28 Σεπ 2007

Τρύπες - Φιμώνω τοίχους, ταΐζω μηχανές...

Επειδή είναι η μεγαλύτερη μπάντα που έβγαλε και θα βγάλει ποτέ η χώρα μας, και από τις μεγαλύτερες που υπήρξαν ποτέ. Για τους στίχους και τις απαγγελίες του Γιάννη Αγγελάκα, τα καθηλωτικά τύμπανα του Γιώργου Τόλιου, τις ξερές, κοφτερές μπασογραμμές του Γιώργου Καρρά και τις εκτυφλωτικές δισολίες του Ασκληπιού Ζαμπέτα και του Μπάμπη Παπαδόπουλου.


Απόψε βλέπω καθαρά τους γρίφους και τις λύσεις, στάθηκαν πλάι μου υπάκουα σκυλιά όλες οι απαντήσεις, καθώς υπάρχουν ξυράφια που φοβούνται το αίμα, καράβια αλλεργικά στο νερό, παιδιά που σιχαίνονται τα παιχνίδια, μπαλαρίνες που μισούν το χορό, εραστές που φοβούνται το θάνατο, υπάρχω κι εγώ, υπάρχω κι εγώ…
Δεν ξεσηκώνομαι, δεν ψάχνω, δεν ξεσπάω, μαθαίνω να ζω χωρίς εμένα, κι είμαι στριμωγμένος ανάμεσα σε ψέματα και τοίχους, υγραίνοντας την βραδινή μας πλάνη, καθώς αγγίζω το πιο όμορφο ψέμα. Γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της, και οι δράκοι της γης με χνώτα κρύα, βαλσαμωμένοι εκ γενετής, στην πλάτη του θάνατου, γεμάτη αγάπη, γεμάτη σπυριά, η αυτοκρατορία των ανάπηρων…
Δώσ’ μου λίγη ακόμα αγάπη, λίγη ακόμα αγάπη, υπάρχει κάτι που θ’ άξιζε να ζήσω ή να πεθάνω γι’ αυτό, υπάρχει αγάπη, υπήρχε από πάντα, σαν τότε που μας τρόμαζε το ήσυχο φεγγάρι, σαν τότε που ματώναμε μαζί, ερωτευμένοι σχιζοφρενείς, αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη. Μπορεί να μ’ έχεις από κάτω, να μου πετάς τα πιο ωραία σου κουρέλια, μ’ ένα ζευγάρι λασπωμένες μπότες σάλταρα πάνω απ’ τη χλωμή μου μοίρα. Κάτω απ’ τα πόδια μου οι δρόμοι καίγονται, νιώθω σαν ξένος στην πιο ξένη ερημιά, κι ακούω τις γέφυρες που πίσω μου γκρεμίζονται, μα δεν με νοιάζει αν θα γυρίσω πίσω πια…
Αν δε χωράς μέσα σε μια άδεια πατρίδα, αν δε σου φτάνει μια σκληρή προσευχή, δε χωράς πουθενά, κράτα το σόου μαϊμού, κράτα το σόου, μέσα μας όμορφα οι στριγγλιές σου ηχούν. Στη δροσιά μιας αναπάντεχης, πολύχρωμης βροχής, κάτω απ’ το φως του διαλυμένου φεγγαριού, φόβοι και ψίθυροι για ανώμαλη προσγείωση! Άχαρη μέρα μη σταματάς να μας δαγκώνεις, να μας πονάς…
Όταν κρυώνω κι αρρωσταίνω ψάχνω εσένα, θα ‘θελα να ‘μουν ο πιο κακός σου γιος, αναρωτιέμαι τι δεν πήγε καλά με μάτια σκυμμένα στο χώμα, γύρω μου το τζάμι έχει σπάσει, κι έχω μείνει με το βλέμμα καρφωμένο, όπως εκείνο το τρένο που έβλεπε τα άλλα τρένα να περνούν, στο μπλουτζίν που θέλεις να αγοράσεις, και κάνα τζιν στο μπαρ να με κεράσεις, θα δώσω γρήγορα τα νοίκια που χρωστάω, κι ώσπου να πιάσω την καλή θα σ’ αγαπάω…
Γίνομαι άντρας λοιπόν, γίνομαι άντρας σκάβοντας το λάκκο μου, όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας, στην τροχιά των χαμένων, εδώ, εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές, εδώ το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ’ το χθες. Είναι ωραία στον παράδεισο, με τα κανονικά παιδιά, που γεννιούνται κανονικά, πεθαίνουν κανονικά, με τους δράκους της γης. Φιμώνω τοίχους, ταΐζω μηχανές, για την καρδιά ενός κτήνους καταπίνω φωτιές, όμως πληρώνομαι γι’ αυτό, πληρώνομαι…
Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό, ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι, πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι; Περιφέρομαι από πόλη σε πόλη μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Βερολίνο, η δικιά σου κοντινή Αμερική, πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, κι ακούω την αγάπη, ακούω την αγάπη, και δεν ακούω τις σκέψεις μου, κι εκείνη ανήμπορη να με γραπώσει, μ’ έβριζε κι έσκουζε σαν γερασμένη σκύλα…

Μα εγώ δεν έχω άλλη ελπίδα έξω από ‘σένα, κι ακολουθώ την κάθε σου πατημασιά. Μα εγώ δεν έχω άλλη ελπίδα έξω από ‘σένα, τσακισμένη χαρά…
26 Σεπ 2007

Rory Gallagher - I'm gonna make you smile forever...


Κάποτε μου είχαν γράψει μια κασέτα (φυσικά αργότερα αγοράστηκε και το αντίστοιχο cd). Στο εξώφυλλο έγραφε: «Rory Gallagher – Stage Struck». Όταν ξεκίνησα τα πρώτα μου βήματα στην κιθάρα (όχι ότι έχουν γίνει και πολλά περισσότερα από τότε), η κασέτα αυτή έμπαινε στο κασετόφωνο πριν η κιθάρα μπει στο ρεύμα. Θα μπορούσε να ήταν ολέθριο λάθος, μιας και ο Rory είναι αφορμή να «κόψει» κάποιος την κιθάρα (το ίδιο έπαθα ακούγοντας Mark Knopfler)! Πόσο μάλλον να τον ακούς όταν πρωτοξεκινάς. Πλήρης απογοήτευση. «…Πώς παίζει έτσι; Πώς τα κάνει αυτά; Μα το ίδιο όργανο δεν παίζουμε; Θα καταφέρω άραγε ποτέ να παίξω έστω και στο ένα δέκατο κι εγώ έτσι;…» ήταν κάποιες από τις σκέψεις που με βασάνιζαν ενώ προσπαθούσα (μάταια ως επί το πλείστον)να παίξω τα τραγούδια του.

Γεννημένος το 1948 στην Ιρλανδία, χώρα που εφοδίαζε πάντα την παγκόσμια μουσική με μεγάλες προσωπικότητες, ο Rory ευτυχώς για όλους μας ασχολήθηκε πολύ νωρίς με τη μουσική. Από τα εννιά του ακόμα άρχισε να ακούει και να επηρεάζεται από τα μεγάλα ονόματα της αμερικάνικης folk και blues, όπως τον Muddy Waters, τον Albert King και τον John Lee Hooker. Σίγουρα δεν θα πίστευε ότι μερικά χρόνια αργότερα θα συνεργαζόταν με κάποιους απ’ αυτούς…

Μετά τα δυο μόλις άλμπουμ με τους Taste, την αρχική του μπάντα, άρχισε να δισκογραφεί και να περιοδεύει σόλο, αλλά με εξαιρετικούς μουσικούς στο πλάι του. Το 1972 «εκθρονίζει» τον Eric Clapton από την κορυφή της λίστας των μουσικών της χρονιάς του περιοδικού Melody Maker. «The man who got me back into the blues» έλεγε γι’αυτόν ο Eric Clapton.

Δεν θα ξεχάσω το πρώτο άκουσμα του «Stage Struck». Όταν διάβασα ότι αυτό που άκουγα προερχόταν από τρία μόλις άτομα, τον ίδιο στην κιθάρα, τη φυσαρμόνικα και στα φωνητικά, τον Gerry McAvoy στο μπάσο και τον Ted McKenna στα τύμπανα (μουσικοί που τον συνόδευσαν για πολλά χρόνια), δεν το πίστευα. Ο Rory ήταν μια ορχήστρα μόνος του. Είχες την αίσθηση ότι παίζουν τουλάχιστον τρεις κιθάρες. Για να μη θίξουμε την ερμηνεία του, την ενέργειά του επί σκηνής, τους στίχους του…

Μεγάλης σημασίας και εξαιρετικές οι δουλειές του. «Live in Europe», «Irish Tour», «Calling Card», «Fresh Evidence», «Photo Finish», «Top Priority»…

Το παράδοξο είναι ότι οι πολύ πολύ καλές δουλειές του δεν ήταν σε δικούς του δίσκους, αλλά σε παρουσίες του σε δίσκους άλλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «London sessions» του Muddy Waters και το «Live» του Albert King. Και αυτό γιατί ήταν ένας εξαιρετικός blues κιθαρίστας, τραγουδιστής και τραγουδοποιός, παρόλο που το όνομά του είναι συνδεδεμένο και με το classic rock. Όχι άδικα βέβαια.


Λόγω της καταγωγής του, της ταλαιπωρημένης από τους Άγγλους Ιρλανδίας, συχνά οι συναυλίες του εξέπεμπαν κάτι το επαναστατικό και ο κόσμος που το εκλάμβανε αυτό έδειχνε να βρίσκει καταφύγιο στα τραγούδια του και στις συναυλίες του.

Αναρίθμητοι οι μουσικοί που επηρεάστηκαν από το παίξιμό του. Bryan May (Queen), Johnny Marr (Smiths), The Edge (U2), Slash (Guns ‘N’ Roses)…

Το 1995 και μετά από μια φαινομενικά επιτυχημένη μεταμόσχευση στο συκώτι, ο μεγάλος Rory Gallagher άφησε την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο σε ηλικία 47 ετών, εξαιτίας επιπλοκών που προέρχονταν από την επέμβαση. Απαρηγόρητοι οι φίλοι και οι μουσικοί συνοδοιπόροι στην είδηση του θανάτου του. Jimmy Page, Eric Clapton, Van Morrison…

Τολμώ να γράψω ότι ο Rory Gallagher ήταν ίσως η πιο επιδραστική και χαρισματική μορφή στο classic rock και από τις πιο σημαντικές παρουσίες στο blues rock. Και μακάρι οι μισοί από τους μουσικούς και τραγουδοποιούς του σήμερα να παραδειγματιστούν από την συνέπεια, την ταπεινοφροσύνη, την ενέργειά του επί σκηνής μέχρι το τελευταίο τραγούδι, τον σεβασμό που έδειχνε μέχρι τον τελευταίο ακροατή και το πάθος του γι’ αυτό που λάτρευε. Αν υπήρχε μουσικό λεξικό, δίπλα στις παραπάνω λέξεις το πρώτο όνομα που θα έγραφε θα ήταν «RORY GALLAGHER». Θρυλικέ Rory, σ’ ευχαριστούμε για όλα…
24 Σεπ 2007

Madrugada - Step into this room and dance for me...


Άργησα να γράψω γι’ αυτή την μπάντα ε;

Ήταν το 1999 όταν μια μπάντα από τον μακρινό βορρά, την μακρινή και ελκυστική Νορβηγία, κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ, το «Industrial silence», τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά τη δημιουργία της. Την μπάντα αποτελούσαν οι Sivert Hoyem (vocals), Robert Buras (guitars) και Fred Jacobsen (bass). Σταθερό drummer δεν είχαν ποτέ. Πάντα session, αλλά πάντα εξαιρετικούς.

Είχαν ήδη κυκλοφορήσει το πολύ καλό «Madrugada EP» το 1998 αλλά σε ελάχιστα αντίτυπα (περιέχει το αγαπημένο μου ίσως τραγούδι τους, το «Oceanliner»), καθώς και το «New Depression» το 1999.

Μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ ωστόσο, πήραν μπρος για τα καλά. Οι περιοδείες και οι sold out συναυλίες ανά την Ευρώπη διαδέχονταν η μια την άλλη. Και το 2001 έβαλαν και αυτοί έναν πολύ μεγάλο και σημαντικό λίθο στο παγκόσμιο ροκ οικοδόμημα: Το «The nightly disease». Δίσκος πολύ σημαντικός, και μάλλον από τα γερά φαβορί για καλύτερος δίσκος της δεκαετίας που διανύουμε (μαζί με το «All is dream» των Mercury Rev της ίδιας χρονιάς – 2001). Ακολούθησε το «Grit» το 2002, άλμπουμ μέτριο είναι η αλήθεια αλλά με κάποια εξαιρετικά τραγούδια, όπως το «Majesty» και το «Bloodshot adult commitment».

Το 2005 επανήλθαν με το «The deep end», καταιγιστικό και με πολλές αιφνιδιαστικές αλλαγές.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που έπαθα τόσο εγώ όσο και ο υπόλοιπος κόσμος όταν τους πρωτοείδα ζωντανά: οι πάντες, με το που βγήκαν στη σκηνή, κάναμε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω. Σαν να μας έσπρωξε η μπάντα με το εκτόπισμά της, σαν ένα περίεργο «ωστικό κύμα» να μας παρέσυρε. Η αβυσσαλέα φωνή του Sivert, οι δωρικές και λακωνικές μπασογραμμές του Fred και το τόσο εμπνευσμένο και επιβλητικό παίξιμο του Robert δεν άφηναν στο κοινό και πολλές επιλογές από το να υποκλιθεί απλά.

Ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας, έδωσαν συναυλίες και σε πόλεις εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης όπως σε Λάρισα και Ρόδο.

Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το «The deep end», έβγαλαν και το live άλμπουμ «Live at Tralfamadore». Και δύο χρόνια μετά (τον Ιούνιο που μας πέρασε), κι ενώ ο Sivert είχε ήδη βγάλει ένα άλμπουμ με τους Volunteers αυτή τη φορά, συνέβη ένα θλιβερό γεγονός, τόσο για την μπάντα όσο και για τους θαυμαστές της. Ο Robert (ίσως ο σημαντικότερος κιθαρίστας των τελευταίων ετών) βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Oslo. Ήταν μόλις 31 ετών! Το νέο – όπως συμβαίνει με κάθε κακό νέο – ταξίδεψε αστραπιαία και σύσσωμος ο μουσικός κόσμος έσπευσε να εκφράσει την θλίψη του, αμέσως μόλις το σοκ τους επέτρεψε να εκφραστούν στοιχειωδώς.

Νύχτα. Σε ένα σκοτεινό μπαράκι. Ένα ποτό πάνω στη μπάρα να σου κρατάει συντροφιά. Με τα δάχτυλά σου να παίζεις το ποτήρι, να παρατηρείς τον πάγο να λιώνει αργά. Και από τα ηχεία να σου μιλάνε οι Madrugada…

So put your warm, little hands for I can see them, put those hands on my face, tell me you love me and no one else…




Hands up, I love you…
19 Σεπ 2007

Radiohead - Arrest this man, he talks in maths...

Πώς να νιώθουν άραγε τα μέλη μιας μπάντας όταν το όνομά τους συνδέεται – ή μάλλον γίνεται συνώνυμο – με ένα ολόκληρο μουσικό ρεύμα, όταν η μια μετά την άλλη μπάντα που ακούς σου φαίνεται ότι μάταια «…όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει… Radiohead»; Σίγουρα μοναδικά, κυρίως όταν μια τέτοια καταξίωση έρχεται δίκαια.

Το 1993, δυο χρόνια μετά τον σχηματισμό τους (που παραμένει ίδιος μέχρι σήμερα), κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, το πολύ καλό και πολύ παρεξηγημένο «Pablo Honey». Την προηγούμενη χρονιά ωστόσο, με την κυκλοφορία του «Creep» ως single, είχαν ήδη ενοχλήσει πάρα πάρα πολλά αυτιά και είχαν δείξει ότι κάτι θα άλλαζε στο Smiths – like τοπίο της Αγγλίας. Δεν είχαν λοιπόν παρά να το αποδείξουν και να έρθουν αντιμέτωποι με την πρόκληση αυτή που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Με το «The Bends» στα σκαριά λοιπόν, δίσκο που περιέχει τον πασίγνωστο ύμνο στην θλίψη «Fade out – Street spirit», ξεκίνησαν μαζί με την Alanis Morissette μια περιοδεία «ανοίγοντας» τις συναυλίες της. To 1995, σαν support στους R.E.M. έκαναν τον Michael Stipe να δηλώσει: «Είναι τόσο καλοί μου με τρομάζουν…». Και όλα πήγαιναν όπως είχαν σχεδιαστεί. Μια μπάντα που είχε απλά να πει κάτι διαφορετικό και με διαφορετικό τρόπο. Όλα αυτά μέχρι το 1997.

Και τι συνέβη το 1997; Το «OK Computer». Στην παγκόσμια μουσική απλά συνέβη το «OK Computer». Και η μπάντα απλά απογειώθηκε. Πέρασε σε άλλα επίπεδα. Αγνόησαν (για να μην πω κατέρριψαν) κάθε μουσική φόρμα της ροκ, ρυθμική και μελωδική. Τα μισά τραγούδια από τα «Exit music», «Paranoid Android», «No surprises», «Karma police», «Climbing up the walls», «Let down», «The tourist» να είχε ένα οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ θα ήταν αρκετά να θέσει σοβαρή υποψηφιότητα για άλμπουμ της δεκαετίας. Πόσο μάλλον αυτό λοιπόν, που τα είχε όλα, και ακόμα περισσότερα… Απλά το άλμπουμ της δεκαετίας του ’90.

Ακολούθησαν τα «Kid A», «Amnesiac» και «Hail to the thief». Άλμπουμ που διχάσανε το φανατικό κοινό τους, κυρίως λόγω των πειραματισμών τους με την ηλεκτρονική μουσική. Έτσι δεν συμβαίνει πάντα όμως όταν μια μπάντα προχωράει και εξελίσσεται;

Στις αρχές του 2008 περιμένουμε όλοι εμείς οι φανατικοί θαυμαστές τους το νέο τους άλμπουμ.

Με την σχεδόν παραπονιάρικη, διαπεραστική φωνή του Thom Yorke και τις καταιγιστικές μελωδίες των Ed O’ Brien και Johnny Greenwood (ήδη Νο 59 και 60 στη λίστα του The Rolling Stone Magazine με τους καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών), οι Radiohead, η τελευταία μεγάλη μπάντα κατ’ εμέ, θα δείχνουν πάντα πώς γράφεται η ιστορία στη μουσική, πώς περνάς στην άλλη όχθη και ξεφεύγεις από κάθε μέτρο σύγκρισης και πώς αντιμετωπίζεις τις προκλήσεις που ο ίδιος δημιουργείς. Α, και πώς είναι να ανακαλύπτεις έναν ακόμα λόγο για να τους λατρεύεις κάθε φορά που ξανακούς τους δίσκους τους.
18 Σεπ 2007

Dire Straits - South of the river you stop and you hold everything...

«You get a shiver in the dark, it’s raining in the park the meantime,
South of the river you stop and you hold everything…»

Newcastle, 1977. Μια παρέα από τέσσερα παιδιά, τον Mark Knopfler (Σκωτσέζικης καταγωγής – lead guitar, vocals), τον αδερφό του David (rhythm guitar), τον Pick Withers (drums) και τον John Illsley (bass), ξεκίνησαν το ταξίδι τους, την δημιουργία μιας μπάντας που έμελλε να στιγματίσει τη ροκ ιστορία. Και το όνομα αυτής: DIRE STRAITS.

Σε μια εποχή όπου βασίλευε το punk rock, εκείνοι θέλησαν να κάνουν το «δικό τους», να δηλώσουν ότι δεν άξιζε ακόμα στο classic rock και στο country rock μια θέση στα σκουπίδια της ιστορίας. Παρατώντας τις όποιες σπουδές τους (ο Mark συγκεκριμένα είχε σπουδάσει δημοσιογραφία (!)), χρεώθηκαν και δανείστηκαν απ’ όπου μπορούσαν, με σκοπό να εξοικονομήσουν χρήματα για την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ με τίτλο «Dire Straits». Λέγεται ότι η μπάντα πήρε το όνομά της από τις πραγματικά δύσκολες καταστάσεις που αντιμετώπιζαν εκείνη την περίοδο.

Με όπλα, λοιπόν, το μοναδικό groove της κιθάρας του David, τις εξαιρετικές και παιχνιδιάρικες μπασογραμμές του John, το αλάνθαστο και ευφάνταστο παίξιμο του μοναδικού τους drummer (λίγα χρόνια αργότερα ο Pick τους άφησε για να αφοσιωθεί στην jazz) και κυρίως τα επαναστατικά αρπίσματα του Mark (δημιούργησε ολόκληρο κίνημα στον τρόπο παιξίματος της ηλεκτρικής κιθάρας παίζοντας με τα δάχτυλα), σε συνδυασμό με τα χαμηλότονα, μπάσα φωνητικά του, οι Dire Straits με το πρώτο τους άλμπουμ ταρακούνησαν για τα καλά τα μουσικά δρώμενα, με πρώτο βιολί φυσικά το «Sultans of swing».

Τι κι αν στο πρώτο τους live το κοινό τους απαρτιζόταν από 12 (!) μόλις άτομα; Μέχρι το 1985 είχαν το μοναδικό ρεκόρ του μεγαλύτερου κοινού στην ιστορία (σε ένα live τους στο Sydney της Αυστραλίας).

Το 1995 η μπάντα διαλύθηκε και τα μέλη της ακολούθησαν επιτυχημένες σόλο καριέρες. Κάθε άλμπουμ τους είχε κάτι το ξεχωριστό. Dire Straits, Communiqué, Making movies, Love over gold, Brothers in arms, On every street, και πολλά πολλά live άλμπουμ, singles και compilations.

Το τραγούδι «Sultans of swing» ωστόσο, θα συντροφεύει και θα ανατριχιάζει πάντα όσους το λάτρεψαν, όσους τριγύρισαν και «αλήτεψαν» έστω και για μια νύχτα στους σκοτεινούς και υγρούς δρόμους της πόλης παρέα με λίγους φίλους, όσους πίστεψαν στο όνειρό τους, και όσους ακολούθησαν τον δρόμο που πίστεψαν ότι είχε χαραχθεί γι’ αυτούς…

«…And then the man, he steps right up to the microphone…
Says the last just as the time bell rings.
Goodnight, now it’s time to go home,
And he makes it fast, with one more thing.
We are the Sultans, we are the Sultans of swing…»