26 Μαΐ 2009

The Concert Issue

Το φιάσκο / ατύχημα / ατυχία της προσφάτως ακυρωθείσας συναυλίας των Depeche Mode με ό,τι έγινε ή διέρρευσε πως είναι ευθύνη της σεσημασμένης πια Didi Music, σε συνδυασμό με κάποια πολύ συγκεκριμένα πια ονόματα που θα παίξουν τη χώρα μας, τα θεώρησα μια καλή λαβή για κάποιες (πάρα πολύ) λιγοστές σκέψεις σχετικά με τις ανακοινώσεις επερχόμενων συναυλιών.

Φέτος λοιπόν και για ν-οστή φορά, στη χώρα μας θα έρθουν μπάντες και καλλιτέχνες όπως οι Scorpions που όχι live, σε συσκευή αναπαραγωγής ήχου αν ξανακούσουμε 2 sec απ’ αυτούς θα κάνουμε εμετό στην κυριολεξία, οι Deep Purple που ακόμα και στα 70s που μεσουρανούσαν ήταν ξεπερασμένοι, οι Placebo και ο Moby που καλά θα κάνουν να πιάσουν κανα σπιτάκι, φτηνότερα θα τους βγει πέρα δώθε όλη την ώρα, χώρια που το alarm είναι κατακόκκινο πια λόγω του ότι έρχονται υπό τις ευλογίες της Didi στα πλαίσια του «όταν-μεγαλώσω-θέλω-να-γίνω-φεστιβάλ» Rockwave, οι λατρεμένοι αλλά θέλουμε κανα δυο χρονάκια ξελαμπικάρισμα Puressence ήδη έχουν έρθει φέτος 2 φορές (Ιωάννινα και support στους DM), και σφήνα ο Carlos Santana (ας μην το σχολιάσω αυτό καλύτερα). Περίεργες εκπλήξεις ο Nick Cave (αλλά ξέχασα, κάθε δυο χρόνια έρχεται ο Νικόλας, οπότε προλαβαίνεις να σου λείψει λίγο, άσε που σχεδόν κάθε φορά έχει και νέο άλμπουμ να παρουσιάσει) και οι Madrugada, που πολύ αμφιβάλλω αν θα ξαναδούμε κιόλας (πέρσι ήρθαν για πρώτη φορά χωρίς τον μεγάλο και παντοτινό πια απόντα Robert Buras και η διαφορά ήταν τεράστια… Από του χρόνου και βλέπουμε). Α, ξέχασα και τους Ten Years After. Με αφορμή ένα διαφημιστικό. Μάλιστα. «…Ελάτε στην Ελλάδα, έχει γίνει χαμός με ένα τραγούδι σας σε μια διαφήμιση…». Και χωρίς τον βασικό τους συνθέτη και εκτελεστή που έχει αποχωρήσει εδώ και πέντε χρόνια, τον Alvin Lee! Και κάπως έτσι μας έχουν πάρει όλοι αυτοί χαμπάρι, και καλά κάνουν. Δεν φταίνε αυτοί, εμείς φταίμε!

Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο. Μέσα σε ένα μόλις μήνα (τον επόμενο), τη χώρα μας θα επισκεφθούν τέσσερα νέα σχήματα, που στις χώρες τους ήδη κάνουν σημαντική πορεία, δίνουν το ένα live πίσω απ’ το άλλο, σαπορτάροντας σημαντικά σχήματα και σε φεστιβάλ όπως το Glastonbury. Νέα απ’ όλες τις απόψεις σχήματα, που όχι απλά δεν είναι ακόμα στην ακμή τους, όχι απλά δεν έχουν χορτάσει αναγνώριση, βραβεία, γεμάτα στάδια και λεφτά, αλλά που τώρα ξεκινάνε με τα δυο να μετράνε μόλις από δυο άλμπουμ, το ένα με τον πρώτο του δίσκο στις αποσκευές, ενώ το πρώτο άλμπουμ του ενός αναμένεται τον άλλο μήνα! Τέσσερα σοβαρά σχήματα που θα απασχολήσουν για πολλά χρόνια τον χώρο, έρχονται στη χώρα μας για live όντας μόλις στα πρώτα τους βήματα. Και ο λόγος για τους (με ημερολογιακή σειρά εμφάνισης):


The Horrors: Η παρέα από την Αγγλία φλερτάρει επικίνδυνα με το garage, αλλά αδύνατον να βγάλει από μέσα της μεγάλες επιρροές του νησιού της. Οι Joy Division και οι Jesus and Mary Chain κυλάνε στο αίμα τους εις ποσότητες. Στις 10 Ιουνίου θα προσπαθήσουν με τον δικό τους τρόπο να μας τα ξεμπερδέψουν στο Gagarin, παρουσιάζοντας και το φετινό όμορφο άλμπουμ τους (δεύτερο συνολικά), το «Primary Colours».



Florence And The Machine: Το stage name της 22χρονης Λονδρέζας Florence Welch και με τον όρο «The Machine» να αφορά την μπάντα που την συνοδεύει, χωρίς ακόμα να έχει κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ «Lungs» (αναμένεται εντός του Ιουνίου) και με δυο singles, έχει ανοίξει ήδη τον κρατήρα της στην Μ. Βρετανία. Folk και Indie σε ένα μίξερ. Ναι, μπορεί να είναι πολύ νωρίς ακόμα για τέτοιους χαρακτηρισμούς, αλλά πειράζει να πάμε να το διαπιστώσουμε από κοντά; Στο Synch Festival στο Γκάζι, 12 Ιουνίου.

The Pains Of Being Pure At Heart: Εμπνευσμένο και συναισθηματικό το όνομα τούτων των Αμερικανών. Το ίδιο και η μουσική τους. Ολική επαναφορά του ρυθμού των Smiths και του βόμβου των Jesus and Mary Chain, και όλα αυτά υπό τις όμορφες μελωδικές γραμμές των φωνητικών. Στις 15 Ιουνίου στο Gagarin θα μας παρουσιάσουν τον πρόσφατα εκδοθέντα ομώνυμο πρώτο τους δίσκο, με άνοιγμα της συναυλίας από τους δικούς μας (εκ Πατρών) πολύ καλούς Flakes.

Silversun Pickups: Τα είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, και γι’ αυτούς και για το ζωσμένο με δυναμίτη νέο άλμπουμ τους, το «Swoon». 24 Ιουνίου στο Gagarin.

Η μόνιμη και εκνευριστική τάση για νοσταλγία και η αποφυγή δοκιμής πραγματικά εναλλακτικών και καινούργιων πραγμάτων με ταυτόχρονο «βίδωμα» στα παλιά, γνωστά και εγγυημένα, έχει πια ποτίσει το DNA του Έλληνα. Κάντε απλά σε φίλους σας που δεν ασχολούνται και φοβερά με το σπορ, αλλά που προτίθενται να πάνε έστω και σε ένα live φέτος το καλοκαίρι, το εξής γκάλοπ: «Σου δίνω δωρεάν εισιτήριο και όλο το χρόνο που θες να πας σε ένα live. Την ίδια μέρα παίζουν οι Scorpions, και ταυτόχρονα σε άλλο μέρος οι Florence and the Machine, νέα εξαιρετική καλλιτέχνιδα που… κλπ κλπ… Σε ποιο απ’ τα δυο θα πας;»…

Σαν να μην έφτανε αυτή η προσκόλληση σε δεινοσαυρικά φαινόμενα, έρχεται στα καπάκια και η υποτιθέμενη «ψαγμένη» εναλλακτική πρόταση, με πανάκριβο αντίτιμο. Ενδεικτικά αναφέρω τον απίστευτα υπερεκτιμημένο Anthony (and the Johnsons) με ένα τραγικό νέο άλμπουμ, αλλά και με 80 ευρώ στο Badminton (μιλάμε για αλητεία πια), οι James με ένα επίσης κακό περσινό άλμπουμ με 50 ευρώ στη Θεσσαλονίκη (έμαθα ότι ήταν και sold out και για αυτό παίξαν και δεύτερη μέρα!!!), και για 58η φορά τα ίδια και τα ίδια ακριβώς από τους Ισπανούς Ojos de Brujo, έτσι για να πιάσουμε και άλλα στερεώματα!

Τα εισιτήρια είναι σχετικά ακριβά για όλους μας, και ο χρόνος δεν περισσεύει. Ας μην τα χαραμίσουμε για να θυμηθούμε την πενταήμερή μας για 567η φορά, ούτε τα πρώτα μας βήματα στην κιθάρα σαν έφηβοι. Αυτά τα κάνουμε και στο σπίτι. Ή τουλάχιστον, όχι ΜΟΝΟ γι’ αυτά! Αλλιώς, μην ξαναγκρινιάξουμε ότι «έρχονται όλο παππούδες να κολλήσουν ένσημα, αλλά ας πάμε μωρέ, μια χαρά το δουλεύουν ακόμα οι παππούδες, και πού να πας…;». Έρχονται νέα, όμορφα και σημαντικά σχήματα στο ξεκίνημά τους, που πραγματικά θέλουν (και) εμάς για να ξεκινήσουν. Ας τους στηρίξουμε, ας ξεκολλήσουμε από το κεφάλι μας τα «30 εγγυημένα χιτ», ας θεωρήσουμε ότι βλέπουμε τους παλιούς, μεγάλους αγαπημένους μας στο ξεκίνημά τους, και ας αποδειχθεί λάθος. Θεωρώ ότι είναι προτιμότερο.

Και κάτι τελευταίο: Μόνο έτσι καλώς ή κακώς, θα μπει κάποτε η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό συναυλιακό χάρτη, θα μας υπολογίζουν, και τα φεστιβάλ θα γίνουν δυνατά και πρώτης προτίμησης από τους καλλιτέχνες, και κατ’ επέκταση από τον κόσμο. Αν δεν το καταλάβουμε, απλά θα είμαστε πάντα το συναυλιακό γηροκομείο, και με δάκρυα στα μάτια θα τραγουδάμε το «Holiday», αλλά και το ασφαλές καταφύγιο διαφόρων τάχα «παγκόσμιων» καλλιτεχνών, που στη χώρα τους τραγουδάνε για 10 δολάρια και εδώ αξιώνουν 90 ευρώ!


ΣΗΜ1: Σίγουρα έρχονται κι άλλα ονόματα που ανήκουν και στις δυο κατηγορίες που περιγράφω, απλά στον βαθμό που μπορώ να ενημερώνομαι, γι’ αυτά μπορώ να μιλήσω. Άλλωστε τα αναφέρω ενδεικτικά και σαν περιπτώσεις και κατηγορίες.

ΣΗΜ2: Το παρόν ποστ δεν αποτελεί συναυλιακό οδηγό του φετινού καλοκαιριού. Έρχονται κι άλλα σημαντικά σχήματα σε διάφορες διοργανώσεις, όπως οι Killers, οι Pixies, οι Editors. Απλά έπιασα τα δυο άκρα, θεωρώντας ότι ενίοτε η υπερβολή είναι μια πολύ καλή λύση απεικόνισης της πραγματικότητας.

ΣΗΜ3: Τρεις ακόμα αναμενόμενες συναυλίες, που δεν ανήκουν σε καμία προαναφερθείσα κατηγορία. Η Loreena Mc Kennitt στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα, στις 10 Ιουνίου. Στον ίδιο, μοναδικό χώρο, στις 20 Ιουλίου για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι ΝΙИ (Nine Inch Nails) μαζί με τους Jane’s Addiction. Το Φεστιβάλ Δήμου Βύρωνα μόνο ανεβαίνει! Και δυο μέρες αργότερα, στο Κηποθέατρο Παπάγου, οι Mercury Rev για ένα ακόμα παραμυθένιο ταξίδι, τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία τους επίσκεψη.




18 Μαΐ 2009

Silversun Pickups - 2009 - Swoon


Φαίνεται ότι σκηνικά και γεγονότα σαν τα παραπάνω που με οδήγησαν στην προηγούμενη ανάρτηση, δεν έχουν τελειώσει ακόμα μαζί μου. Και τώρα που το καλοσκέφτομαι ποτέ δεν είχαν τελειώσει μαζί μου, ή καλύτερα πάντα είχαν να κάνουν μαζί μου. Από εκείνες τις στιγμές που βρίσκεσαι εν μέσω απίθανων συμπτώσεων και αναρρωτιέσαι ποιος ταλαντούχος σκηνοθέτης κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Ακολουθώντας βέβαια σχεδόν πάντα αυτά που «υπαγόρευαν», ενίοτε ανακάλυπτα ότι δεν κατέληγαν και σε τίποτα φοβερό, απλά όλο το θέμα ήταν όταν ανακάλυπτα τις συμπτώσεις. Τον αόρατο σκηνοθέτη δηλαδή δεν τον ενδιέφερε τόσο ο προορισμός, όσο το ταξίδι. Στην τωρινή περίπτωση όμως μάλλον είπε να δώσει και λίγη σημασία στον προορισμό, να μου μείνει και κάτι από την «ταλαιπωρία» που θα με υποβάλλει ακολουθώντας τον κατά γράμμα. Στην ανακάλυψη μιας νέας, εκπληκτικής μπάντας.

Κατά τη διάρκεια μιας καθιερωμένης δικτυακής βόλτας σε κάποια (συγκεκριμένα πια) μουσικά sites, πέφτω πάνω σε ένα σχόλιο μιας Ελληνίδας που ζει στο Λονδίνο, η οποία έγραφε για ένα live που παρακολούθησε μιας μπάντας ονόματι Silversun Pickups, και μάλιστα δίνοντας έμφαση σε πολλά τεχνικά ζητήματα χωρίς επίδειξη και ανακρίβειες, θέμα που με έκανε να πιστέψω ότι ήξερε τι έβλεπε και γιατί πήγε εκεί. Αρχίζω να ψάχνω και να διαβάζω για την άγνωστη σε μένα μπάντα, πέφτοντας μάλιστα και στην πληροφορία ότι 24 Ιουνίου παίζουν εδώ, στο Gagarin! Το ίδιο βράδυ λαμβάνω ένα e-mail (από άγνωστο σε μένα αποστολέα, δεν θα αποκαλύψω το όνομά του καθώς έχω μια υποψία ότι είναι blogger ή τουλάχιστον συχνός αναγνώστης blogs), με το οποίο ο αποστολέας με ενημέρωνε για το live αυτό, επισυνάπτοντάς μου και μερικά στοιχεία για την μπάντα και για αυτόν τον νέο τους (δεύτερο) δίσκο (εξώφυλλο, αφίσα, κλπ κλπ). Έτσι απλά, απ’ το πουθενά (ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα)!!!

Όπως είναι αντιληπτό λοιπόν, καθώς μέχρι πριν μερικές μέρες αγνοούσα την ύπαρξη των Silversun Pickups, η παρουσίαση του φανταστικού άλμπουμ τους δεν θα κινηθεί σε μοτίβο όπως άλλες προηγούμενες, περισσότερο γίνεται για να σας τους συστήσω και να σας παρακινήσω να τους ψάξετε, γιατί αξίζει τον κόπο και αυτό το πράγμα δεν θυμάμαι να το εννοώ τόσο πολύ ποτέ όσο καιρό διατηρώ το ιστολόγιο τούτο!

Με επαναλαμβανόμενα, ευφυέστατα ριφς μπάσου και κιθάρας αλα Sonic Youth και τα φρενήρη γκάζια των Smashing Pumpkins, το παραμάζωμα και την σκοτεινιά των Puressence, αιώνες πιο μπροστά από τους Placebo, με την λιτότητα των Editors, την σαφήνεια και περιεκτικότητα των Porcupine Tree, την παράνοια και τρομακτικότητα των Kevin Tihista’s Red Terror, οι εξ Αμερικής Silversun Pickups έρχονται στο κλείσιμο της δεκαετίας με το «Swoon», να πουν κατά κάποιον τρόπο ότι έχασαν μεν τα χρυσά χρόνια της indie, αλλά ότι δεν τρέχει και τίποτα, και να γιατί! Με άλλα λόγια, «αργήσαμε ίσως λίγο, αλλά πείτε μας ειλικρινά: θα είναι ίδια η indie μετά από αυτόν τον δίσκο;»... Δεν ξέρω αν θα είναι, είμαι όμως σίγουρος ότι δεν πρέπει να είναι.

Σε πρώτη φάση έπρεπε να ξεκολλήσω το player από τα μοναδικά «It’s nice to know you work alone» και «Sort of» (τα ακούμε δίπλα), που πιστοποιεί και το σχόλιο της κοπέλας που αναφέρω πιο πάνω, ότι «... ο drummer πρέπει να είναι εξωγήινος...». Αρχίζουν καταιγιστικά το άλμπουμ με το (αυτό κι αν είναι προφητικό) «There’s no secrets this year», αρκετό για να καταλάβει κανείς τι τον περιμένει στη συνέχεια. Κλασικό πρώτο τραγούδι τύπου με-αυτό-το-άλμπουμ-θα-έχουμε-θέμα. Ακολουθεί το «The royal we», με ένα τσέλο και ένα βιολί να εξισορροπούν τον υπόλοιπο παικτικό πυρετό, και μια βαθειά ανάσα στο break που ακούγεται μόνο το μπασάκι. Το reverb των φωνητικών σε συνδυασμό με το μπάσο στο «Growing old is getting old» δίνει μια θεοσκότεινη dance ατμόσφαιρα (ακούγεται δίπλα), ενώ στη συνέχεια έρχεται το «It’s nice to know you work alone» για το οποίο τα είπαμε!

Ανοίγουν τον διακόπτη του πανικού με το «Panic switch» με αυτό που μόλις έγραψα να (μου) τα λέει όλα, ενώ ρίχνουν όπως πρέπει τους ρυθμούς στο «Draining» με το αινιγματικό ριφ της κιθάρας και τα τύμπανα να κεντάνε. Και ύστερα ήρθε το «Sort of», που επίσης τα είπαμε, και κατόπιν το εισαγωγικά εντελώς Sonic Youth «Substitution», ενώ με το πανέμορφο «Catch and release» και μια ανάσα πριν το τέλος δείχνουν και τις μελωδικές τους ικανότητες. Και τέλος (συνδυάζεται ωραία με δυνατό κλείσιμο της πόρτας του studio μετά τα όσα προηγήθηκαν) με το «Surrounded (or spiraling)».

Κάτι που έχω παρατηρήσει εδώ και αρκετά χρόνια στον εαυτό μου, είναι ότι όταν από κάποιο άλμπουμ μου αρέσουν πολύ πάνω απο τα μισά τραγούδια, το άλμπουμ είναι «δισκάρα». Και κάπως έτσι πρέπει να είναι και γενικώς. Εδώ λέμε συμπαθητικό ή καλό ένα άλμπουμ με 3-4 ωραία τραγούδια σε σύνολο 11 ή 12. Σε αυτό το άλμπουμ των 10 tracks, μου άρεσαν πολύ τουλάχιστον 7 κομμάτια, και τα υπόλοιπα τουλάχιστον ακούγονταν (μάλλον ακούγονται, δεν έχει σταματήσει να παίζει εδώ) ευχάριστα και λίγα λέω. Με άλλα λόγια, μέχρι στιγμής και για φέτος τουλάχιστον, το «Swoon» των Silversun Pickups είναι με άνεση ό,τι καλύτερο έχω ακούσει!

Α! Και μην ξεχνίομαστε, στις 24 του Ιουνίου και ημέρα Τετάρτη, εγώ θα είμαι στο Gagarin. Όποιος πείστηκε και θέλει / μπορεί, να έρθει να με βρει. Θα είμαι εκείνος που θα δείχνουν όλοι ως τον γραφικό που έχει πάρει τ’ αυτιά όλων διαφημίζοντας τους Silversun Pickups...




12 Μαΐ 2009

Robert Johnson - Crossroads


Είναι φορές που ακόμα και ένας εκνευριστικά ορθολογιστής άνθρωπος σαν κι εμένα δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει ότι κάποια πράγματα και μάλιστα απανωτά, δεν γίνονται τυχαία. Κυριακή βράδυ και υπό την σκέπη ενός απερίγραπτου φεγγαριού, με τη θάλασσα σχεδόν στάσιμη, γύρω στις 22:00, στο λιμάνι του Πειραιά, σταματημένος με alarm και σβηστά φώτα να περιμένω το πλοίο με το οποίο θα ερχόταν ένας αγαπημένος φίλος. Περίμενα συνοδεία μοναδικής μουσικής, ακούγοντας την εξαιρετική εκπομπή «Inner city blues» του Θανάση Μήνα στο Κόκκινο 105,5. Howlin’ Wolf, Muddy Waters, Nina Simone, Robert Johnson…


Ώρες αργότερα και αφού προηγήθηκε μια μπυροποσία των τρεισήμισι περίπου ωρών, προχωρήσαμε σε μια αγαπημένη μας διαδικασία, την ανταλλαγή μουσικής. Μέσα σε αυτά που μου έδωσε ήταν και 15 τραγούδια του Robert Johnson… Όλα τα παραπάνω ήταν αρκετά για να προχωρήσω σ’ αυτή την ανάρτηση, με όσα ήξερα από πριν για μια από τις πιο μυθικές μορφές της μουσικής, αλλά και όσα ανταλλάξαμε με τον φίλο μου, πράγματα που είχαμε ακούσει, διαβάσει, ιστορίες και δοξασίες από στόμα σε στόμα…


Ο Robert Johnson παίρνει μια νύχτα την κιθάρα του, βγαίνει για έναν περίπατο, και σε ένα σταυροδρόμι (crossroad, λέξη συνώνυμη πια με εκείνον) τα μεσάνυχτα, στη μέση του πουθενά συναντά έναν μεγαλόσωμο, μαύρο άντρα. Ήταν ο διάβολος. Του παίρνει την κιθάρα, την κουρδίζει, και παίζει μερικά τραγούδια. Έπειτα την δίνει πίσω στον Johnson, και μαζί με την κιθάρα του δίνει και το χάρισμα του παιξίματός της. Κάπως έτσι λέει ο μύθος ότι ο Robert Johnson, ο μεγαλύτερος bluesman που υπήρξε ποτέ, πούλησε την ψυχή του στον διάβολο, με αντάλλαγμα την μοναδική του, αμίμητη ικανότητα να παίζει και να γράφει τραγούδια. Πολλές φορές και ο ίδιος ανέφερε ότι όντως έχει πουλήσει την ψυχή του στον διάβολο, φυσικά αστειευόμενος (;)…


29 τραγούδια, επίσημα αναγνωρισμένα και ηχογραφημένα. Η φήμη ότι έγραψε ένα ακόμα που δεν ηχογράφησε ποτέ, ακόμα ζει. Το χαμένο τραγούδι του R. Johnson. «Crossroads» και «Searching for Robert Johnson» μερικοί τίτλοι ταινιών και βιβλίων που έγιναν, στηριζόμενα στην μυθολογία γύρω από την ύπαρξή του και το έργο του. Νο 5 στη λίστα του περιοδικού The Rolling Stone Magazine με τους 100 καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών. Η επιρροή που άσκησε ήταν τεράστια. Jimmy Page, Jeff Beck, Keith Richards, Jimi Hendrix, Eric Clapton, που κατά δήλωσή του «The most important bluesman ever lived. Without Robert Johnson, none of us would ever exist…». Ο μακαρίτης Brian Jones, αρχικός κιθαρίστας των Rolling Stones (που βρέθηκε νεκρός στην πισίνα του), θα καλέσει τον Keith Richards να του βάλει να ακούσει Robert Johnson. Ο Keith θα πει: «Fuckin’ great! Who’s the other guy playing guitar…?»



Ο Robert Johnson σε δυο χρόνια από φέτος που θα συμπληρώνονται 100 από τη γέννησή του, θα βραβευτεί για την προσφορά του στη μουσική και για την τεράστια συμβολή του στη διαμόρφωση της αμερικάνικης κουλτούρας. Θα του δοθεί ο τίτλος του επίτιμου καθηγητή Πανεπιστημίου του New Orleans στο τμήμα των μουσικών σπουδών, εκεί, στο δέλτα του Μισσισσιππή, του οποίου ακόμα λογίζεται ως βασιλιάς (The Delta King). Ψέματα!



Ο Robert Johnson θα βγει με τους φίλους του μουσικούς σε ένα σκοτεινό, γεμάτο καπνούς μπαρ του Memphis. Θα «παίξει» με μια κοπέλα απέναντι. Θα την καλέσει για χορό. Η παρέα της θα στραβώσει. Πολύ. Η κοπέλα ήταν παντρεμένη. Σε λίγη ώρα θα έρθει σε εκείνον και την παρέα του κέρασμα ένα μπουκάλι Jack Daniels. Οι φίλοι του θα τον αποτρέψουν από το να πιεί από το μπουκάλι εκείνο, ήταν ασφράγιστο. Εκείνος όμως δεν θα τους ακούσει. Απαντά «…ποτέ δεν αφήνω απ’ τα χέρια μου ένα μπουκάλι που έχω πιάσει…». Σε λίγες ώρες βρίσκεται νεκρός από δηλητηρίαση. Ήταν 16 Αυγούστου του 1938, και εκείνος 27 ετών! Έτσι λέει η επικρατέστερη εκδοχή του θανάτου του από την απίστευτη μυθολογία που εκτός από τη ζωή του και τη μουσική του, περιβάλλει και τον θάνατό του, ακόμα και την ταφή του με τις τρεις ταφόπλακες σε διαφορετικά σημεία…




ΣΗΜ1: Ακούγονται τα:
- «Preaching blues» του Robert Johnson από τον ίδιο.
- «When you got a good friend» του Robert Johnson από τον ίδιο.
- «When you got a good friend» του Robert Johnson από τον Eric Clapton, μέσα από το εξαιρετικό άλμπουμ του «Me and Mr. Johnson» του 2004, όπου διασκευάζει μόνο τραγούδια του Robert Johnson. Αφιερωμένα και τα δυο στον δικό μου good friend για τη συμβολή του στην παρούσα ανάρτηση.




ΣΗΜ2: Η φωτογραφία του Robert Johnson είναι η μια από τις συνολικά δύο που υπάρχουν στη δημοσιότητα…




8 Μαΐ 2009

Neil Young - 2009 - Fork in the road, Bob Dylan - 2009 - Together through life

Έλλειψη χρόνου, κούραση ψυχολογική κυρίως, διάφορες προτεραιότητες και αρκετά μεζεμένα νέα άλμπουμ οδηγούν σε αυτήν την 2 – σε – 1 παράθεση των απόψεών μου για δυο δουλειές. Δυο δουλειές που δηλώνουν την διαφορετικότητα (και κυρίως της διατήρησής της) των δημιουργών τους, δυο ογκόλιθων του rock ‘n’ roll, και ταυτόχρονα τους λόγους που διαφέρουν, που τους λατρέψαμε, που τους λατρεύουμε και που συνεχίζουν ακόμα, ενώ ο καθένας τους τελειώνει την στροφή του δρόμου που οδηγεί στα 70. Που εδώ και μερικά χρόνια κάθε δουλειά που κυκλοφορούν θα μπορούσε να είναι η τελευταία τους, αλλά αυτοί ευτυχώς και συνεχώς μας διαψεύδουν!



Neil Young – 2009 – Fork in the road

Ένας απ’ τους δυο μας είναι λίγο κουρασμένος. Εννοώ ότι είτε τα αυτιά μου, είτε τα χέρια, χορδές, μυαλό του. Κάτι που δεν διαφέρει από αυτό που του συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, με μια υποψία εξαίρεσης το προπέρσινο «Chrome dreams II». Ο Young συνέχισε τη χρήση ακατέργαστων σχεδόν μουσικών οργάνων και ήχων, και ένα αρκετά διαφορετικό σημαντικό στοιχείο είναι ότι μετά από πολλά χρόνια σε δίσκο του απουσιάζουν τα 8λεπτα, 12λεπτα, 18λεπτα, ν-λεπτα κομμάτια. Όπως είπε και ένας πολύ καλός φίλος κατά μια προσφιλή μας συνήθεια (τον σχολιασμό – παράθεση απόψεων – ενίοτε δημιουργία «καβγά» και σιωπής για κανά πεντάρι λεπτά), «ο παππούς έκοψε φιλετάκια»! Κάποια φωνητικά που... χιπχοπίζουν στο «Cough up the bucks» προς στιγμή φαντάζουν ως «καινοτομία» (έννοια για την οποία διψάς όταν ακούς Young), αλλά τελικά όχι και σπουδαία πράγματα. Η φωνή που στοιχειώνει είναι εν έτει 2009 ίδια με εκείνη που πολλές δεκαετίες πριν διαπερνούσε τα κρανία από το ένα αυτί στο άλλο. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με τα τραγούδια του εν έτει 2009. Θα μπορούσαν άνετα να είναι συνθέσεις του μυθικού «Harvest».

Προσωπικά ξεχώρισα και μου άρεσαν πολύ (σε σχέση πάντα με τα υπόλοιπα) το «Just singing a song» (το ακούμε πρώτο), με τα αιώνια 4/4 του Young να σε κάνει πάντα να νομίζεις ότι αυτός ο ρυθμός στο rock ‘n’ roll είναι δικό του παιδί, το αυθεντικό blues rock «Get behind the wheel», ενώ ξαναλάτρεψα την αιώνια κιθάρα του στο «Hit the road». Α, και το πανέμορφο ακουστικό «Light a candle» (το ακούμε δεύτερο).




Bob Dylan – 2009 – Together through life

Το 2006 το είχε δηλώσει καθαρά με τον τίτλο του τότε δίσκου του: «Modern Times». Όπως και έγινε. Δεν φαίνεται διατεθιμένος να αφήσει τον νέο αιώνα (τουλάχιστον την αρχή του) να περάσει έτσι. Κρίνει ότι τώρα έφτασε η ώρα για κάτι τέτοιο; Ξαναερωτεύτηκε τα blues; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε (πιθανόν ούτε αυτός να μην μπορεί), αλλά δεν θέλουμε κιόλας, και καλά θα κάνει η κατάσταση να παραμείνει έτσι αν είναι να βγάζει τέτοια άλμπουμ!

Με το από νωρίς διαρρεύσαν «Beyond here lies nothing» (το ακούμε τρίτο) πήραμε το μήνυμα με μεγάλη άνεση: Τα πράγματα ΚΑΙ φέτος που ο Bob κυκλοφορεί νέο άλμπουμ θα είναι πολύ σοβαρά. Ένα απίστευτο φλερτ με τα blues, προκλητικό, απλό, δωρικό, ερωτικό, ξεσηκωτικό και με ένα ακορνετόν να παίζει το θέμα του κομματιού σαν σωστό τρένο! Το μοτίβο του δίσκου, αν και ο ίδιος ο Dylan έχει πάρει σαφή πορεία πλέον, είναι διαφοροποιημένο ακόμα και από το Modern Times, πόσο μάλλον από παλιότερες δουλειές. Μια ανθοδέσμη με ώριμα blues, γλυκές έως αφελείς καλοκαιρινές μπαλάντες, όμορφα folk ρυθμικά, και εν δυνάμει «κολλητικές» κινηματογραφικές υποκρούσεις. Εκτός από το προαναφερθέν τραγούδι, ξεχάστηκα με τα «My wife’s home town» (το ακούμε τέταρτο) και «Shake shake mama».


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


Δυο τεράστιοι δημιουργοί που η παγκόσμια μουσική οφείλει σ’ αυτούς όσα σε ελάχιστους άλλους, και ειδικά εν ζωή και εν ενεργεία. Δυο μουσικοί που η δισκογραφία και των δυο μαζί εδώ και κοντά 50 χρόνια (με τις καλές και τις λιγότερο καλές στιγμές τους πάντα, θα ήταν αδύνατον το αντίθετο) έχει σε έναν βαθμό «γεννήσει» των υπολοίπων.

Και ερωτά ο δικηγόρος του διαβόλου: Ο Dylan θυμήθηκε μετά από αμέτρητα άλμπουμ να δοκιμάσει νέα πράγματα λες και έχει τον καιρό μπροστά του; Ο Young απλά βρίσκει στα συρτάρια του τραγούδια που είχαν παραπέσει, τα έψαχνε επί μια τριακονταετία, πού και πού βρίσκει κανένα και κάθε δυο χρόνια μας τα πασάρει;

Δεν ξέρω αν ο καθένας τους διαλέγει τον τρόπο που βαθμιαία αποχωρεί, ό,τι από τα παραπάνω όμως και να ισχύει, την πολυτέλεια και το δικαίωμα αυτό το σίγουρο είναι ότι τα έχουν κερδίσει με την μέχρι τώρα πορεία και προσφορά τους. Και όχι απλά τα έχουν κερδίσει, (πρέπει να) κάνουν όλοι στην άκρη ώστε να κάνουν χρήση αυτών. Τους το χρωστάμε και τους το χρωστάνε!