Επειδή είναι η μεγαλύτερη μπάντα που έβγαλε και θα βγάλει ποτέ η χώρα μας, και από τις μεγαλύτερες που υπήρξαν ποτέ. Για τους στίχους και τις απαγγελίες του Γιάννη Αγγελάκα, τα καθηλωτικά τύμπανα του Γιώργου Τόλιου, τις ξερές, κοφτερές μπασογραμμές του Γιώργου Καρρά και τις εκτυφλωτικές δισολίες του Ασκληπιού Ζαμπέτα και του Μπάμπη Παπαδόπουλου.
Απόψε βλέπω καθαρά τους γρίφους και τις λύσεις, στάθηκαν πλάι μου υπάκουα σκυλιά όλες οι απαντήσεις, καθώς υπάρχουν ξυράφια που φοβούνται το αίμα, καράβια αλλεργικά στο νερό, παιδιά που σιχαίνονται τα παιχνίδια, μπαλαρίνες που μισούν το χορό, εραστές που φοβούνται το θάνατο, υπάρχω κι εγώ, υπάρχω κι εγώ…
Δεν ξεσηκώ
νομαι, δεν ψάχνω, δεν ξεσπάω, μαθαίνω να ζω χωρίς εμένα, κι είμαι στριμωγμένος ανάμεσα σε ψέματα και τοίχους, υγραίνοντας την βραδινή μας πλάνη, καθώς αγγίζω το πιο όμορφο ψέμα. Γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της, και οι δράκοι της γης με χνώτα κρύα, βαλσαμωμένοι εκ γενετής, στην πλάτη του θάνατου, γεμάτη αγάπη, γεμάτη σπυριά, η αυτοκρατορία των ανάπηρων…
Δώσ’ μου λίγη ακόμα αγάπη, λίγη ακόμα αγάπη, υπάρχει κάτι που θ’ άξιζε να ζήσω ή να πεθάνω γι’ αυτό, υπάρχει αγάπη, υπήρχε από πάντα, σαν τότε που μας τρόμαζε το ήσυχο φεγγάρι, σαν τότε που ματώναμε μαζί, ερωτευμένοι σχιζοφρενείς, αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη. Μπορεί να μ’ έχεις από κάτω, να μου πετάς τα πιο ωραία σου κουρέλια, μ’ ένα ζευγάρ
ι λασπωμένες μπότες σάλταρα πάνω απ’ τη χλωμή μο
υ μοίρα. Κάτω απ’ τα πόδια μου οι δρόμοι καίγονται, νιώθω σαν ξένος στην πιο ξένη ερημιά, κι ακούω τις γέφυρες που πίσω μου γκρεμίζονται, μα δεν με νοιάζει αν θα γυρίσω πίσω πια…
Αν δε χωράς μέσα σε μια άδεια πατρίδα, αν δε σου φτάνει μια σκληρή προσευχή, δε χωράς πουθενά, κράτα το σόου μαϊμού, κράτα το σόου, μέσα μας όμορφα οι στριγγλιές σου ηχούν. Στη δροσιά μιας αναπάντεχης, πολύχρωμης βροχής, κάτω απ’ το φως του διαλυμένου φεγγαριού, φόβοι και ψίθυροι για ανώμαλη προσγείωση! Άχαρη μέρα μη σταματάς να μας δαγκώνεις, να μας πονάς…
Όταν κρυώνω κι αρρωσταίνω ψάχνω εσένα, θα ‘θελα να ‘μουν ο πιο κακός σου γιος, αναρωτιέμαι τι δεν πήγε καλά με μάτια σκυμμένα στο χώμα, γύρω μου το τζάμι έχει σπάσει, κι έχω μείνει με το βλέμμα καρφωμένο, όπως εκείνο το τρένο που έβλεπε τα άλλα τρένα να περνούν, στο μπλουτζίν που θέλεις να αγοράσεις, και κάνα τζιν στο μπαρ να με κεράσεις, θα δώσω γρήγορα τα νοίκια που χρωστάω, κι ώσπου να πιάσω την καλή
θα σ’ αγαπάω…
Γίνομαι άντρας λοιπόν, γίνομαι άντρας σκάβοντας το λάκκο μου, όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας, στην τροχιά των χαμένων, εδώ, εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές, εδώ το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ’ το χθες. Είναι ωραία στον παράδεισο, με τα κανονικά παιδιά, που γεννιούνται κανονικά, πεθαίνουν κανονικά, με τους δράκους της γης. Φιμώνω τοίχους, ταΐζω μηχανές, για την καρδιά ενός κτήνους
καταπίνω φωτιές, όμως πληρώνομαι γι’ αυτό, πληρώνομαι…
Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό, ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι, πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι; Περιφέρομαι από πόλη σε πόλη μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Βερολίνο, η δικιά σου κοντινή Αμερική, πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, κι ακούω την αγάπη, ακούω την αγάπη, και δεν ακούω τις σκέψεις μου, κι εκείνη ανήμπορη να με γραπώσει, μ’ έβριζε κι έσκουζε σαν γερασμένη σκύλα…
Μα εγώ δεν έχω άλλη ελπίδα έξω από ‘σένα, κι ακολουθώ την κάθε σου πατημασιά. Μα εγώ δεν έχω άλλη ελπίδα έξω από ‘σένα, τσακισμένη χαρά…
Απόψε βλέπω καθαρά τους γρίφους και τις λύσεις, στάθηκαν πλάι μου υπάκουα σκυλιά όλες οι απαντήσεις, καθώς υπάρχουν ξυράφια που φοβούνται το αίμα, καράβια αλλεργικά στο νερό, παιδιά που σιχαίνονται τα παιχνίδια, μπαλαρίνες που μισούν το χορό, εραστές που φοβούνται το θάνατο, υπάρχω κι εγώ, υπάρχω κι εγώ…Δεν ξεσηκώ
νομαι, δεν ψάχνω, δεν ξεσπάω, μαθαίνω να ζω χωρίς εμένα, κι είμαι στριμωγμένος ανάμεσα σε ψέματα και τοίχους, υγραίνοντας την βραδινή μας πλάνη, καθώς αγγίζω το πιο όμορφο ψέμα. Γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της, και οι δράκοι της γης με χνώτα κρύα, βαλσαμωμένοι εκ γενετής, στην πλάτη του θάνατου, γεμάτη αγάπη, γεμάτη σπυριά, η αυτοκρατορία των ανάπηρων…Δώσ’ μου λίγη ακόμα αγάπη, λίγη ακόμα αγάπη, υπάρχει κάτι που θ’ άξιζε να ζήσω ή να πεθάνω γι’ αυτό, υπάρχει αγάπη, υπήρχε από πάντα, σαν τότε που μας τρόμαζε το ήσυχο φεγγάρι, σαν τότε που ματώναμε μαζί, ερωτευμένοι σχιζοφρενείς, αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη. Μπορεί να μ’ έχεις από κάτω, να μου πετάς τα πιο ωραία σου κουρέλια, μ’ ένα ζευγάρ
ι λασπωμένες μπότες σάλταρα πάνω απ’ τη χλωμή μο
υ μοίρα. Κάτω απ’ τα πόδια μου οι δρόμοι καίγονται, νιώθω σαν ξένος στην πιο ξένη ερημιά, κι ακούω τις γέφυρες που πίσω μου γκρεμίζονται, μα δεν με νοιάζει αν θα γυρίσω πίσω πια…Αν δε χωράς μέσα σε μια άδεια πατρίδα, αν δε σου φτάνει μια σκληρή προσευχή, δε χωράς πουθενά, κράτα το σόου μαϊμού, κράτα το σόου, μέσα μας όμορφα οι στριγγλιές σου ηχούν. Στη δροσιά μιας αναπάντεχης, πολύχρωμης βροχής, κάτω απ’ το φως του διαλυμένου φεγγαριού, φόβοι και ψίθυροι για ανώμαλη προσγείωση! Άχαρη μέρα μη σταματάς να μας δαγκώνεις, να μας πονάς…
Όταν κρυώνω κι αρρωσταίνω ψάχνω εσένα, θα ‘θελα να ‘μουν ο πιο κακός σου γιος, αναρωτιέμαι τι δεν πήγε καλά με μάτια σκυμμένα στο χώμα, γύρω μου το τζάμι έχει σπάσει, κι έχω μείνει με το βλέμμα καρφωμένο, όπως εκείνο το τρένο που έβλεπε τα άλλα τρένα να περνούν, στο μπλουτζίν που θέλεις να αγοράσεις, και κάνα τζιν στο μπαρ να με κεράσεις, θα δώσω γρήγορα τα νοίκια που χρωστάω, κι ώσπου να πιάσω την καλή
θα σ’ αγαπάω…Γίνομαι άντρας λοιπόν, γίνομαι άντρας σκάβοντας το λάκκο μου, όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας, στην τροχιά των χαμένων, εδώ, εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές, εδώ το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ’ το χθες. Είναι ωραία στον παράδεισο, με τα κανονικά παιδιά, που γεννιούνται κανονικά, πεθαίνουν κανονικά, με τους δράκους της γης. Φιμώνω τοίχους, ταΐζω μηχανές, για την καρδιά ενός κτήνους
καταπίνω φωτιές, όμως πληρώνομαι γι’ αυτό, πληρώνομαι…Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό, ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι, πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι; Περιφέρομαι από πόλη σε πόλη μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Βερολίνο, η δικιά σου κοντινή Αμερική, πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, κι ακούω την αγάπη, ακούω την αγάπη, και δεν ακούω τις σκέψεις μου, κι εκείνη ανήμπορη να με γραπώσει, μ’ έβριζε κι έσκουζε σαν γερασμένη σκύλα…
Μα εγώ δεν έχω άλλη ελπίδα έξω από ‘σένα, κι ακολουθώ την κάθε σου πατημασιά. Μα εγώ δεν έχω άλλη ελπίδα έξω από ‘σένα, τσακισμένη χαρά…
















