέσα τσέπη του μαύρου παλτού με το «Rats», και τα γνωστά «δικά τους» καψίματα αλλά πιο οικεία από κάθε άλλο με τα «Heaven and hell» και «Drugs».

Το «All my steps» ολόσωστα μας σκουντάει με την κεϊβική εισαγωγή του, ενώ έρχεται στη συνέχεια το τραγούδι που εσωκλείει ό,τι αγαπήσαμε σ’ αυτούς. Απόγνωση, μελωδία, σκοτάδι, αδιάκοπα αδιέξοδα και ταλαιπωρημένα σενάρια, «Forget my heart». Μακάβρια τα «Liar’s ink» και «Last chance», τρομακτικά τα «Suicide» και «Iri sulu». Με ένα από τα συνήθη αγαπημένα διαδικαστικά τους, το «Back to the underground», επιστρέφουν εκεί που ανήκαν εξ αρχής και δεν έφυγαν ποτέ, όντας πλέον απ’ τους πιο στοιβαρούς πυλώνες αυτού του έρμου του υπογείου.

«Το soundtrack του να οδηγείς και στον καθρέφτη σου να φαίνεται το ηλιοβασίλεμα ενώ στο πάνω δεξιά τμήμα του παρμπρίζ να σηκώνεται το φεγγάρι...», «επιτέλους βρέθηκε ο τρόπος να συμφιλιωθεί το ξυράφι με το αίμα...», «τα παιχνίδια του μυαλού πλέον έχουν καθοδηγητή...», είναι κάποιες απ’ τις φράσεις που έχουν αποδοθεί στους Black Heart Procession. «Σίγουρα το πιο προσιτό άλμπουμ τους...» θα μπορούσε να πει κάποιος με γνώση των προηγούμενων δουλειών τους, αλλά με καθαρά και μόνο μουσική προσσέγγιση, και πώς αυτό θα ακουγόταν σε πολύ κόσμο.

Εδώ όμως τα πράγματα είναι σοβαρά. Δε μιλάμε για ένα καλό δισκάκι που ενδεχομένως να το δοκιμάσει ο ξάδερφος που του τα πρήζεις τόσα χρόνια και ένα δυο τραγούδια μπορεί να του αρέσουν. Ούτε για τα τρία κοψοφλέβικα τραγούδια που θα βάλει επί τούτου να ακούσει η εικοσάχρονη φοιτήτρια, αφενός για να ξορκίσει τον πρώην, αφετέρου να πει ότι το έκανε ακούγωντας Black Heart. Ούτε «θα καταλάβεις τι ακούς μετά από 17 ακροάσεις», δεν πρόκειται να στο επιτρέψει. Η ακρόαση του άλμπουμ αυτού είναι ότι και οι καταδύσεις και το βαρύ, γλυκό ποτό: μην την κάνετε ποτέ μόνοι σας. Είναι τόσο καλό, που γίνεται επικίνδυνο...







16 Νοε 2009

Johnny Cash - When the man comes around...

Ένα παιδί που γεννήθηκε το 1932, σε μια πάμφτωχη αγροτική οικογένεια της απομονωμένης πολιτείας Arkansas της αμερικάνικης μεθορίου. Ένα παιδί που σχεδόν από τότε που περπάτησε δούλευε στις βαμβακοφυτείες (που φυσικά δούλευαν οικογενειακώς νυχθημερόν για λογαριασμό των μεγαλοτσιφλικάδων), αλλά πάντα το έκανε τραγουδώντας. Και που τα βράδια ξαπόσταινε ακούγοντας στο ραδιόφωνο το σόου της οικογένειας Carter, στο οποίο συμμετείχε και η μικρούλα June.

Ένα παιδί που έχασε τον κατά δυο χρόνια μεγαλύτερο αδερφό και είδωλό του Jack στα 12, όταν ο τελευταίος ενώ δούλευε για ένα επιπλέον μεροκάματο σε ξυλουργείο, η κορδέλα σχεδόν τον έκοψε στη μέση. Ένα παιδί που μέχρι που πέθανε θεωρούσε ότι έφερε την απόλυτη ευθύνη γι’ αυτό γιατί δεν ήταν εκεί να το αποτρέψει. Που αυτό το συμβάν τον συνόδεψε για τα υπόλοιπα περίπου 60 χρόνια της ζωής του ως ο μεγαλύτερός του δαίμονας. Ο αμέσως επόμενος ήταν το ότι ο πατέρας του δεν τον πίστεψε ποτέ σε οτιδήποτε έκανε.


Ένας νεαρός άντρας που στα 19 του κατατάχθηκε στην αεροπορία σε μια προσπάθεια να αποκοπεί από ό,τι τον βάραινε. Που την ίδια χρονιά γνώρισε και τρία χρόνια αργότερα παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα Vivian, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες. Μια εξ’ αυτών είναι και η αξιοσημείωτη τραγουδοποιός της country Rosanne Cash.


Η παραίτησή του απ’ την αεροπορία και η επίσημη ενασχόλησή του με τη μουσική. Στα 1955 το πρώτο συμβόλαιο, αρκετά χρόνια μετά το κλείσιμο της πόρτας στα μούτρα του από τον ιδιοκτήτη της Sun Records, σε μια βόλτα του έξω από το στούντιο, όταν κοντοστάθηκε να παρακολουθήσει μια ηχογράφηση, δουλεύοντας τότε ως πλασιέ.


Ένα οδυνηρό διαζύγιο με την Vivian, στα 1966 και ενώ η καριέρα του έχει ξεκινήσει για τα καλά. Η Vivian δεν άντεξε τα εξαντλητικά του προγράμματα και τις περιοδείες, τον εθισμό του στα χάπια και στο αλκοόλ, και τις φήμες για σχέσεις με άλλες γυναίκες.


Δυο χρόνια αργότερα ξεκινάει συνεργασία με την μεγάλη και αιώνια αγάπη του, την June Carter. Βασική υπεύθυνη του «Ring of fire». Το 1968 παντρεύονται, κατόπιν πολλών αρνήσεών της και ύστερα από μιας ακόμα πρότασής του επί σκηνής, και αποκτούν και έναν γιο. Περιοδείες με Jerry Lee Lewis, Elvis Presley, Roy Orbison.
Φυλακή για κατοχή ναρκωτικών, εξ ου και η μεγάλη του αδυναμία στους φυλακισμένους, και το μοναδικό live «Live at Folsom Prison», απ’ τα πιο δημοφιλή live του rock ‘n’ roll, για χάρη τους. Πάντα η June στο πλάι του. Πάντα. Με όποιον τρόπο μπορούσε, ακόμα και παρατώντας τον για ένα διάστημα, τον παράτησε όντας εκεί.


Αμέτρητες συναυλίες και τραγούδια, πωλήσεις, άλμπουμ, συλλογές, ακόμα και συμμετοχές σε ταινίες. Η δημιουργία του supergroup της country «The Highwaymen» στα 1985, παρέα με τους Kris Kristofferson και Willie Nelson. Και η June πάντα εκεί. 1994 και η αφετηρία των American Recordings, πέντε το σύνολο. Άλμπουμ που περιέχουν ανέκδοτα τραγούδια του, πολλά σε live εκτελέσεις, μα το πιο σημαντικό, που αποκαλύπτουν την ταπεινοφροσύνη ενός ογκόλιθου μουσικού, να διασκευάσει σημαντικά τραγούδια μεταγενέστερά του, καλλιτεχνών που ούτε καν είχαν γεννηθεί όταν εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν για δεύτερη φορά. Διασκευές μοναδικές, τα τραγούδια γίνονται απλά δικά του. «One», «Hurt», «The mercy seat»...


Ο Johnny Cash, ο αιώνιος «Man in black» (μια φορά σε μια μόνο φωτογραφία εμφανίζεται με άσπρο σακάκι, κι αυτό επειδή του το είχε ράψει η μητέρα του), η παντοτινή φιγούρα του μοναχικού μαυροφορεμένου άντρα με την κιθάρα στην πλάτη, η απύθμενη φωνή και η κοφτή ακουστική κιθάρα. Η ιστορία του, το παραμύθι του, όπως αυτά που έγραφε, εκτός από αιώνια διδαχή τραγουδοποιείας, είναι και ταπεινοφροσύνης, αλλά και αιώνιας αγάπης. Πέθανε το 2003 σε ηλικία 71 ετών. Προβλήματα στον εγκέφαλο και στον νωτιαίο μυελό είπαν οι γιατροί. Ο θάνατος της June μόλις τέσσερις μήνες νωρίτερα λέω εγώ...



Ένας άντρας με μαύρο σακάκι, μια κιθάρα στον ώμο, κι ένα τραγούδι... when the man comes around...




11 Νοε 2009

A few day-songs

Δευτέρα πρωτοοδήγησα, Τρίτη έδωσα το τελευταίο μάθημα στη σχολή, Τετάρτη έμαθα ότι πέρασα το τελευταίο μάθημα στη σχολή (με 5 φυσικά), Πέμπτη πρωτομέθυσα για τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα, Παρασκευή απλά είναι Παρασκευή, Σάββατο γεννήθηκα (...), Κυριακή ήθελα πάντα κάτι να την ξορκίσω. Και πολλά πολλά άλλα τις παραπάνω μέρες, πού να θυμάμαι;

Ένα τραγούδι για κάθε μέρα της εβδομάδας, αυτού του σετ ωρών και πλέον τόσο τυποποιημένων διαδικασιών... Υπενθυμίζω ότι η εβδομάδα ξεκινάει την Δευτέρα, σε αντίθεση με θρησκευτικές και όποιες άλλες δοξασίες που την θέλουν να αρχίζει Κυριακή. Το φαντάζεστε πρώτη μέρα δουλειάς να ήταν η Κυριακή, ή στην έκφραση «από Δευτέρα» να κάναμε την ίδια αντικατάσταση; Και μην ακούσω απορίες του τύπου «γιατί αυτό το αφιέρωμα δεν έχει 15 τραγούδια;», ναι;


1. The Mamas and the Papas – Monday, Monday

Η εβδομάδα ξεκινάει το 1966, με το ντεμπούτο άλμπουμ της παρέας του μαέστρου John Phillips «If you can believe your eyes and your ears» και το πανέμορφο «Monday, Monday». Τα μελένια τους φωνητικά είναι ό,τι ακριβώς πρέπει για το άγαρμπο ξεβόλεμα, το «δεν θέλω να πάω σχολείο» ξύπνημα της κάθε Τσαγκαροδευτέρας – The shoemaker’s Monday (πλην της Καθαράς και του Πάσχα). Το «Blue Monday» των New Order, παρόλο που αποτελεί την καλύτερή τους στιγμή, παραείναι μπιτάτο για το παραπάνω περιγραφόμενο ξύπνημα, του οποίου σαν μουσική επένδυση απορρίφθηκαν και οι Happy Mondays λόγω ονόματος προφανώς! Εξ άλλου, διερευνάται ενδελεχώς η σχέση των Mamas and the Papas με ένα άλλο σύγχρονο και αξιόλογο γκρουπ, εκείνο των Sons and Daughters...


2. The Moody Blues – Tuesday afternoon

Μια χρονιά αργότερα η εγγλέζικη παρέα και low profile της ψυχεδέλειας βγάζει το δεύτερό της άλμπουμ «Days of future passed», μέσα απ΄το οποίο ακούμε για το απόγευμα της Τρίτης. Τέλεια υπόκρουση προσωπική, για ένα απόγευμα Τρίτης που άλλαξε την ζωή μου για πάντα... Ευχαριστώ τους τότε εμπλεκόμενους, είτε κατάλαβαν τι έκαναν είτε όχι (στη δεύτερη περίπτωση τους ευχαριστώ περισσότερο)!



3. Simon & Garfunkel – Wednesday morning 3 a.m.

Μέση της εβδομάδας (οι σοφοί Γερμανοί την λένε Mittwoch, Mitte = μέση, Woche = εβδομάδα, μια χαρά τα πάω 17 χρόνια μετά), σε λίγες ώρες θα έχει γείρει η πλάστιγγα και θα αρχίσουμε να μετράμε αντίστροφα. Ξημερώματα Τετάρτης με το πρώτο άλμπουμ των ακρογωνιαίων λίθων της φολκ, σιαμαίων Paul Simon και Art Garfunkel, το ομώνυμο με τον παραπάνω τίτλο του 1964. Φαντάζομαι να ακούω την ώρα εκείνη τις αιώνιες φωνές τους, και έξω να βρέχει... Και αμέσως μετά να σκέφτομαι ότι το βράδυ έχει Champion’s League...


4. David Bowie – Thursday’s child

Από τις ήρεμες πλέον περιόδους του Δούκα, αφού ηρέμησε και άραξε και με το γνωστό σύμπαν να είναι χρόνια πια δικό του, μέσα από το «Hours» του 1999 μας τραγουδάει για το Παιδί της Πέμπτης, σε χαλαρούς, γλυκούς τόνους και με όμορφα γυναικεία φωνητικά. Χαλαρώνουμε κι εμείς γιατί από αύριο αρχίζουν τα «ζόρια»...


5. Minus 5 – The forgotten Fridays

Με καθαρά συκώτια και πνευμόνια από την υπόλοιπη εβδομάδα (ή όσο μπορέσαμε τέλος πάντων), πιάνουμε δουλειά πάραυτα. Κάνω μια ντρίμπλα και δεν βάζω το «Friday I’m in love» των Cure, γιατί ναι μεν το αγαπάμε, μεγαλώσαμε μ’ αυτό, έχει πει αλήθεια για πολλές Παρασκευές, αλλά προσωπικά θέλω πια να το ξανακούσω σε πολλά, πολλά χρόνια από τώρα. Άλλωστε μια χαρά πάει και η πανκίζουζα διάθεση του «The forgotten Fridays» του side project του Peter Buck των R.E.M., μέσα απ’ το «In rock» του 2004. Συμβουλή, ειδικά προς όσους δουλεύουμε στο καθεστώς κατάκτηση πολλών αιματοκυλισμάτων, ήτοι πενθήμερο οκτάωρο: κάντε πάντα κάτι κάθε Παρασκευή βράδυ εκτός σπιτιού. Το ΣΚ αυξάνεται αυτομάτως τουλάχιστον κατά 37%...


6. The Cure – 10:15 Saturday night

Μετά τη χθεσινή σας έξοδο, δεν είστε καθόλου υποχρεωμένοι να βγείτε και Σάββατο. Πού να πάτε, ειλικρινά; Παντού πανικός, κίνηση, στριμωξίδι, ταλαιπώρια για 2-3 ώρες δουλειά. Από τραγούδια ένας χαμός. Αφήνοντας (για την ώρα φυσικά) τους Nick Drake, τον Θωμά Περιμένει, τους Logh, τους Levellers, τους Thrills και πολλούς ακόμα διαλεχτούς, και επειδή μάλλον πολλοί στεναχωρήθηκαν που παρακάμψαμε τον Robert Smith πριν, βάζουμε το εκπληκτικό αυτό κομμάτι από το πρώτα τους, αμίμητα βήματα (1980 – Boys don’t cry), και με τους ήχους του να θυμηθούμε πολλά σαββατιάτικα στριμωξίδια σε Mo Better, Deca, Closer... Ένδοξο φοιτηταριό... Μπύρα μεγάλο βαρέλι 450δρχ και φύγαμε...


7. The Velvet Underground – Sunday morning

Κάποιοι μας έχουν τσαντίσει και απογοητεύσει τόσο πολύ παρόλο που έχουν γράψει έναν από τους μεγαλύτερους ύμνους του ροκ όλων των εποχών (Sunday bloody Sunday, άσε που έχει και συγκεκριμένο θέμα), κάποιοι λένε σκληρά την αλήθεια (Nick Cave & The Bad Seeds – Sunday’s slave, The Doors – Blue Sunday), οπότε αποτοξινωνόμαστε (ταυτόχρονα με το όποιο hangover) για λίγο από Lanegan, Drake και Bowie και κλείνουμε σχεδόν όπως αρχίσαμε. 1967 και «Sunday morning» από την μεγάλη παρέα του Reed και της Nico και την πιο παντοτινή μπανάνα που υπήρξε ποτέ. Καλή εβδομάδα όποτε και αν δημοσιευτεί το παρόν, και να θυμάστε ότι παραδόσεις, είθισται, και κολλήματα (όπως τα δικά μου που εκθέτω εδώ) είναι για να σπάνε και να μην εφαρμόζονται. Τα καλύτερα μπορούν να συμβούν οποτεδήποτε από θέμα μέρας και ώρας...





6 Νοε 2009

Sivert Høyem - 2009 - Moon Landing


Το συμβολάκι για το νορβηγικό όνομα του Sivert το βρήκα στην «αποθήκη» του word. Αυτός σε ποια αποθήκη των Madrugada να βρήκε τα τραγούδια; Αδικημένοι εκ γενετής από τη μοίρα, ενωθείτε!

Αδικημένος από τη μοίρα ο Hoyem; Ξέρουμε πολλές τέτοιες φωνές, πολλούς τέτοιους στίχους και performers στο (ειδικά πρόσφατο) ροκ; Φωνές τόσο βαθιές και εκφραστικές, που ενδέχεται και ο Cave να ψάρωνε ενίοτε; Η αδικία που μάλλον θα τον ακολουθεί για πάντα πάνω απ’ τον ώμο του όμως δεν έγκειται εκεί, δεν έγκειται στα στενά προσωπικά χαρίσματα ενός μουσικού, τραγουδοποιού, performer. Έχει να κάνει με το πώς ξεκίνησε, πού έμπλεξε και με ποιους, τι πορεία και κατάλληξη είχε το μπλέξιμο αυτό. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα: ο Sivert έπεσε στην once in a million περίπτωση όπου ο lead singer μιας ροκ μπάντας ΔΕΝ είναι το πρώτο βιολί της. Και είναι «γκαντέμης» ως προς αυτό για δυο λόγους: α) αυτό ούτως η άλλως συμβαίνει κάτι πιο σπάνια από σπανιότατα, β) του έλαχε να συνεργαστεί με τον Robert Buras, τον πρόωρα χαμένο μοναδικό κιθαρίστα και συνθέτη των Madrugada.


Ο αντίκτυπος όλων αυτών είναι απλός. Ποιος από τότε και στο εξής ακούει τους παλιούς δίσκους της μπάντας και την φωνή του Sivert χωρίς το πρώτο πράγμα που θα σκεφτεί να είναι την περίπτωση του Robert; Και αυτό επεκτάθηκε, πότισε και τις σόλο δουλειές του Hoyem (ίσως και γιατί και προς τιμήν του ποτέ δεν αρνήθηκε τον ρόλο και το εκτόπισμα του Robert, πώς θα μπορούσε άλλωστε αυτός που τον ήξερε όσο κανείς;), είτε γιατί η φωνή του άφησε πολύ βαθιά αυλάκια στα zeros και αυτομάτως μας παραπέμπει εκεί, είτε γιατί τα τρία πλέον σόλο πονήματά του συνθετικά, παικτικά, ενορχηστρωτικά είναι στην πλειοψηφεία τους σαν b-sides της μπάντας.


Από την άλλη, και τι θα έπρεπε να γίνει; Να του «απαγορευθεί» δια παντός οποιαδήποτε ενασχόληση με τη μουσική; Αφού εκεί είναι ταγμένος και σε είδος και σε ύφος, αυτό ξέρει να κάνει. Και τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα εξ ορισμού, αναλογιζόμενοι ότι οι ακρογωνιαίοι λίθοι μεγάλων συγκροτημάτων που έκαναν και ξεχωριστή, ιδιαίτερη σόλο καριέρα δεν είναι και πάρα πολλοί. Θα ήταν άδικο να του ζητούσαμε να γίνει από τώρα (και όχι ότι θα γίνει σίγουρα, απλά έχει τις προοπτικές) ένας Morrissey, ένας Knopfler, ένας Plant, ακόμα και ένας καμμένος Ian Brown. Και προσοχή προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης. Το άλμπουμ κάθε άλλο παρά κακό είναι. Είναι ένα αξιοπρεπέστατο σύγχρονου ροκ άλμπουμ, με τα απαραίτητα ξεσπάσματα και φρεναρίσματα, με τις απαραίτητες ψυχοσυνθετικές διακυμάνσεις.


Με εξαίρεση λοιπόν το εξαιρετικό «High society» με το σαξόφωνο να μας πηγαίνει πραγματικά αλλού από κει που περιμένουμε, το ομώνυμο με τα όμορφα φωνητικά και τα πλήκτρα να παίζουν τον ρόλο πλατφόρμας στήριξης του υπόλοιπου κομματιού, το «The light among the trees» με το όμορφο pedal steel, άντε και την διασκεύη στο «The house of the rising sun» των Ζώων του Μπάρτον που είναι μακριά από εκείνες τις απίστευτες σε Gun Club, The Velvet Underground κλπ αλλά αντικειμενικά είναι καλή, έπεσαν και αυτός και η παρέα του στην τρύπα του παρελθόντος, και συνθετικά αλλά κυρίως από άποψη παραγωγής. Τα «Sirens», «Norwegian hamerworks corp.», «Deadend mind», «Oceanliner», «The frontman», «Highway of light» γράφτηκαν και μας χάζεψαν μια φορά, όσο και να παλεύει να το ξανακάνει. Οι κιθάρες του Buras ξεκουρδίστηκαν και σιώπησαν για πάντα.


Ωστόσο αυτά τα τρία – τέσσερα προαναφερθέτα, μέσα στο σύννεφο αυτής της περίεργης λησμονιάς, του μόνιμου πια, μουδιασμένου«γιατί» για έναν χαμό, (μου) έδωσαν μια μικρή ελπίδα. Γιατί φάνηκε ότι μπορεί, απλά θέλει χρόνο να απαγκιστρωθεί. Και λέω να του τον δώσουμε γιατί τον (αγα)πάμε, για όλα όσα συνδέθηκαν με τα τραγούδια των Madrugada, για εκείνα τα απίστευτα live, και γιατί εκτός όλων αυτών των υποκειμενικών, δεν είναι καιροί να αφήνουμε στην απ’ έξω τέτοιες περιπτώσεις δημιουργών.



ΣΗΜ: Τρίτο σερί ποστ για Σκανδιναβό καλλιτέχνη. Πάω να βγάλω το έλκυθρο απ’ την ντουλάπα...





4 Νοε 2009

The Soundtrack Of Our Lives - 2009 - Communion


Μια ακόμα αντιγραφή. Των Led Zeppelin. Και των Who και των Kinks. Των Love, των Stones και των Floyd επί Barrett. Και θυμίζουν και λίγο Beta Band και διασκευάζουν και Drake. Μα είναι δυνατόν να αντέγραψαν όλους αυτούς σε ένα άλμπουμ, έστω και διπλό; Μήπως παίζει τίποτα άλλο;


Συγνώμη παιδιά, μπερδεύτηκα και άργησα λίγο με το release αυτό. Έχει τέσσερις ημερομηνίες έκδοσης. Κρατάμε τις περισσότερες που ήταν μέσα στο 2009 και το παρουσιάζουμε δικαίως σαν φετινό του περασμένου Μαρτίου. Πόσο λίγο μετράνε αυτά όμως! Τέτοια άλμπουμ και μάλιστα διπλά, δεν βγαίνουν όχι κάθε μέρα, αλλά ούτε κάθε χρόνο, ούτε καν κάθε πενταετία. Παρακαλείται όποιος βρει ποια κοπέλα φίλησε τούτα εδώ τα έξι βατραχάκια και τα μετέτρεψε στους πρίγκηπες της Βαλτικής, να την θέσει στην διάθεση της μουσικής. Το εν λόγω κορίτσι εφόσον ξεμπέρδεψε με τη Σουηδία, πρέπει να στρωθεί στη δουλειά...


Οι φίλοι του Ebbot Lundberg, του εν δυνάμει πιο γαμάτου Άη Βασίλη (μέρες πού ‘ρχονται) του ροκ εν ρολ ever (άντε, ίσως μαζί με τον Sam – Iron and Wine – Beam), δεν ξεκίνησαν χθες, ούτε με αυτό το άλμπουμ. Από το 1995 που σχηματίστηκαν έχουν βγάλει άλλα τέσσερα, και έχουν και ένα πολύ καλό ρεκόρ, μέσα στην 15ετία σχεδόν που υφίστανται ως σχήμα και ενώ ήταν πάντα πολυπληθείς, να έχουν αλλάξει μόνο ένα μέλος! Το περίεργο όμως αλλά και μάλλον το πανάξιο της υπόθεσης είναι το ότι ενώ έως τώρα την έβγαζαν με συμπαθείς και του περιθωρίου φολκροκιές, με μουσικές επενδύσεις σε σειρές και βιντεοπαιχνίδια και συμμετοχές σε soundtracks ταινιών που σκοπό έχουν μόνο την ενδυνάμωση κατανάλωσης ποπ κορν, φέτος φόρεσαν τα κράνη των Βίκινγκς και έδωσαν μια δυνατή στην πόρτα της δεκαετίας, τη στιγμή που αυτή έκλεινε οριστικά! Σαν να έβαλαν μυαλό και για τα δεκαπέντε προηγούμενα χρόνια, και να έγραψαν αναδρομικά ό,τι έλλειπε από προηγούμενες δουλειές. Κάτι τέτοιο ίσως προδίδεται και από το γεγονός ότι είχαν στο μυαλό τους να γράψουν το «Origin Vol.2» σε συνέχεια του Vol.1 τρίτου άλμπουμ τους, αλλά αντ’ αυτού δημιούργησαν εκ του μηδενός το φετινό! Γι’ αυτήν και μόνο την αλλαγή γραμμής πλεύσης την τελευταία στιγμή αξίζουν εκατομμύρια συγχαρητήρια.


Εξαίρεση που αφορά όμως πολύ σημαντικό θέμα, το ελεϊνό, γελοίο εξώφυλλο. Μια φωτογραφία με ένα περίεργο υδατογράφημα που απ’ ότι διάβασα την έβαλαν για να ειρωνευτούν τον τρόπο ζωής που λανσάρουν οι διαφημίσεις, με ένα «οικογένεια Brandon Walsh» ζευγάρι που πίνει Amita, γάλα ΔΕΛΤΑ ή ό,τι άλλο. Πόσα εκατομμύρια καλύτερους τρόπους επισήμανσης του ίδιου θέματος να αγνόησαν άραγε;


Τώρα πρέπει να γράψω και για τα τραγούδια του δίσκου, ε; Τι να πρωτογράψω, μάλλον για ποιο να πρωτογράψω; Είναι και 24 ζωή νά ‘χουνε (στην κυριολεξία)! Τα πιο δυνατά λοιπόν. Ανοίγουν παίρνοντας σκυτάλη απ’ τους Beta Band και το απίστευτα (μυο)χαλαρωτικό τους «Dry the rain» του High Fidelity με το «Babel on». Φλοϋντοψυχεδελική εισαγωγή και Ζεπελινικό ξέσπασμα στο «Universal stalker», λίγη ακόμα flower power στα «The Ego Delusion» και «Without warning», τα πρώτα βήματα των Stones στα «RA 88», «Utopia» και τα μετέπειτα στα «Thrill me» και «Distorted child». Ο ορισμός της διασκευής στο «Fly» του Drake, ενώ αν και δεν σου γεμίζει το μάτι το «Pictures of Youth» με την εισαγωγή του, ο Townshend θα τους χτύπαγε για να τους το πάρει απ’ τα χέρια, και το «Mensa’s Marauders» πρέπει να γράφτηκε υπό το βλέμμα των Rocky Erickson (13th Floor Elevators) και Ray Davies (The Kinks). Πανέμορφη η μελωδία των φωνητικών στο «Just a brother».


Η πιο σύγχρονη αναφορά έρχεται στο «Everything beautiful must die», όταν ο Morrissey πρέπει να τους το χάρισε και να τους είπε ‘κάντε το ό,τι νομίζετε’, ενώ ένα ακόμα εκπληκτικό τραγούδι – απευθείας αναφορά στη συμμορία του Arthur Lee, το «The fan who wasn’t there». Αμέτρητες ταινίες θα θέλουν μια σκηνή τους να την ντύσει το «Flipside» ή το «Lost prophets in vain», (... διαπιστώνω πως μου είναι αδύνατον να αφήσω κομμάτι έξω από την περιληπτική μου αναφορά...), «Reconnecting dots» γεμίζοντας όποια κενά άφησε ο Jagger.


Με το «Passover» δεν χρειάζομαι επίλογο, τέλος με αυτό το φίσκα στο ροκ εν ρολ άλμπουμ. Και με τη χρονιά για το ποιο θα είναι το καλύτερό της. Και δικό μου. Διαδικαστικά μόνο πρέπει να περιμένω περίπου μέχρι τις 20 Δεκέμβρη. Τα λέμε σύντομα. Χαιρετώ!