A few day-songs

Δευτέρα πρωτοοδήγησα, Τρίτη έδωσα το τελευταίο μάθημα στη σχολή, Τετάρτη έμαθα ότι πέρασα το τελευταίο μάθημα στη σχολή (με 5 φυσικά), Πέμπτη πρωτομέθυσα για τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα, Παρασκευή απλά είναι Παρασκευή, Σάββατο γεννήθηκα (...), Κυριακή ήθελα πάντα κάτι να την ξορκίσω. Και πολλά πολλά άλλα τις παραπάνω μέρες, πού να θυμάμαι;

Ένα τραγούδι για κάθε μέρα της εβδομάδας, αυτού του σετ ωρών και πλέον τόσο τυποποιημένων διαδικασιών... Υπενθυμίζω ότι η εβδομάδα ξεκινάει την Δευτέρα, σε αντίθεση με θρησκευτικές και όποιες άλλες δοξασίες που την θέλουν να αρχίζει Κυριακή. Το φαντάζεστε πρώτη μέρα δουλειάς να ήταν η Κυριακή, ή στην έκφραση «από Δευτέρα» να κάναμε την ίδια αντικατάσταση; Και μην ακούσω απορίες του τύπου «γιατί αυτό το αφιέρωμα δεν έχει 15 τραγούδια;», ναι;


1. The Mamas and the Papas – Monday, Monday

Η εβδομάδα ξεκινάει το 1966, με το ντεμπούτο άλμπουμ της παρέας του μαέστρου John Phillips «If you can believe your eyes and your ears» και το πανέμορφο «Monday, Monday». Τα μελένια τους φωνητικά είναι ό,τι ακριβώς πρέπει για το άγαρμπο ξεβόλεμα, το «δεν θέλω να πάω σχολείο» ξύπνημα της κάθε Τσαγκαροδευτέρας – The shoemaker’s Monday (πλην της Καθαράς και του Πάσχα). Το «Blue Monday» των New Order, παρόλο που αποτελεί την καλύτερή τους στιγμή, παραείναι μπιτάτο για το παραπάνω περιγραφόμενο ξύπνημα, του οποίου σαν μουσική επένδυση απορρίφθηκαν και οι Happy Mondays λόγω ονόματος προφανώς! Εξ άλλου, διερευνάται ενδελεχώς η σχέση των Mamas and the Papas με ένα άλλο σύγχρονο και αξιόλογο γκρουπ, εκείνο των Sons and Daughters...


2. The Moody Blues – Tuesday afternoon

Μια χρονιά αργότερα η εγγλέζικη παρέα και low profile της ψυχεδέλειας βγάζει το δεύτερό της άλμπουμ «Days of future passed», μέσα απ΄το οποίο ακούμε για το απόγευμα της Τρίτης. Τέλεια υπόκρουση προσωπική, για ένα απόγευμα Τρίτης που άλλαξε την ζωή μου για πάντα... Ευχαριστώ τους τότε εμπλεκόμενους, είτε κατάλαβαν τι έκαναν είτε όχι (στη δεύτερη περίπτωση τους ευχαριστώ περισσότερο)!



3. Simon & Garfunkel – Wednesday morning 3 a.m.

Μέση της εβδομάδας (οι σοφοί Γερμανοί την λένε Mittwoch, Mitte = μέση, Woche = εβδομάδα, μια χαρά τα πάω 17 χρόνια μετά), σε λίγες ώρες θα έχει γείρει η πλάστιγγα και θα αρχίσουμε να μετράμε αντίστροφα. Ξημερώματα Τετάρτης με το πρώτο άλμπουμ των ακρογωνιαίων λίθων της φολκ, σιαμαίων Paul Simon και Art Garfunkel, το ομώνυμο με τον παραπάνω τίτλο του 1964. Φαντάζομαι να ακούω την ώρα εκείνη τις αιώνιες φωνές τους, και έξω να βρέχει... Και αμέσως μετά να σκέφτομαι ότι το βράδυ έχει Champion’s League...


4. David Bowie – Thursday’s child

Από τις ήρεμες πλέον περιόδους του Δούκα, αφού ηρέμησε και άραξε και με το γνωστό σύμπαν να είναι χρόνια πια δικό του, μέσα από το «Hours» του 1999 μας τραγουδάει για το Παιδί της Πέμπτης, σε χαλαρούς, γλυκούς τόνους και με όμορφα γυναικεία φωνητικά. Χαλαρώνουμε κι εμείς γιατί από αύριο αρχίζουν τα «ζόρια»...


5. Minus 5 – The forgotten Fridays

Με καθαρά συκώτια και πνευμόνια από την υπόλοιπη εβδομάδα (ή όσο μπορέσαμε τέλος πάντων), πιάνουμε δουλειά πάραυτα. Κάνω μια ντρίμπλα και δεν βάζω το «Friday I’m in love» των Cure, γιατί ναι μεν το αγαπάμε, μεγαλώσαμε μ’ αυτό, έχει πει αλήθεια για πολλές Παρασκευές, αλλά προσωπικά θέλω πια να το ξανακούσω σε πολλά, πολλά χρόνια από τώρα. Άλλωστε μια χαρά πάει και η πανκίζουζα διάθεση του «The forgotten Fridays» του side project του Peter Buck των R.E.M., μέσα απ’ το «In rock» του 2004. Συμβουλή, ειδικά προς όσους δουλεύουμε στο καθεστώς κατάκτηση πολλών αιματοκυλισμάτων, ήτοι πενθήμερο οκτάωρο: κάντε πάντα κάτι κάθε Παρασκευή βράδυ εκτός σπιτιού. Το ΣΚ αυξάνεται αυτομάτως τουλάχιστον κατά 37%...


6. The Cure – 10:15 Saturday night

Μετά τη χθεσινή σας έξοδο, δεν είστε καθόλου υποχρεωμένοι να βγείτε και Σάββατο. Πού να πάτε, ειλικρινά; Παντού πανικός, κίνηση, στριμωξίδι, ταλαιπώρια για 2-3 ώρες δουλειά. Από τραγούδια ένας χαμός. Αφήνοντας (για την ώρα φυσικά) τους Nick Drake, τον Θωμά Περιμένει, τους Logh, τους Levellers, τους Thrills και πολλούς ακόμα διαλεχτούς, και επειδή μάλλον πολλοί στεναχωρήθηκαν που παρακάμψαμε τον Robert Smith πριν, βάζουμε το εκπληκτικό αυτό κομμάτι από το πρώτα τους, αμίμητα βήματα (1980 – Boys don’t cry), και με τους ήχους του να θυμηθούμε πολλά σαββατιάτικα στριμωξίδια σε Mo Better, Deca, Closer... Ένδοξο φοιτηταριό... Μπύρα μεγάλο βαρέλι 450δρχ και φύγαμε...


7. The Velvet Underground – Sunday morning

Κάποιοι μας έχουν τσαντίσει και απογοητεύσει τόσο πολύ παρόλο που έχουν γράψει έναν από τους μεγαλύτερους ύμνους του ροκ όλων των εποχών (Sunday bloody Sunday, άσε που έχει και συγκεκριμένο θέμα), κάποιοι λένε σκληρά την αλήθεια (Nick Cave & The Bad Seeds – Sunday’s slave, The Doors – Blue Sunday), οπότε αποτοξινωνόμαστε (ταυτόχρονα με το όποιο hangover) για λίγο από Lanegan, Drake και Bowie και κλείνουμε σχεδόν όπως αρχίσαμε. 1967 και «Sunday morning» από την μεγάλη παρέα του Reed και της Nico και την πιο παντοτινή μπανάνα που υπήρξε ποτέ. Καλή εβδομάδα όποτε και αν δημοσιευτεί το παρόν, και να θυμάστε ότι παραδόσεις, είθισται, και κολλήματα (όπως τα δικά μου που εκθέτω εδώ) είναι για να σπάνε και να μην εφαρμόζονται. Τα καλύτερα μπορούν να συμβούν οποτεδήποτε από θέμα μέρας και ώρας...





Sivert Høyem - 2009 - Moon Landing


Το συμβολάκι για το νορβηγικό όνομα του Sivert το βρήκα στην «αποθήκη» του word. Αυτός σε ποια αποθήκη των Madrugada να βρήκε τα τραγούδια; Αδικημένοι εκ γενετής από τη μοίρα, ενωθείτε!

Αδικημένος από τη μοίρα ο Hoyem; Ξέρουμε πολλές τέτοιες φωνές, πολλούς τέτοιους στίχους και performers στο (ειδικά πρόσφατο) ροκ; Φωνές τόσο βαθιές και εκφραστικές, που ενδέχεται και ο Cave να ψάρωνε ενίοτε; Η αδικία που μάλλον θα τον ακολουθεί για πάντα πάνω απ’ τον ώμο του όμως δεν έγκειται εκεί, δεν έγκειται στα στενά προσωπικά χαρίσματα ενός μουσικού, τραγουδοποιού, performer. Έχει να κάνει με το πώς ξεκίνησε, πού έμπλεξε και με ποιους, τι πορεία και κατάλληξη είχε το μπλέξιμο αυτό. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα: ο Sivert έπεσε στην once in a million περίπτωση όπου ο lead singer μιας ροκ μπάντας ΔΕΝ είναι το πρώτο βιολί της. Και είναι «γκαντέμης» ως προς αυτό για δυο λόγους: α) αυτό ούτως η άλλως συμβαίνει κάτι πιο σπάνια από σπανιότατα, β) του έλαχε να συνεργαστεί με τον Robert Buras, τον πρόωρα χαμένο μοναδικό κιθαρίστα και συνθέτη των Madrugada.


Ο αντίκτυπος όλων αυτών είναι απλός. Ποιος από τότε και στο εξής ακούει τους παλιούς δίσκους της μπάντας και την φωνή του Sivert χωρίς το πρώτο πράγμα που θα σκεφτεί να είναι την περίπτωση του Robert; Και αυτό επεκτάθηκε, πότισε και τις σόλο δουλειές του Hoyem (ίσως και γιατί και προς τιμήν του ποτέ δεν αρνήθηκε τον ρόλο και το εκτόπισμα του Robert, πώς θα μπορούσε άλλωστε αυτός που τον ήξερε όσο κανείς;), είτε γιατί η φωνή του άφησε πολύ βαθιά αυλάκια στα zeros και αυτομάτως μας παραπέμπει εκεί, είτε γιατί τα τρία πλέον σόλο πονήματά του συνθετικά, παικτικά, ενορχηστρωτικά είναι στην πλειοψηφεία τους σαν b-sides της μπάντας.


Από την άλλη, και τι θα έπρεπε να γίνει; Να του «απαγορευθεί» δια παντός οποιαδήποτε ενασχόληση με τη μουσική; Αφού εκεί είναι ταγμένος και σε είδος και σε ύφος, αυτό ξέρει να κάνει. Και τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα εξ ορισμού, αναλογιζόμενοι ότι οι ακρογωνιαίοι λίθοι μεγάλων συγκροτημάτων που έκαναν και ξεχωριστή, ιδιαίτερη σόλο καριέρα δεν είναι και πάρα πολλοί. Θα ήταν άδικο να του ζητούσαμε να γίνει από τώρα (και όχι ότι θα γίνει σίγουρα, απλά έχει τις προοπτικές) ένας Morrissey, ένας Knopfler, ένας Plant, ακόμα και ένας καμμένος Ian Brown. Και προσοχή προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης. Το άλμπουμ κάθε άλλο παρά κακό είναι. Είναι ένα αξιοπρεπέστατο σύγχρονου ροκ άλμπουμ, με τα απαραίτητα ξεσπάσματα και φρεναρίσματα, με τις απαραίτητες ψυχοσυνθετικές διακυμάνσεις.


Με εξαίρεση λοιπόν το εξαιρετικό «High society» με το σαξόφωνο να μας πηγαίνει πραγματικά αλλού από κει που περιμένουμε, το ομώνυμο με τα όμορφα φωνητικά και τα πλήκτρα να παίζουν τον ρόλο πλατφόρμας στήριξης του υπόλοιπου κομματιού, το «The light among the trees» με το όμορφο pedal steel, άντε και την διασκεύη στο «The house of the rising sun» των Ζώων του Μπάρτον που είναι μακριά από εκείνες τις απίστευτες σε Gun Club, The Velvet Underground κλπ αλλά αντικειμενικά είναι καλή, έπεσαν και αυτός και η παρέα του στην τρύπα του παρελθόντος, και συνθετικά αλλά κυρίως από άποψη παραγωγής. Τα «Sirens», «Norwegian hamerworks corp.», «Deadend mind», «Oceanliner», «The frontman», «Highway of light» γράφτηκαν και μας χάζεψαν μια φορά, όσο και να παλεύει να το ξανακάνει. Οι κιθάρες του Buras ξεκουρδίστηκαν και σιώπησαν για πάντα.


Ωστόσο αυτά τα τρία – τέσσερα προαναφερθέτα, μέσα στο σύννεφο αυτής της περίεργης λησμονιάς, τους μόνιμου πια, μουδιασμένου«γιατί» για έναν χαμό, (μου) έδωσαν μια μικρή ελπίδα. Γιατί φάνηκε ότι μπορεί, απλά θέλει χρόνο να απαγκιστρωθεί. Και λέω να του τον δώσουμε γιατί τον (αγα)πάμε, για όλα όσα συνδέθηκαν με τα τραγούδια των Madrugada, για εκείνα τα απίστευτα live, και γιατί εκτός όλων αυτών των υποκειμενικών, δεν είναι καιροί να αφήνουμε στην απ’ έξω τέτοιες περιπτώσεις δημιουργών.



ΣΗΜ: Τρίτο σερί ποστ για Σκανδιναβό καλλιτέχνη. Πάω να βγάλω το έλκυθρο απ’ την ντουλάπα...





The Soundtrack Of Our Lives - 2009 - Communion


Μια ακόμα αντιγραφή. Των Led Zeppelin. Και των Who και των Kinks. Των Love, των Stones και των Floyd επί Barrett. Και θυμίζουν και λίγο Beta Band και διασκευάζουν και Drake. Μα είναι δυνατόν να αντέγραψαν όλους αυτούς σε ένα άλμπουμ, έστω και διπλό; Μήπως παίζει τίποτα άλλο;


Συγνώμη παιδιά, μπερδεύτηκα και άργησα λίγο με το release αυτό. Έχει τέσσερις ημερομηνίες έκδοσης. Κρατάμε τις περισσότερες που ήταν μέσα στο 2009 και το παρουσιάζουμε δικαίως σαν φετινό του περασμένου Μαρτίου. Πόσο λίγο μετράνε αυτά όμως! Τέτοια άλμπουμ και μάλιστα διπλά, δεν βγαίνουν όχι κάθε μέρα, αλλά ούτε κάθε χρόνο, ούτε καν κάθε πενταετία. Παρακαλείται όποιος βρει ποια κοπέλα φίλησε τούτα εδώ τα έξι βατραχάκια και τα μετέτρεψε στους πρίγκηπες της Βαλτικής, να την θέσει στην διάθεση της μουσικής. Το εν λόγω κορίτσι εφόσον ξεμπέρδεψε με τη Σουηδία, πρέπει να στρωθεί στη δουλειά...


Οι φίλοι του Ebbot Lundberg, του εν δυνάμει πιο γαμάτου Άη Βασίλη (μέρες πού ‘ρχονται) του ροκ εν ρολ ever (άντε, ίσως μαζί με τον Sam – Iron and Wine – Beam), δεν ξεκίνησαν χθες, ούτε με αυτό το άλμπουμ. Από το 1995 που σχηματίστηκαν έχουν βγάλει άλλα τέσσερα, και έχουν και ένα πολύ καλό ρεκόρ, μέσα στην 15ετία σχεδόν που υφίστανται ως σχήμα και ενώ ήταν πάντα πολυπληθείς, να έχουν αλλάξει μόνο ένα μέλος! Το περίεργο όμως αλλά και μάλλον το πανάξιο της υπόθεσης είναι το ότι ενώ έως τώρα την έβγαζαν με συμπαθείς και του περιθωρίου φολκροκιές, με μουσικές επενδύσεις σε σειρές και βιντεοπαιχνίδια και συμμετοχές σε soundtracks ταινιών που σκοπό έχουν μόνο την ενδυνάμωση κατανάλωσης ποπ κορν, φέτος φόρεσαν τα κράνη των Βίκινγκς και έδωσαν μια δυνατή στην πόρτα της δεκαετίας, τη στιγμή που αυτή έκλεινε οριστικά! Σαν να έβαλαν μυαλό και για τα δεκαπέντε προηγούμενα χρόνια, και να έγραψαν αναδρομικά ό,τι έλλειπε από προηγούμενες δουλειές. Κάτι τέτοιο ίσως προδίδεται και από το γεγονός ότι είχαν στο μυαλό τους να γράψουν το «Origin Vol.2» σε συνέχεια του Vol.1 τρίτου άλμπουμ τους, αλλά αντ’ αυτού δημιούργησαν εκ του μηδενός το φετινό! Γι’ αυτήν και μόνο την αλλαγή γραμμής πλεύσης την τελευταία στιγμή αξίζουν εκατομμύρια συγχαρητήρια.


Εξαίρεση που αφορά όμως πολύ σημαντικό θέμα, το ελεϊνό, γελοίο εξώφυλλο. Μια φωτογραφία με ένα περίεργο υδατογράφημα που απ’ ότι διάβασα την έβαλαν για να ειρωνευτούν τον τρόπο ζωής που λανσάρουν οι διαφημίσεις, με ένα «οικογένεια Brandon Walsh» ζευγάρι που πίνει Amita, γάλα ΔΕΛΤΑ ή ό,τι άλλο. Πόσα εκατομμύρια καλύτερους τρόπους επισήμανσης του ίδιου θέματος να αγνόησαν άραγε;


Τώρα πρέπει να γράψω και για τα τραγούδια του δίσκου, ε; Τι να πρωτογράψω, μάλλον για ποιο να πρωτογράψω; Είναι και 24 ζωή νά ‘χουνε (στην κυριολεξία)! Τα πιο δυνατά λοιπόν. Ανοίγουν παίρνοντας σκυτάλη απ’ τους Beta Band και το απίστευτα (μυο)χαλαρωτικό τους «Dry the rain» του High Fidelity με το «Babel on». Φλοϋντοψυχεδελική εισαγωγή και Ζεπελινικό ξέσπασμα στο «Universal stalker», λίγη ακόμα flower power στα «The Ego Delusion» και «Without warning», τα πρώτα βήματα των Stones στα «RA 88», «Utopia» και τα μετέπειτα στα «Thrill me» και «Distorted child». Ο ορισμός της διασκευής στο «Fly» του Drake, ενώ αν και δεν σου γεμίζει το μάτι το «Pictures of Youth» με την εισαγωγή του, ο Townshend θα τους χτύπαγε για να τους το πάρει απ’ τα χέρια, και το «Mensa’s Marauders» πρέπει να γράφτηκε υπό το βλέμμα των Rocky Erickson (13th Floor Elevators) και Ray Davies (The Kinks). Πανέμορφη η μελωδία των φωνητικών στο «Just a brother».


Η πιο σύγχρονη αναφορά έρχεται στο «Everything beautiful must die», όταν ο Morrissey πρέπει να τους το χάρισε και να τους είπε ‘κάντε το ό,τι νομίζετε’, ενώ ένα ακόμα εκπληκτικό τραγούδι – απευθείας αναφορά στη συμμορία του Arthur Lee, το «The fan who wasn’t there». Αμέτρητες ταινίες θα θέλουν μια σκηνή τους να την ντύσει το «Flipside» ή το «Lost prophets in vain», (... διαπιστώνω πως μου είναι αδύνατον να αφήσω κομμάτι έξω από την περιληπτική μου αναφορά...), «Reconnecting dots» γεμίζοντας όποια κενά άφησε ο Jagger.


Με το «Passover» δεν χρειάζομαι επίλογο, τέλος με αυτό το φίσκα στο ροκ εν ρολ άλμπουμ. Και με τη χρονιά για το ποιο θα είναι το καλύτερό της. Και δικό μου. Διαδικαστικά μόνο πρέπει να περιμένω περίπου μέχρι τις 20 Δεκέμβρη. Τα λέμε σύντομα. Χαιρετώ!




The Raveonettes - 2009 - In and out of control


Μήπως η ελαφρότητα καμιά φορά, εκτός από καθόλου αβάσταχτη είναι και αρκετά βαριά τελικά; Μίλαν Κούντερα 2-0 (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό)...



Την γέννηση του άλμπουμ αυτού την χάρηκα όσο πολύ πολύ λίγες. Όχι μόνο επειδή είναι καλό, επειδή χαζά χαζά οι Raveonettes κατέλληξαν να είναι από τις πιο τίμιες και συνεπείς μπάντες των zeros, επειδή πάντα ένα άλμπουμ τους ανοίγει τα παράθυρα των cd και mp3 players να μπει καθαρός αέρας. Αλλά επειδή ήρθε την στιγμή που το χρειαζόμουν όσο τίποτε άλλο μουσικά. Δεν θυμάμαι πότε χάρηκα τόσο πολύ τελευταία το να ξέρω τι να περιμένω και τι να ακούσω και αυτά να επιβεβαιώνονται, να μην χρειάζεται να ψάξω, να προβώ σε τέταρτες και πέμπτες ακροάσεις για να μου αποκαλυφθεί, να διαφωνήσω με τον εαυτό μου, και όλη τη σχετική ταλαιπώρια του να καταλλήγεις για ένα άλμπουμ.



Το σκανδιναβικό (εκ Δανίας) δίδυμο της Sharin Foo και του Sune Rose Wagner διδάσκει πώς γίνεσαι αξιοπρόσεχτη και υπολογίσιμη ποσότητα μέσα σε μια δεκαετία και μέσα από τέσσερα άλμπουμ, χρησιμοποιώντας τα ίδια ακριβώς υλικά, στις ίδιες δόσεις, με το ίδιο γαρνίρισμα και σερβίρισμα, και το βασικότερο όλων, χωρίς να γίνεσαι κουραστικός και μονότονος ούτε γι αστείο. Προσωπικά δεν γνωρίζω και πολλούς που να το έχουν καταφέρει αυτό. Ίσως γιατί η μπάντα κάνει πάντα και μια κίνηση – κλειδί: διαφυλάσσει αυτά που την καθιέρωσαν μέσα σε κουτί από γρανίτη.



Δεν λέω, μπορεί έναν ακροατή να τον ξενίσει όταν βάζοντας να παίξει το άλμπουμ απ’ την αρχή και πρωτοακούσει το «Bang!» να πρέπει να αναρωτηθεί για το ποιο ακριβώς άλμπουμ τους έβαλε να ακούσει, σύντομα όμως θα συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για ένα τραγούδι (άρα και άλμπουμ) τους που δεν έχει ξανακούσει, αλλα που του θυμίζει πολύ τα προηγούμενα. Κάτι που ισχυροποιείται με το εξαιρετικό δεύτερο «Gone forever». Αν θα μπορούσα να τους προσάψω κάτι, είναι ότι έκαναν τον δίσκο να μοιάζει με ατμομηχανή. Πολλά ίδια και κυρίως ίδιου ρυθμού (ακόμα και ίδιων bpm που θα έλεγε και ένας ηλεκτροdj) στη σειρά, με τον χαμό της shoegaze (όπως θα έλεγε και ένας επαγγελματίας μουσικογραφιάς) από τα «Suicide», «Heart of stone» κλπ να διακόπτεται ελάχιστες φορές. Και όταν ακόμα διακόπτεται, αυτό να μην γίνεται με τόσο ευχάριστο τρόπο. Αφού δίνεις διάλλειμα στους καρβουνιάρηδες να σταματήσουν το κάρβουνο, δως τους και κάτι να φάνε και να πιούνε! Κομμάτια σαν τα «Oh I buried you today» και «Wine» που είναι και τα μόνα αργά του άλμπουμ, είναι μάλλον προσπάθειες της μπάντας να ξαναγράψουν εκείνο το μοναδικό (και εν δυνάμει Ταραντινικό ή Τζαρμουσικό) «Ode to LA» της ναυαρχίδας της δισκογραφίας τους, του «Pretty in black» του 2006.



Με δυο τρία στανταράκια λοιπόν και με τον συνδυασμό τριών τεσσάρων νοτών όλων κι όλων, την γλυκιά λησμονιά των 50ς και των 60ς, τον ξεκάθαρο πια ήχο της κιθάρας τους και τα αφελή και αγγελικά φωνητικά της ξανθούλας Sharin, τα Δανάκια βάζουν τα γυαλία στους βαρείς κι ασήκωτους και ντεμέκ κατέχοντες (Άγγλους κυρίως), και φεύγουν όμορφα κι απλά από την δεκαετία που σε λίγο μας αφήνει με πιστοποιητικό ποιότητας που δεν του λείπει ούτε μια από τις απαραίτητες σφραγίδες και υπογραφές.



Bob Dylan - 2009 - Christmas in the heart


Όταν ο σκοπός δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο κριτικής ή αμφισβήτησης είτε του ίδιου είτε του δημιουργού, ακόμα και αν το πόνημα επιχειρεί ο Bob Dylan.


Πρόκειται για το δεύτερο φετινό άλμπουμ του Dylan (και 34ο studio άλμπουμ του), για το οποίο όταν πληροφορήθηκα για την κυκλοφορία του και πριν μάθω τον λόγο ύπαξής του, κάποιες «ύποπτες» σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου. Δεύτερο άλμπουμ μέσα σε 6 μήνες; Δεν τα συνηθίζει αυτά, ειδικά σε τέτοια ηλικία.


Κατά τη γνώμη μου ένα τέτοιο άλμπουμ δεν θα ήταν και η καλύτερη ιδέα να αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης μουσικής, τεχνικής και δημιουργίας, όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε άλλο. Ο Dylan ηχογράφησε τον δίσκο αυτό με σκοπό τα έσοδα από τις (ήδη πάρα πολλές) πωλήσεις του να διατεθούν για την μάχη κατά της πείνας εντός και εκτός Αμερικής. Και αν λάβουμε υπόψιν τόσο το πλαφόν κάτω από το οποίο εδώ και δεκαετίες οι πωλήσεις του δεν πέφτουν με τίποτα, όσο και ότι λογικά και αν μη τι άλλο δεν έχει ανάγκη τα χρήματα και την φήμη, αν δεν παρεμβληθούν τίποτα «περίεργοι» μεσάζοντες (γιατί θα ήταν αφελές να νομίζουμε ότι μόνο στη χώρα μας γίνονται αυτά) τότε μάλλον το πόνημα θα έχει εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας.


Όσο και αν το ξέρουμε, αν το μαθαίνουμε, αν δεν το αμφισβητούμε, όσο και αν αντιλαμβανόμαστε σε έναν βαθμό το μέγεθος τέτοιων προβλημάτων της ανθρωπότητας, σίγουρα δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το βάθος. Αν το πρόβλημα δεν χτυπήσει τις πόρτες μας ποτέ δεν θα καταλάβουμε πώς είναι να έχει κανείς να φάει για μέρες, και όταν αυτές περάσουν, να τρώει κάτι ίσα για να επιβιώσει, για να επιτελέσει λειψά το σώμα τα απολύτως απαραίτητα για να μην παραιτηθεί, και σε μεγάλο βαθμό εντελώς αυτοσυντηρητικά και αντανακλαστικά. Θα μου πεις, «καλά, το άλμπουμ του Dylan και κάθε τέτοιο παρόμοιο του κάθε Dylan περίμενες για να τα σκεφτείς όλα αυτά;». Όχι φυσικά, απλά όταν παρουσιάζονται ευκαιρίες δεν είναι κακό να τα επισημαίνουμε πού και πού. Τέλος ανθρωπιστικού παροξυσμού!


Για να τελειώνουμε και με τις παρενθέσεις, πολλοί είναι αυτοί που θα πουν ότι ο Bob στα 68 του θυμήθηκε να το παίξει ανθρωπιστής, αφού έχει βγάλει 3 καράβια λεφτά διέθεσε τα έσοδα ενός ακόμα άλμπουμ του εκεί για την υστεροφημία του, κλπ, κλπ. Η απάντηση είναι απλή: πείτε στους ανθρώπους στους οποίους προορίζονται τα έσοδα να μην τα πάρουν, για τους παραπάνω λόγους! Ό,τι γίνεται προς τέτοιες κατευθύνσεις ανεξαρτήτως λοιπού υποβάθρου είναι πάντα καλοδεχούμενο κύριοι. Ας σταματήσουμε κάποτε να ψάχνουμε συνεχώς την «ρωγμή» του κάθε, μα του κάθε πράγματος, ειδικά εκεί που δεν υπάρχει, κι ας αρκεστούμε στην ουσία!


Και για να πούμε και δυο λόγια για το μουσικό του πράγματος, το άλμπουμ ξεκινά πραγματικά καλά, με τρία τέσσερα τραγούδια που ακούγονται πολύ ευχάριστα ανεξαρτήτως θέματος. Βέβαια στη συνέχεια πέφτουν κάπως τα πράγματα σε πολύ αργούς blues country ρυθμούς, καθόλου ενοχλητικά όμως όταν οι μέσοι αστοί θα πατάμε στο λαιμό το δώρο Χριστουγέννων στα μαγαζιά και θα ακούγονται απ’ τα ηχεία. Γιατί προσωπικά δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι το εν λόγω άλμπουμ θα έχει και τέτοια χρήση, αν όχι αποκλειστικά τέτοια. Αλλά είπαμε, μην ξεχνάμε πού θα πάνε τα έσοδα, κι ας είναι κι έτσι. Δεν λείπουν φυσικά και διασκευές σε κλασικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, όπως τα «Do you hear what I hear» και «Little drummer boy». Ε είναι αλλιώς με τη φωνή του Bob...


Άιντε Οκτώβρη μήνα, άλλη μια φορά να ακούσω το άλμπουμ, και στον ντελιβερά που θα μου φέρει τα σουβλάκια σε λίγο, όταν θα τον πληρώνω στην πόρτα θα του πω «και του χρόνου»!



Two old friends


Το γοριλάκι στην πόρτα το είχε πει σαφώς: την πόρτα τούτη την περνάς μόνο αν είσαι ντυμένος καταλλήλως. Δηλαδή αυτό έλεγε το ύφος του, γιατί αμφιβάλλω κατά πόσο γνώριζε λέξεις όπως το «καταλλήλως». Εγώ ήμουν με ένα μπλουζάκι που έφερε τη φράση «I am what I try to deny», μαύρο, και μια βερμούδα χακί που από την δεξιά της τσέπη όταν φύσαγε κουνιόντουσαν κάτι ξέφτια. Στην αρχή σκέφτηκα να του πω πως αυτό που έγραφε η μπλούζα μου στα ισπανικά σημαίνει «καταλλήλως», αλλά όσο κι αν ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι θα το πίστευε τουλάχιστον για λίγα δευτερόλεπτα, βαρέθηκα και μόνο που το σκέφτηκα. Ούτως ή άλλως μια αναπάντητη θα έκανα στον Γ. και θα έβγαινε, όπως είχαμε συμφωνήσει το απόγευμα που συναντηθήκαμε για μισή ώρα στο σπίτι του. Θα πήγαινα να τον πάρω από κείνη την φαιδρή γυάλα να πάμε βόλτα, κι ας ξέρει εδώ και αιώνες ότι μου τη σπάει να βγαίνω τα Σάββατα, και ειδικά να πλησιάζω έστω τέτοια μέρη. Εντάξει, για το τελευταίο δεν φταίει κι αυτός, ούτε εκείνου του αρέσουν, για να δει κάτι γνωστούς του είχε πάει. Άλλωστε μόλις είχε γυρίσει απ’ τα ξένα και βάραγε τριπλοβάρδιες για να προλάβει να τους δει όλους. Έως και κολακευμένος ένιωσα που θα αφιέρωνε το κυρίως κομμάτι της νύχτας να το περάσει μόνο με μένα. Είχα βάλει ως συνήθως και το λάθος τραγούδι στο δρόμο, το «Saturday nightmares» των Logh, και όσο κι αν σμίγαν τα φρύδια μου από αυτοπεποίθηση από τα γλυκά φωνητικά, το πιάνο που επιπλέει και τα συμπαγή τύμπανα, δεν έπαυε να είναι Σάββατο βράδυ. Ας όψεται που είχα κοντά δυο χρόνια να τον δω. Του κάνω αναπάντητη και βγαίνει, σβήνω τα αλάρμ, και ξεκινάμε.


«Πού πάμε;» τον ρωτάω. «Ξέρω γω; Πού λες εσύ;». «Όπου θες ρε, εσύ λείπεις καιρό. Τι σού ‘χει λέιψει;». «Καφεδάκι στο Θησείο φίλε. Αυτό μού ‘χει λείψει πολύ!». «Καφεδάκι στο Θησείο 12:20 τη νύχτα ρε καμμένε; Δεν εννούσα τι σού ‘χει λείψει γενικώς. Άμα είναι έτσι να παραστήσω και την Κ.. Κι αυτή θα σού ‘χει λείψει, δεν μπορεί! Λέγε πού πάμε!». «Άστην αυτή φίλε. Θα στα πω. Πάμε προς πλατεία τάδε και βλέπουμε.». «Τι έγινε ρε; Πότε προλάβατε και τα σπάσατε, και μάλιστα ‘άστην αυτή’ κιόλας; Καλά, καλά, θα μου τα πεις. Ξεροσφύρι δεν λέγονται αυτά. Έχουμε πει εξάλλου με τι ποτίζεται το δέντρο της αντροκουβέντας...». Πάτησα άτσαλα και ασυναίσθητα το next, σχεδόν αυτόματα μετά την τελευταία μας λέξη. Μπήκε το επόμενο τραγούδι κι εκείνος κοιτώντας έξω μου αράδιαζε περιστατικά και συνήθειες από το μέρος που ζούσε το τελευταίο διάστημα, σαν θύμησες πονεμένες ενός ασπρομάλλη ναύτη που στα 73 του πια τσακισμένος απ’ την υγρασία τη βγάζει επίμονα μόνος στην ακροθαλλασιά κοιτώντας τα κύματα. Και στο σημείο που οι κιθάρες του Ian Brown φορτώνουν και το «Made of stone» των Stone Roses αλλάζει τέμπο, γύρισε το κεφάλι στην ευθεία και σχεδόν αναφώνησε: «Τσιγάρα δεν έχω! Να πάρουμε». «Ναι, φτάσαμε κιόλας». Παρκάρω και κατεβαίνουμε. Παίρνουμε τσιγάρα απ’ το περίπτερο και το κόβουμε γραμμή για το παλιό μας στέκι.


Είχα να πάω εκεί από πριν φύγει. Τελευταία φορά μαζί είχαμε πάει πάλι. Δεν ξέρω γιατί δεν είχα πάει ποτέ όσο έλλειπε. Σαν να μην ήθελα να το «μολύνω», να το «αμαυρώσω» με την παρουσία κάποιου άλλου. Είχαν αλλάξει πολλά πράγματα μέσα, αλλά όχι τα βασικά. Το κολάζ με τα εξώφυλλα δίσκων πάνω απ’ τον dj, η μασίφ, σκούρα ξύλινη μπάρα, το μπρελόκ σε σχήμα κιθάρας που κρεμόταν απ’ τη βάνα του βαρελιού, τα μικρά βινύλια σουβέρ, αυτά ήταν στη θέση τους. Εξεπλάγην να πω την αλήθεια. Απ’ ότι κατάλαβα στο προσωπικό διαδέχονταν ο ένας τον άλλο ανά λίγους μήνες, ο Σ. πίσω απ’ το μπαρ είχε γίνει σχεδόν διπλός, απέναντι απ’ τις τουαλέτες είχε δημιουργηθεί νέος χώρος, αλλά λεπτομέρειες όπως τα σουβέρ είχαν μείνει ίδιες! Κάτσαμε στην μπάρα. Είχε αρκετό κόσμο, αλλά προς το μέσα άκρο της μπάρας υπήρχε χώρος για δύο. Με το που μπήκε το σαξόφωνο στο «Crash on you» του Springsteen και ενώ μόλις είχαμε πετάξει τα τσιγάρα στο λουστραρισμένο ξύλο, μας είδε ο Σ. και ήρθε καταπάνω μας. Του σφίξαμε τα χέρια με την κλασική μπραντεφέρ λαβή. «Πού είστε σεις ρε τομάρια; Πόσο καιρό έχετε να έρθετε; Με βρήκατε στις καλές μου, αλλιώς ούτε που θα σας μίλαγα». «Όντως πέρασε καιρός Σ., για να είσαι εσύ στις καλές σου σκέψου τι άλλο έχει γίνει στο μεταξύ!» του λέω. Ο Γ. του εξήγησε ότι έλλειπε στα ξένα για δυο χρόνια. «Κι εσύ ρε κωλόπαιδο, θρηνούσες που έφυγε ο κολλητός σου;». «Όχι μωρέ, εντάξει. Ξέρεις τώρα, δουλειές, τρεχάματα... Πάχυνες λίγο ή μου φαίνεται;». «Κάτσε κι εσύ σχεδόν κάθε βράδυ εδώ μέσα και πιες ό,τι πίνω, και να δούμε πώς θα γίνεις κι εσύ! Και πάλι καλά είμαι!». Μας έφτιαξε τα ποτά μας, θυμόταν μετά από τόσο καιρό και τόσα εκατομμύρια ποτά που έχει βάλει τι πίνουμε και οι δυο. Σ’ αυτό δεν παιζόταν ο Σ.. Μπορούσε να καταλάβει αν θα γίνει φυτίλια κάποιος ένα βράδυ από την πρώτη γουλιά του πρώτου ποτού.


«Για λέγε τώρα, τι έγινε με την Κ.;». «Καλά ρε, λείπω στα ξένα τοσο καιρό, και αντί να με ρωτήσεις πώς περνάω, τι κάνω, κατευθείαν αυτό ρωτάς;». «Έλα ρε, πρώτα τα επείγοντα περιστατικά. Ξέρω πώς τα περνάς πάνω κάτω. Άλλωστε είσαι survivor εσύ, δε σε φοβάμαι». Πήρε απότομα το γνωστό του ύφος, μαζί με την αλλάγη της μουσικής στο «Wild night» του Van Morrison. Εκείνο το ύφος ‘είμαι τίγκα στις σκέψεις και θα στα πω μπας και ξεφορτώσω μερικά πάνω σου’. Εν μέσω της εκπληκτικής μπασογραμμής του τραγουδιού, μου είπε ότι εκείνη είχε να τον επισκεφθεί πριν κανά εξάμηνο περίπου, ότι ουσιαστικά είχε έρθει να του πει τέλος αλλά να το διαπιστώσει και ζώντας το κιόλας πριν αποφασίσει να το ξεστομίσει, σαν να έκανε πειράματα πάνω του. Όπως γινόταν με τους δυο τους συνήθως δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια που ούτε και οι ίδιοι ξέρουν τι έχουν και τι κάνουν... Απλά δεν περίμενε ότι εκείνη θα πήγαινε ως εκεί να το τελειώσει, και ότι εκείνος θεώρησε ότι δεν μπορεί να έκανε τέτοιο ταξίδι γι’ αυτόν τον λόγο, ότι αποφάσισε να είναι μαζί κλπ, και ότι δεν ήθελε να μου τα πει τηλεφωνικά όλα αυτά ή να μου τα γράψει, σαν να τα φύλαγε για μια τέτοια βραδιά.


Είχε ήδη μπει το «Let it ride» του R. Adams με το νοσταλγικό του pedal steel, όταν ακουμπάει το χέρι του στον ώμο και μου λέει «Φίλε ένα θα σου πω. Είναι όλες ίδιες. Ντάξει, όχι ίδιες ίδιες, εννοώ ότι σαν διαφορετικοί άνθρωποι διαφέρουν, αλλά στο τέλος, στο ύστατο ζύγισμα των πραγμάτων, θα σε πουλήσουν, θα καταλάβεις ότι όλα αυτά που έχετε ενδεχομένως περάσει δεν θα της λένε όσα νόμιζες, όσα λένε σε σένα, θα κοιτάξουν την πάρτη τους. Όλες. Άλλη θ’ αργήσει, άλλη θα το χιλιοσκεφτεί, άλλη θα το μετανιώσει, άλλη θα το απαιτήσει κιόλας, αλλά στο τέλος το ίδιο θα έχουν κάνει. Καλά, δεν το συζητάω αν έχει προκύψει εν τω μεταξύ και κανας άλλος». «Ντάξει ρε, υπερβάλλεις λίγο. Δεν ξέρω κιόλας, τώρα με βάζεις να κάνω τρελή ανασκόπηση και δεν έχω καμιά όρεξη. Αλλά μου φαίνεται βαρύ. Και για πες! Πριν ή και μετά αφότου ήρθε πάνω δεν είχατε επαφή ε;». Μου είπε όχι ιδιαίτερη, ένα mail του έστειλε μια βδομάδα πριν ανέβει. Ότι αυτός στο μεταξύ γνώρισε διάφορες εκεί, μου είπε και κάτι ονόματα που ισχυρίζεται ότι κατά καιρούς μου τα έλεγε στο τηλέφωνο και στα mail και περίμενε εγώ να τα θυμάμαι ενώ σχεδόν αυτός τα είχε ξεχάσει. Έπειτα η κουβέντα γύρισε σε πιο γενικό επίπεδο, για τον τρόπο ζωής του εκεί. Είχα πάει κανα δυο φορές και είχα την εικόνα. Τον Βερολινέζο ιδιοκτήτη του καφέ με τις πολύχρωμες γλάστρες απέναντι απ’ το σπίτι του, τα μονίμως υγρά σοκάκια του εμπορικού δρόμου με τις μικρές λακούβες που μάζευαν νερά, το ατέλειωτο πράσινο αλλά και την σιχαμένη ψευδαίσθηση εξασφάλισης του πανεπιστημίου, ενώ με τρομερά δεύτερα φωνητικά του Eckman στο «Devil in the details» τελειώσαμε τα πρώτα ποτά μας σχεδόν ταυτόχρονα.

«Εσύ πώς είσαι εδώ παλληκάρι μου, για λέγε κι εσύ τώρα!». Του είπα ότι δεν έχει αλλάξει και τίποτα δραματικά, όπως τα ξέρει γενικά, αρκετή δουλειά αλλά οκ, με την Μ. είχαμε πολύ καιρό να μιλήσουμε και ότι τυχαία την είχα τρακάρει σε ένα δισκάδικο και ήταν παρέα μ’ έναν περίεργο τύπο, ότι κάτι ψιλοκάνουμε με την μπάντα, τα οικογενειακά όπως τα ξέρει κι αυτά, και όσο του μιλούσα κούναγε το κεφάλι καταφατικά και κοιτούσε την μπάρα. «Και πότε γυρνάς οριστικά είπαμε; Σε κανα εξάμηνο ε;». «Ναι μωρέ, να κλείσω διάφορες εκκρεμότητες, να αφήσω το σπίτι... Περιμένει κι ο πατέρας μου πώς και πώς να με πάρει μαζί του στη δουλειά». «Καλά κάνει ρε, αφού κι εσύ αυτό θες. Δεν μπορεί άλλο μόνος του, έχει τεντώσει κι αυτός. Δε λες καλά που έχεις κι αυτό το πλεονέκτημα; Άντε, τελείωνε. Αυτό το κλείσιμο εκκρεμοτήτων ψιλοφοβάμαι βέβαια... Πρόσεχε όταν θα τις κλείνεις», του λέω γελώντας. Με το που αναφέρθηκα στο θέμα της δουλειάς με σκουντάει με το γόνατό του στο δικό μου, με μπόλικα ίχνη ενοχής. Γι’ αυτό τον πάω. Είναι απ’ τα ευνοημένα άτομα που δεν ζούνε στην κοσμάρα τους, έχουν πλήρη επίγνωση ότι ο κανόνας δεν είναι αυτό που τους συμβαίνει. Και πάλι του βγήκε αυτός ο σεβασμός προς το πρόσωπό μου, που ενώ δεν έτυχε να είμαι εξίσου ευνοημένος τα καταφέρνω μια χαρά, ενώ το «Wired» των New Model Army τον έκανε να πιάσει με δίψα το δεύτερο ποτήρι, και πριν το φέρει στο στόμα του έγνεψε «γεια μας» στον dj.


Περάσαμε μπόλικες ώρες εκεί, το μαγαζί άρχισε να αδειάζει. Με ρώταγε για τους κοινούς μας γνωστούς εδώ, και γελούσαμε με το πώς κάποιοι είναι ακόμα ουσιαστικά σαν να μην περνάει ούτε μέρα, και ότι έτσι πάντα θα είναι, μιας και οι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ. Το ίδιο άλλωστε θα μπορούσαν να λένε κι εκείνοι για μας! Πιανόμασταν από ένα σκηνικό και το τραβάγαμε, το διακωμωδούσαμε μέχρι αηδείας και με τρόπο που όποιος μας έβλεπε και άκουγε θα αναρρωτιόταν γιατί γελάμε. Με τρόπο και κώδικες που αναγνωρίζονται και διαβάζονται από συγκεκριμένα άτομα που αναπτύσσουν τέτοιους. Δυο αδέρφια, δυο σύζυγοι, δυο φίλοι. Ο dj δεν έδωσε σημασία στην θριαμβευτική επάνοδο δυο παλιών θαμώνων στο μαγαζί, και επιστράτευσε ρυθμούς και μελωδίες «σχολάσματος». Και καλά έκανε, ο κύκλος της βραδιάς ήταν λίγο πριν το κλείσιμό του. Ο Cave σιγοτραγουδούσε το «Idiot prayer» όταν κάναμε νόημα στον Σ. να πληρώσουμε, έχοντας ο τελευταίος ευλαβικά σεβαστεί την ιερή κατάσταση που ξετυλιγόταν πάνω στη μπάρα του μαγαζιού του, χωρίς να μας έχει διακόψει ούτε μια φορά...



Ο Γ. στήθηκε για ταξί για το σπίτι του, έχοντας πριν κάνει τις απαραίτητες νουθεσίες περί του αν είμαι οκ να οδηγήσω. Πάντα θεωρούσε ότι είχε αυτό το δικαίωμα – ευθύνη, μιας και ήταν μεγαλύτερος. Κατά 8 μήνες! Δώσαμε ραντεβού για αύριο, έβαλα μπρος, ανέβασα το παράθυρο, πάτησα το play και ξεκίνησα. Στο δρόμο, το «Nothing really ends» των Deus έκανε παρεΐτσα στις κάπως θαμπές από το αλκοόλ σκέψεις μου. Είχα ξεχάσει πώς είναι να έχεις κάποιον που όσο καιρό κι αν κάνεις να τον δεις, όταν βρίσκεστε θα είναι όπως όταν ήσασταν κάθε μέρα μαζί. Είχε πάει 04:32 όταν έφτασα σπίτι...




A few home-songs...

Home. Μια λέξη που περιφέρεται και κοσμεί εκατοντάδες χιλιάδες τραγουδιών και ανά πάσα δεκαετία. Και η μόνιμη απορία μου ως προς αυτό. Πώς γίνεται τόσοι και τόσοι (για να μην πω σχεδόν όλοι και γίνω πάλι υπερβολικός, αν και ισχύει) καλλιτέχνες να έχουν ανά στιγμές τέτοια νοσταλγία για το σπίτι τους, την πατρίδα τους, την οικογένειά τους, την πόλη που μεγάλωσαν, τα παλιά λημέρια και συνήθειές τους, και ό,τι άλλο σημαίνει στην αγγλική το home, και να γράφουν κατά τη συντριπτική πλειοψηφία μελαγχολικά τραγούδια γι’ αυτό το θέμα;



Τις φορές που τους κατέβαλαν και τους διέλυαν τα αδιέξοδα, αναρίθμητες μπάντες και καλλιτέχνες έψαχναν αποκούμπι στο home τους με ό,τι σήμαινε για αυτό για εκείνους, και έγραψαν κάποια από τα καλύτερά τους τραγούδια με αυτό το θέμα. Ακολουθεί ένα soundtrack 15 τραγουδιών τέτοιας νοσταλγίας, ένα δικό μου, προσωπικό soundtrack, μιας κι εγώ είμαι ένα παιδί… a long long way from home…




1. Bob Dylan – Like a rolling stone

Δεν χρειάζεται να τονίσω γιατί ένα ακόμα αφιέρωμα ξεκινάει με τον άνθρωπο – ζωή. Ο τίτλος δεν εμπεριέχει το home ή κάποιο συνθετικό του αν και όπως είναι γνωστό έχει πολλές και καλές ντουζίνες τέτοια, αλλά ο στίχος «…with no direction home» είναι απλά μια ανατριχίλα από μόνος του. Μέσα από έναν από τους καλύτερους δίσκους όλων των εποχών, το «Highway 61 Revisited» του 1965, ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. Τέλος. Αναζητήστε με την ευκαιρία και το μοναδικό ντοκυμαντέρ του Martin Scorsese για τον Dylan με τίτλο τον στίχο που έχω παραπάνω σε εισαγωγικά.

2. Bruce Springsteen – Devils and dust

Δεύτερο και τελευταίο τραγούδι που δεν περιέχει παράγωγα ή το ίδιο το home. Ο λόγος που το βάζω εδώ είναι γιατί ο πρώτος στίχος της δεύτερης στροφής του ομώνυμου και από τα καλύτερα άλμπουμ της δεκαετίας που σε λίγο τελειώνει (και από τους καλύτερους που έχω ακούσει στη ζωή μου), είναι ευθεία αναφορά στο παραπάνω και πρώτο τραγούδι του αφιερώματος: «But we are a long long way from home Bob, and home is a long long way from us…». Από το «Devils and dust» λοιπόν του 2005.


3. Gun Club – Carry home (Mark Lanegan cover)

Στα 1999 ο Μάρκος έβγαλε το άλμπουμ με τις διασκευές του, το μοναδικό «I’ll take care of you». Το άλμπουμ ανοίγει με αυτή τη μοναδική εκτέλεση στο τραγούδι της παρέας του μεγάλου και πολύ σημαντικού Jeffrey Lee Pierce, και ο Lanegan διδάσκει πώς γίνονται οι διασκευές, με μια ακουστική μόνο κιθάρα και τη «φωνούλα» του! Carry home, I have returned, through so many highways, and so many tears…

4. Midlake – Head home


Σε έναν εξαιρετικό δίσκο και από τις πιο σημαντικές αναφορές στα 70ς, το «The Trials of Van Occupanther» του 2006, οι Αμερικανοί Midlake διάλεξαν σαν τρίτο τραγούδι του το νοσταλγικό και απίστευτα μελωδικό και στιχουργικά μοναχικό «Head home». Συγχωρέστε με, αλλά δεν μπορώ να πω πολλά όταν ακούω αυτό το τραγούδι. Ήδη έγραψα πάρα πολλά...


5. Norah Jones – The long way home

Από την πολύ καλή και γλυκιά 30χρονη Norah (πότε πάτησε τα τριάντα κι αυτή...), ένα όμορφο τραγούδι, που γυροφέρνει τα blues και την country, αλλά θαρρείς από σεβασμό σ’ αυτά δεν τα αγκαλιάζει, και που περιγράφει πόσο βασανιστικά μακρύς είναι ενίοτε ο δρόμος της επιστροφής. «The long way home», από τα 2004 και το δεύτερό της άλμπουμ «Feels like home». Τι σύμπτωση!


6. The Rolling Stones – 2000 light years from home

1967, εποχή που οι Stones ήταν κανονική μπάντα (βασικά γαμώ τις μπάντες), που τα μέλη τους δεν έπεφταν από κοκοφοίνικες και για τον λόγο αυτό να ακυρώνουν παγκόσμιες περιοδείες, πριν οι εταιρίες γίνουν αλήτες που σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επιστρέφουν ολόκληρο το αντίτιμο του εισιτηρίου (τι τα μπερδεύω και γω, αλλάζω θέμα), λίγο πριν ο Brian Jones βρεθεί νεκρός στην πισίνα του, και σε ένα μεγάλο ψυχεδελικό άλμπουμ, το «Their Satanic Majesties Request» στο οποίο συμμετείχαν και οι Lennon, McCartney και John Paul Jones, μας τραγουδάνε για το πόσο μακριά μπορεί κανείς να βρεθεί απ’ το σπίτι του! Και μετά λέω εγώ ότι είμαι μακρυά απ’ το home μου...


7. P.J. Harvey – A place called home

Στο πολύ όμορφο και προσωπικά αγαπημένο μου «Stories from the city, stories from the sea», η Πόλυ σενέθεσε και μια ακόμα κομματάρα στην προσπάθειά της να βρει και να ονομάσει ένα μέρος ως home. Ευχόμαστε να κατόρθωσε να βρει αυτό το μέρος. Την κομματάρα πάντως ψάχνοντας, την έγραψε.



8. Mick Harvey – Home is far from here

Επτά χρόνια αργότερα από την άνωθεν συνονόματή του, ο Mick Harvey άνοιξε τα προσωπικά του χαρτιά εκτός Bad Seeds για τέταρτη φορά, και έκλεισε το πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ του «Two of diamonds» (2 καρώ) με το «Home is far from here». Δυνατό κομμάτι, στα πλαίσια όλων αυτών που... δεν του επιτρέπει προφανώς ο Master Cave να κάνει με τους Bad Seeds...




9. Ryan Adams – Anybody wanna take me home

Προσοχή, το ξαναλέω: Δεν είναι ο Brian, ο Ryan είναι... Ο πιο σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος της Americana όπως χαρακτηρίζεται στην Αμερική, αναζητά απελπισμένα κάποιον να τον πάει στο home του. Συνεχείς και αξιόλογες οι δουλειές του, και το συγκεκριμένο τραγούδι από το άλμπουμ «Rock ‘n’ Roll» του 2003.


10. The Complete Million Dollar Quartet – There’s no place like home

Μιας και βγάλαμε την Ντόλυ να βοσκήσει (και αυτό δεν έγινε επίτηδες, θέλω να με πιστέψετε), ένα παμπάλαιο τραγούδι που ως τίτλο φέρει όλο το ζουμί της ιστορίας. Α, ξέχασα να σας πω ποιοι ήταν οι The Complete Million Dollar Quartet. Μπορείτε να φανταστείτε σε μια περιοδεία να ταξιδεύουν μαζί και ως γκρουπ οι Elvis Presley, Johnny Cash, Jerry Lee Lewis, και ο θρύλος της country Carl Perkins; Ήθελα να’ ξερα ποιος διάολος επιλέγει πότε και πού θα γεννηθεί ο κόσμος...


11. Neil Young – Far from home


Μένουμε για ένα ακόμα κομμάτι σε τέτοιους ήχους, και πάμε και στον άλλον τεράστιο παππού. Μέσα από το πολύ μέτριο είναι η αλήθεια «Prairie wind» του 2005, ο Young βρίσκεται μακριά απ’ το home του. Ο κάπως εύθυμος τόνος του τραγουδιού μάλλον οφείλεται στο ότι έχει γράψει πια τόσα πολλά τέτοια και το συνήθισε πια, που είπε τουλάχιστον να το διασκεδάσει....


12. Broken Records – Nearly home

Κι από τον παππού, στα νεούδια. Τα είπαμε εκτενέστατα για το φετινό εκπληκτικό άλμπουμ ντεμπούτο τους. Άλμπουμ που ανοίγει με το «Nearly home». Πρώτο τραγούδι του πρώτου άλμπουμ και λέγεται έτσι... Μάλιστα. Να δούμε τι θα δούμε απ’ τα παιδιά! Άντε να μπαίνουν σιγά σιγά κι αυτοί σε soundtracks και αφιερώματα...


13. Logh – Death to my hometown

Οι Σουηδοί αυτοί είναι μια μεγάλη αδυναμία του γράφοντος. Μετά τα εξαιρετικά «Everytime a bell rings, an angel gets his wings» και «The raging sun», γύρισαν περισσότερο προς τα μέσα τους. Προσωπικά μου άρεσαν και οι μετέπειτα δουλειές τους, όπως το «North» του 2007 απ’ όπου με αυτόν τον επικό τρόπο μας περιγράφουν την απόγνωση του χαμού του home τους.


14. American Music Club – Home

Εξαιρετικοί, σημαντικοί, σταθεροί και αθόρυβοι, εδώ και κοντά 25 χρόνια η παρέα του Mark Eitzel μας έχει χαρίσει πολλά πολλά εξαίσια άλμπουμ. Αγαπημένο το «Love songs for patriots» του 2004, απ’ όπου και ένα τραγούδι μέσα στο οποίο ο Eitzel μας εξηγεί πού ανήκει.






15. Quicksilver Messenger Service – Three or four feet from home

Το αφιέρωμα αυτό κλείνει με μια πολύ σημαντική μπάντα των 60ς και της ψυχεδέλειας, αν και εδώ την ανακατεύουν πολύ και με τα blues. Από το «Shady grove» του 1969, η μπάντα μας τραγουδάει ότι σχεδόν έφτασε στο home της. Εύχομαι σε όσους το επιθυμούν να φτάσουν κι εκείνοι πολύ σύντομα τόσο κοντά.







Άντερ Κονστράκσιον...

Editors - 2009 - In this light and on this evening

Πώς γίνεται το νέο άλμπουμ μιας μπάντας να μην είναι στα καλύτερα της χρονιάς του, αλλά αυτό να την εδραιώνει ως ακόμα πιο σοβαρή και σημαντική; Να τους αφήσουμε να περάσουν το κατώφλι του τρίτου άλμπουμ ή όχι; Άντε, ας περάσουνε, έχουμε και δουλειές!


Είναι αλήθεια ότι η εικόνα του τότε επερχόμενου νέου άλμπουμ που μας λανσάρανε οι αγαπημένοι μας Editors στα πλαίσια του EJEKT 2009, μας άφησε μια αίσθηση τουλάχιστον προβληματισμού. Ερωτήματα του τύπου «Πώς την είδαν; Την ψώνισαν; Τι είν’ αυτά; Το γύρισαν εντελώς στην ηλεκτρονική, χωρίς να τους λένε τίποτα πια οι κιθάρες οι οποίες και τους καθιέρωσαν; Από το τρίτο μόλις άλμπουμ;» έκαναν ανθρώπους που τους παρακολουθούν από την αρχή τους να τσιμπιούνται, να δαγκώνονται και να κοιτάζονται αμήχανα. Τεράστιο φυσικά συναίτιο των παραπάνω αντιδράσεων ήταν και ο ελεεινός ήχος του φεστιβάλ, δεδομένου ότι είναι μεν αναμενόμενο πλέον το να έχει ένα ελληνικό φεστιβάλ κάτι χειρότερο από ερασιτεχνικές ηχητικές υποδομές, αλλά τέτοιες δουλειές θέλουν ιδιαίτερη ηχητική φροντίδα, κάτι που είναι γνωστό σε όλον τον πλανήτη εκτός φυσικά από την Ελλάδα. Σε συνδυασμό με την λογική και σχετική απειρία μιας μπάντας με δυο μόλις άλμπουμ να προβάλει επερχόμενη δουλειά της σε live, δεν ήθελε και πολύ κάποιος να νομίσει – και όχι άδικα – ότι άλλη μια συμπαθής φωτοβολίδα που στο πλάι της έφερε την επιγραφή «EDITORS» οδεύει προς το σβήσιμό της, και να προσπαθεί να παρηγορηθεί αναμένοντας τραγούδια από τις δυο πρώτες εξαιρετικές δουλειές της.


Όταν ενημερώθηκα ότι το νέο άλμπουμ ήταν πια γεγονός, φυσικά έσπευσα να το κατεβάσω. Και η αλήθεια είναι ότι κατά τα πρώτα ακούσματα θυμήθηκα πώς είχα νιώσει στο EJEKT, σε ένα live που δεν μου είχε μείνει ούτε μια στιγμή από τα νέα τραγούδια. Και πέρναγαν οι μέρες ακρόασης, και σταδιακά κάτι άλλαζε μέσα μου. Ώσπου σε ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο προνόησα – μεταξύ άλλων – να γράψω για το δρόμο και το «In this light and on this evening». Από το σημείο αυτό που διαβάζετε, ουσιαστικά ξεκινάει η παρούσα ανάρτηση!


Είχαν ήδη «δηλώσει» ότι το laptop θα είναι το νέο μέλος της μπάντας. Και αυτό καθόλου δεν με ενόχλησε, εδώ το κάνουν άλλοι και άλλοι με ούτε τη μισή ευστοχία. Έγραψαν κομμάτια που ακόμα και οι Depeche Mode, οι οποίοι εδώ και πολλά έτη αρκούνται στο να περιφέρουν τα χρυσοποίκιλτα πτώματά τους στο studio με αποκορύφωμα την φετινή αθλιότητα από το εξώφυλλο ως το τελευταίο track που μας πασάρανε ως άλμπουμ, όχι απλά θα ζήλευαν, αλλά που δεν θα έβλεπαν ούτε στον ύπνο τους εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Δεν ξέρω αν κέρδισαν το περιβόητο στοίχημα του 3ου άλμπουμ, σίγουρα όμως δεν το έχασαν. Και ίσως να απογοήτευσαν τον κόσμο που ακούγοντας τα «Munich», «An end has a start», «Smokers outside hospital doors», «Lights», «All sparks» και τα υπόλοιπα διαμαντάκια των δυο προηγούμενων άλμπουμ έβλεπαν στο πρόσωπό τους μια σημαντική νέα μπάντα, όμως προσωπικά έτσι νιώθω και τώρα.


Μπορεί να μην βασιλεύουν πια οι δυνατές κιθάρες, αλλά η μπάντα προχωράει, δοκιμάζει, πειραματίζεται σε βαθμό που άλλοι δεν θα το τολμούσαν ποτέ αν δεν είχαν πρώτα «δέσει τον γάιδαρό τους» με 5-6 άλμπουμ παρόμοιων μεταξύ τους υλικών και τεχνικών. Τώρα τους ήρθε και τώρα το έκαναν, κι ας ήταν στο τόσο νευραλγικό και κρίσιμο τρίτο άλμπουμ. Και γι’ αυτό και μόνο (και ασχέτως αν μέσα στο άλμπουμ κρύβονται τουλάχιστον 2-3 μεγαλοπρεπέστατα κομμάτια, όπως τα «Bricks and mortar» και «Papillion»), η μπάντα ήδη είναι σημαντική και σταθερή. Βγάζουν αβίαστα μια σοβαρότητα και ωριμότητα, η οποία απλά φαίνεται χαοτική και διασκορπισμένη. Μένει να συγκεντρώσουν και να οργανώσουν το ταλέντο και τις ιδέες τους.




Οι συνθήκες γνωστές: λίγος χρόνος, πολλή κούραση, πολλά νέα άλμπουμ. Οπότε, ή γράφω λεπτομερώς για ένα στα δέκα περίπου νέα άλμπουμ αφήνοντας έτσι τόσο αρκετά αξιοσημείωτα χωρίς να προλάβουμε να πούμε λέξη γι’ αυτά, όσο και μερικά άλλα «πολυαναμενόμενα» να αλωνίζουν και να κάνουν αμέριμνα τον γύρο του θριάμβου τους στα τρισάθλια «ροκ» ραδιόφωνα της Αθήνας χωρίς κάποιον αντίλογο από πουθενά, ή γράφω μαζικά όπως τώρα και έστω με λίγες πινελιές για όσα περισσότερα μπορώ.


Το καλό: A Place To Bury Strangers – 2009 – Exploding head

Ήρθε η ώρα να πω την «μεγάλη» κουβέντα και μια ακόμα υπερβολή αυτής της χρονιάς (για τα μουσικά πάντα, για τα υπόλοιπα θέματα τέτοιες κουβέντες και προνόμια απολαμβάνουν μόνο οι κατ’ ιδίαν συνομιλητές μου...). Φέτος λοιπόν είναι η χρονιά των δεύτερων άλμπουμ. Για πολλά απ’ αυτά τα έχουμε ήδη πει και θα τα πούμε και τον Δεκέμβρη. Τώρα θα πούμε δυο λόγια για το «Exploding head» των Αμερικανών A Place To Bury Strangers.

Όχι, δεν πρόκειται για την πολυπόθητη λύση των απανταχού κατοίκων των αφιλόξενων χωριών που επισκεπτόταν ο Λούκυ Λουκ. Αλλά για το παράξενο όνομα μιας μπάντας που με το δεύτερο αυτό άλμπουμ τους έδωσαν ένα ξεγυρισμένο μάθημα σε όλα εκείνα τα γκρουπάκια (της Αγγλίας κυρίως) για το πώς παίζεται ακόμα (άμα θέλουμε να παιχτεί) το dark wave και το σκεπτόμενο punk, με ακόμα πιο έντονα τα gain της κιθάρας χαρισμένα από τους My Bloody Valentine, τους Sonic Youth, τους Joy Division και τους The Jesus And Mary Chain. Θεοσκότεινη και ατονική βαβούρα, με φωνητικά συννεφιασμένα και ριφς που κάνουν κατά μέτωπο νύξη στους παραπάνω διδάξαντες. Ένα πραγματικά καλό και γεμάτο άλμπουμ!


Το κακό: Muse – 2009 – The resistance

Μέχρι να βγάλουν το άλμπουμ αυτό, οι Muse ήταν μια μπάντα που αν ακούς ροκ εντ ρολ (με την πολύ ευρεία έννοια πάντα) και ήσουν (απο)κλεισμένος για πάρα πολύ καιρό χωρίς τις μουσικές σου σε χώρο που αναγκαστικά άκουγες μόνο σκυλάδικα ή ελληνική r’n’b και ξαφνικά άκουγες ένα κομμάτι τους, γέμιζες ελπίδες με μιας και δεν χρειαζόταν πλέον να ρωτήσεις τους άλλους αν συνεχίζουν να σε βλέπουν ή αν πέθανες και πήγες στην κόλαση τιμωρούμενος για πάντα για τις εν ζωή αμαρτίες σου. Και φυσικά με έναν τραγουδιστή που το «όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω Thom Yorke» είναι πολύ λίγο να περιγράψει το στυλ του.

Το φετινό και πολυαναμενόμενο «αριστούργημά» τους όμως δηλώνει μια μπάντα που όχι μόνο συνεχίζει στο ίδιο, μετριότατο και ευρείας κατανάλωσης μοτίβο, αλλά δίνει και στοιχεία που σε κάνουν να νομίζεις ότι νομίζουν ότι εκπόνησαν το έπος τουλάχιστον της χρονιάς. Απομιμήσεις των επικών συνθέσεων των Queen (ή ανταπαντήσεις σε κείνες, δεν κατάλαβα και δεν θέλω κιόλας), και βαρύγδουπα κοινωνικοπολιτικοί τίτλοι τραγουδιών σε στυλ «εκτός από μουσικάρες είμαστε και ανήσυχοι», ντεμέκ πειραματισμός και με αλλα είδη και ξελαρυγγιάσματα άνευ λόγου, συνθέτουν μια εικόνα που έχει την εξής μια απόχρωση: ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει μέχρι πού μπορούν να φτάσουν, μάλλον ότι δεν μπορούν να φτάσουν εκεί που νομίζουν όχι μόνο ότι μπορούν, αλλά ότι έφτασαν κιόλας. Μακάρι να αρκούσαν 2 βιολιά και ένα πιάνο μαζί με τις ηλεκτρικές κιθάρες, ή τα 308 άτομα προσωπικό ηχογράφησης ενός άλμπουμ. Και φυσικά με έναν τραγουδιστή που το «όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω Thom Yorke» είναι πολύ λίγο να περιγράψει το στυλ του.

Και όλα τα παραπάνω με τις ευλογίες των «ψαγμένων» και μη μέσων. Πώς να μην την πατήσει κανείς μετά;

Anyway, επειδή εδώ είμαστε μεγαλόψυχοι και μπορεί κάποιος καψερός να βρίσκεται ή να βρεθεί στην κατάσταση της πρώτης παραγράφου, ανεβάζω το ομώνυμο που για τις συνθήκες αυτές καλό είναι...


Το μέτριο: Pearl Jam – 2009 – Backspacer

Σκέψεις κατά τις ακροάσεις:

Τι γίνεται; Γιατί, τι περίμενες; Τρέχει κάτι με την παραγωγή; Πώς είναι έτσι τα φωνητικά του Eddie; Ή μήπως είναι το μόνο που σε κάνει να πιστεύεις ότι ακούς Pearl Jam; Όχι, κάτσε, άκου αυτό το ριφάκι του Gossard μες στον χαμό. Τι γίνεται, τι να νομίσω; Καλά δεν πήρες ιδέα από το «Fixer» του τι θα ακολουθούσε περίπου; Έχουν κρατήσει κάπως τα προσχήματα, αλλά τι pop punk συνθέσεις είναι αυτές ώρες ώρες; Βαρέθηκαν, δεν μπορούν άλλο; Μα δεν είναι μάλλον η μόνη grunge μπάντα που απέμεινε; Μήπως μαζί με την εξαφάνιση όλων των υπολοίπων εξαφανίστηκε και το grunge, δεν έχει πια λόγο ύπαρξης;

Τι γίνεται ρε διάολε; Γιατί, κάπως έτσι δεν ήταν και το ομώνυμο 3 χρόνια πριν; Σιγά την δισκάρα κι εκείνη! Γιατί ποιος είπε ότι περίμενα νέο «Vitalogy» ή νέο «VS»; Κάπως έτσι τα περίμενα τα πράγματα. Πώς είναι έτσι η παραγωγή στα φωνητικά ρε γαμώτο; Μήπως η φωνή του Eddie πνέει τα λοίσθια; Μήπως μετά το εξαιρετικό soundtrack του «Into the wild» πρέπει να τα παρατήσει με την μπάντα και να το ρίξει εκεί; Μήπως πρέπει γενικώς να τα παρατήσουν μην γίνουν κι αυτοί U2 ή Depeche Mode; Βαρέθηκαν; Κομμάτια όπως το «Just breathe» δεν είχαν ποτέ σε άλμπουμ τους. Αυτό είναι σαν να ξέφυγε/περίσσεψε απ’ το «Into the wild».

Τι γίνεται; Μην τους χαριστείς επειδή τους λατρεύεις. Μπα, δεν νομίζω. Μάλλον στέκεται μετά από 3 ακροάσεις. Έχει και ένα αυθεντικό Pearl Jam κομμάτι, το «Got some». Διάβασες τι έγραψες; Ένα αυθετικό Pearl Jam κομμάτι σε ένα άλμπουμ των Pearl Jam. Πού έχουμε φτάσει πια; Τα υπόλοιπα δηλαδή τι είναι; Ποιων είναι; Προπόνηση συντήρησης. Σου αρκεί; Αρκείσαι στο ότι είναι ακόμα μαζί; Ξέρω γω. Δεν ξέρω τι να νομίσω. Αλλά γιατί πρέπει να ταλανιζόμαστε έτσι μέχρι να δείξει η ιστορία τι και πώς, ποιος ναι και ποιος όχι;









top