16 Οκτ 2008

Six.by Seven - With my last breath, I will call your name...

Το 2004 έπεσε στα χέρια μου μέσω ενός φίλου (και τότε συνοδοιπόρου στο τότε συγκρότημα) ένα cd. Στο εξώφυλλο έγραφε «Six.by seven – The way I feel today». Το cd αυτό μου το έγραψε χωρίς να του το ζητήσω (κάτι που μου έκανε εντύπωση), με βάση αυτά που ήξερε ότι ακούω, όπως μου είπε. Αφού αποχωριστήκαμε μετά από λίγο, πήγα στο σπίτι και έβαλα να το ακούσω. Από το άκουσμα των πρώτων λεπτών, εισέπραξα ότι πρόκειται για κάτι που αντιστεκόταν, αλλά ταυτόχρονα πήγαινε παράλληλα με το mainstream, χωρίς δήθεν «αντιστάσεις», μόνο και μόνο να προκαλέσουν και να αποκαλεστούν μια τύπου «απάντηση» στο Brit pop κίνημα της εποχής που δημιουργήθηκαν. Φυσικά είναι περιττό να τονίσω ότι άκουσα μέχρι τελικής πτώσης τον δίσκο εκείνον, τους υπόλοιπους, και ανέτρεξα να μάθω για την μπάντα. Σας τα παραθέτω γιατί αξίζει να τους γνωρίσετε, σε περίπτωση που δεν έτυχε ήδη να τους συναντήσετε!

Στο Nottingham της Αγγλίας και επί πέντε περίπου χρόνια, εμφανιζόταν συχνά μια μπάντα με το όνομα (ή μάλλον τα ονόματα) «Friends of …», ανάλογα με το συγκρότημα που κατά καιρούς σαπορτάρανε. Το γκρουπ αποτελείτο από τους Chris Olley στα φωνητικά και την κιθάρα, τον James Flower στα πλήκτρα, τον Sam Hempton στην κιθάρα, τον Paul Douglas στο μπάσο και τον Chris Davis στα τύμπανα. Το 1996 κατέληξαν στο όνομα Six. By seven, ιδέα του Sam Hempton που έχοντας ως χόμπι την αστρονομία τους είπε ότι «…τα εκατομμύρια των γαλαξιών του σύμπαντος απομακρύνονται επιταχύνοντας με μια αναλογία έξι προς εφτά…», ή κάτι τέτοιο. Προφανώς οι υπόλοιποι εντυπωσιάστηκαν και κράτησαν το όνομα! Παίζοντας λοιπόν σε αρκετές συναυλίες υπό το νέο τους όνομα πλέον, το 1997 κυκλοφορούν το single «European me», που χαρακτηρίστηκε από το ΝΜΕ ως ένα από τα καλύτερα debut – singles όλων των εποχών, πράγμα που τους οδήγησε με την εταιρία τους σε ένα συμβόλαιο πέντε άλμπουμ. Ξεκίνησαν περιοδείες με αρκετά γνωστά ονόματα όπως τους Manic Street Preachers, τους Dandy Warholes και τους Placebo, και κάπως έτσι τη επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ «The Things We Make».

Το 2000 κυκλοφορούν το πολύ καλό «The closer you get», το οποίο όμως σηματοδότησε μια νέα, λυπηρή εποχή για την μπάντα. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο εξαιρετικός κιθαρίστας (ένας από τους πιο σημαντικούς Βρετανούς των 00ς) και βασικός υπεύθυνος για πολλές από τις μελωδίες τους Sam Hempton δήλωσε ότι αποχωρεί από το γκρουπ. Και μάλλον μια κατάρα, μια πολύ άσχημη παράδοση ήταν πλέον στο πλευρό των Six.by Seven, που τους ήθελε μετά την κυκλοφορία ενός δίσκου να αποχωρεί και ένα μέλος τους. Γιατί μετά το συμβάν με τον Hempton, σειρά είχε ο μπασίστας Paul Douglas που τους εγκατέλειψε λίγο αφού το τρίτο και εκπληκτικό «The way I feel today» (ακούμε τα «I O U love» και «All my new best friends») είχε στρογγυλοκαθίσει στα ράφια των δισκοπωλείων…

Η μπάντα (ό,τι απέμεινε δηλαδή) έκανε το παν να μείνει ενωμένη, και τον Σεπτέμβρη του 2004 κυκλοφορούν το τέταρτο «04», σε συνδυασμό με μια συλλογή παλαιότερων ηχογραφήσεων με τίτλο «Left luggage at Peveril Hotel» (ακούμε το «Around») που όμως διατέθηκε μόνο από το website του γκρουπ, πιθανόν για να σφυγμομετρήσουν την αντίδραση του κόσμου από τις αλλεπάλληλες αποχωρήσεις μελών, χωρίς να ρισκάρουν τα έξοδα μιας κανονικής κυκλοφορίας. Αυτή η κάπως… κουτσή περίοδος για τους Six.by Seven κλείνει με την κυκλοφορία του εμπνευσμένου «Artists cannibals poets thieves» το 2005, ονομαζόμενο ως το πρώτο άλμπουμ της 3-Piece πλέον μπάντας.

Φυσικά, μετά την κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ, η μπάντα ανακοίνωσε επίσημα ότι θα σταματήσει τις περιοδείες και θα «τελειώσουν» το γκρουπ. Το «Club sandwich at Peveril Hotel» που περιλαμβάνει b-sides και rarities βγαίνει στο τέλος της ίδιας χρονιάς, ενώ (μαντέψτε!!!) μια σειρά από «αποχαιρετιστήριες» συναυλίες μέσα στο 2006 ακυρώνονται λόγω της αποχώρησης και του Chris Davis… Ήταν μετά από λίγους μήνες που πληροφορήθηκα την διάλυση της μπάντας και η αλήθεια είναι ότι με επηρέασε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα περίμενα.

Κι εκεί που όλοι νομίζαμε ότι ένα ακόμα 10ετούς περίπου πορείας ιδιαίτερο βρετανικό γκρουπ θα μας το θυμίζουν κάποια καλά τραγούδια του παρελθόντος, στις αρχές του 2007 η μπάντα ανακοινώνει στο site της ότι είναι ξανά μαζί και με το αρχικό σχήμα, με μοναδική αντικατάσταση εκείνη του Paul Douglas στο μπάσο. Το νέο άλμπουμ «If symptoms persist, kill your doctor» διατέθηκε στο internet, με μια περιορισμένη «φυσική» κυκλοφορία των 1000 κομματιών, οι οπαδοί τους μέσω του site τους πρότειναν τα τραγούδια για το best cd – dvd που κυκλοφόρησαν φέτος με τίτλο «Any color so long as it’s black (All the way from forest fields and back…)», ενώ νέες συναυλίες προγραμματίστηκαν. Φέτος εθεάθησαν να μπαινοβγαίνουν στο στούντιο. Μάλλον ετοιμάζουν νέο δίσκο…

Το αν θα αφήσουν αξιοσημείωτη ιστορία οι Six.by Seven στην αγγλική (τουλάχιστον) ροκ σκηνή των 90ς και των 00ς δεν είναι κάτι που μπορεί να προβλεφθεί, ούτε από μένα ούτε από κανέναν. Άλλωστε ακόμα και το θέμα της ιστορίας ενίοτε είναι υποκειμενικό, αφήνοντας εμείς οι ίδιοι να χτίσει ιστορία το τι αφήνουμε να περάσει μέσα μας. Μπορώ όμως να διακρίνω στους Six.by Seven στοιχεία σημαντικής μπάντας. Ήχο ξυράφι, ταυτόχρονα μελωδικό, πολύ ιδιαίτερο στυλ σε μουσική, στίχο και φωνητικά, και μια επ ουδενί επιτηδευμένη σκοτεινιά που πολλά Radiohead – like γκρουπάκια πάσχιζαν επί ματαίω να αποκτήσουν. Ένα κοκαλάκι νυχτερίδας που μετά από όσα περάσανε, είναι πάλι εδώ! Έναν ήχο κόντρα στην αυτονόητη brit-pop έξαρση της εποχής τους. Και πιστεύω ότι πάντα θα μας θυμίζουν… αν και σε ποιους χρωστάμε αγάπη!



12 Οκτ 2008

Travis - 2008 - Ode to J. Smith


Μπορεί κάποιος να μου πει γιατί δεν μπορούμε με τίποτα να κρατήσουμε κακία και να στραβοκοιτάξουμε τους Travis που εδώ και μια δεκαετία προσπαθούν να αντιγράψουν τους Radiohead τόσο συχνά όσο κανείς και τόσο άστοχα όσο κανείς;

Οι επίσημοι... χαϊδεμένοι του Paul McCartney, ένα χρόνο μετά το μάλλον κάτω του μετρίου «The boy with no name» που περιελάμβανε μερικές ραδιοφωνικές περιπετειούλες (για την Αγγλία, γιατί για το εδώ «ροκ» ραδιόφωνο ας μην το θίξουμε), αποφάσισαν να «παίξουν» λίγο παραπάνω. Άλλοτε τους βγήκε πολύ λίγο και άλλοτε καθόλου. Παίξαν όμως και με το στυλ τους το ίδιο. Και τους βγήκε μια χαρά. Πιο λεπτομερώς:

Η παρέα της Σκωτίας ξεκινάει το άλμπουμ με το «Chinese blues», μουσική και λέξη (Blues) με την οποία δεν θα πιστεύαμε ποτέ ότι θα τσαλακωθούν και θα λερωθούν οι γιακάδες τους, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται. Το ομώνυμο «J. Smith» με μια καλύτερη παραγωγή σίγουρα θα έλεγε περισσότερα, νόστιμο χιτάκι το «Something anything» αλλά έχουν γράψει και καλύτερα, στο «Long way down» μας έρχεται μια (πάλι από απόσταση) ελαφριά ιδέα από εξευγενισμένο πανκ, ευχάριστη έκπληξη το «Broken mirror» με ωραίο ρυθμό και παραγωγή, εντελώς Travis το «Last words» κι εμείς στα νερά μας, και μπαίνουμε ακόμα πιο βαθιά στα δικά τους με το «Quite free». Με το «Get up» προσπάθησαν να ροκάρουν σε ρυθμούς Who, δεν τα κατάφεραν αλλά ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μας (και γι’ αυτούς).

Κι εκεί που λες ότι τη μπάντα απλά θα τη θυμόμαστε μονίμως ως απλά συμπαθητική, θα κουνάμε τα κεφάλια μας συμφωνώντας και θα αφοσιωνόμαστε πάλι στο υπόλοιπο της μπύρας μας μην έχοντας κάτι άλλο να πούμε, έρχεται το «Friends». Απίστευτη έκπληξη, πανέμορφη, ταξιδιάρικη, μοναδικό ριφ φωνητικών, μπάσου, και μια καθαρή ηλεκτρική της εποχής της ψυχεδέλειας των 60ς. Ειλικρινά δεν θα το περίμενα ποτέ απ’ τους Travis. Ποτέ! Γιατί να μην έχουν ένα-δυο τέτοια σε κάθε δίσκο τους μέχρι τώρα; Ακολουθεί το «Song to myself», από τα γνωστά όμορφα κομμάτια τους, ομοίως και το τελευταίο «Before we were young» (εντάξει, μάλλον λίγο χειρότερο απ’ το προηγούμενο).

Μπορεί να είναι ίσως η καλύτερη δουλειά τους μετά το «The invisible band» και το «The man who», αλλά τους προτιμώ στο γνωστό εκείνο ύφος των συμπαθών συνθέσεων με κανά δυο πολύ καλές υπερβάσεις κατά καιρούς, παρά να πειραματίζονται όπως τώρα. Δεν θεωρώ ότι τους πέτυχε. Απ’ την άλλη καλά κάνανε και το τολμήσανε, αφενός επειδή μπορεί να βρήκαν τους εαυτούς τους καλύτερα και να φανεί στο επόμενο άλμπουμ, αφετέρου επειδή γράψανε το «Friends»! Τους ψιλοέθαψα ή είναι ιδέα μου; Ίσως το παράκανα. Είναι Travis ο δίσκος, που σημαίνει τουλάχιστον συμπαθητικός, όπως και οι ίδιοι. Σπαταλήστε λίγο χρόνο να τον ακούσετε!




8 Οκτ 2008

The Gutter Twins - 2008 - Adorata


Δεν ξέρω αν ο Γκάι Ρίτσι όταν έψαχνε τίτλο για το αριστούργημά του «Lock, stock and two smoking barrels» είχε γνωρίσει τους Mark Lanegan και Greg Dulli, πάντως εγώ στη θέση του αν τους είχα γνωρίσει, σίγουρα σ’ αυτούς θα πήγαινε το μυαλό μου λέγοντας… «Δυο καπνισμένες κάνες»! Αυτό ακριβώς είναι το δίδυμο – ιερείς της νύχτας και του καλού και άφθονου bourbon. Δυο κάνες που πυροβόλησαν, βρόντηξαν και έκαναν τους ασταθείς σοφάδες ενός οποιουδήποτε οικοδομήματος να πέσουν για δεύτερη φορά μέσα στο 2008.

Μπορεί το ιδιότυπο αυτό «Long E.P.» «Adorata» των Gutter Twins να αποτελείται από τραγούδια που κατά βάση ηχογραφήθηκαν κατά τη δημιουργία του «Saturnalia» που μας χάζεψε πριν μερικούς μήνες, το γεγονός όμως ότι κατά βάση αποτελείται από διασκευές αγαπημένων τους τραγουδιών και κλείνει με δυο δικές τους δημιουργίες, δίνει τον αέρα ενός νέου, σαρωτικού άλμπουμ, που η αλήθεια είναι όμως ότι πάλι απευθύνεται σε μεγάλο ποσοστό στους ορκισμένους τους οπαδούς! (Σημ: ένας οπαδός του διδύμου αυτού μπορεί να είναι ΜΟΝΟ ορκισμένος).

Σε πρώτο πλάνο – ως συνήθως – το κομμάτι των φωνητικών. Είτε πρόκειται για τις «καλλιφωνίες» του Dulli, είτε για το χαρακτηριστικό απύθμενο γρέζο του Lanegan, είτε για τις ανατριχιαστικές και αξιοθαύμαστες διφωνίες τους, καθηλώνουν – έστω και από περιέργεια – οποιονδήποτε τύχει το αυτί του να απορροφήσει ακόμα και λίγα δευτερόλεπτα από ένα τραγούδι τους. Την υπόλοιπη δουλειά αναλαμβάνουν τα ρυθμικά μέρη, οι πολύ προσεγμένες κιθάρες και – ως συνήθως – τα σύνθια.

Με το που βάζεις το δισκάκι να παίξει και ακούς την φωνή του Lanegan έχεις ήδη ικανοποιηθεί! Από το άλμπουμ ωστόσο των 8 tracks ξεχωρίζει (και μάλιστα νωρίς νωρίς, δεύτερο κομμάτι) το ιλιγγιώδες «Down the line» του Σουηδοαργεντινού (!) Jose Gonzalez, πολύ καλή και η διασκευή στο «Deep hit of morning sun» της παρέας του Bobby Gillespie (Primal Scream), ενώ κυριολεκτικά τα σπάει το παραδοσιακό «St. James Infirmary», που σε άλλη φυσικά εκτέλεση είχε συμπεριληφθεί σε E.P. μιας από τις συνεργασίες του Lanegan με την άλλοτε μπροστάρισα των Belle and Sebastian, Isobel Campbell. Με τα δικά τους πολύ καλά αλλά και αναμενόμενα «Spanish doors» και «We have met before» κλείνουν με θόρυβο την πόρτα του υποβρυχίου.

Με το «Adorata», οι ήδη πιστοί θα αναρωτηθούν πού μπορεί άραγε να φτάσει η λατρεία τους και η αφοσίωσή τους στους Lanegan – Dulli, όποιος όμως δεν έχει κάνει μια σχετική «προπόνηση» με Screaming Trees, Twilight Singers αλλά και με τις σόλο δουλειές τους, ίσως να δυσκολευτεί να κατανοήσει από πού πηγάζει το ντελίριο των υπολοίπων. Καλή ακρόαση και… κατά την αναπαραγωγή του δίσκου… μακριά από όχι καλά στηριγμένα βαριά αντικείμενα!
3 Οκτ 2008

Calexico - 2008 - Carried to dust


Προσωπικά περίμενα τους Joey Burns και John Convertino να μείνουν λίγο περισσότερο απασχολημένοι με την εκτροφή κροταλιών και την καλλιέργεια κάκτων, ξαποσταίνοντας από το πολύ καλό «Garden ruin» του 2006. Μάλλον όμως υπερθερμάνθηκαν βάζοντας το χεράκι τους στο μισό περίπου περσινό διπλό O.S.T. «I’m not there» με διασκευές σε τραγούδια του Bob Dylan και σκέφτηκαν «…πού να σταματάμε τώρα και να ξαναξεκινάμε, ας ηχογραφήσουμε λίγο ακόμα, να φωνάξουμε και κανά δυο φίλους…». Κάπως έτσι φαντάζομαι να γεννήθηκε το φετινό «Curried to dust» των Calexico.

Με μια διαφορά όμως. Όποτε αυτοί οι δυο σκονισμένοι από την έρημο τύποι μπαίνουν στο στούντιο, ποτέ μα ποτέ δεν το κάνουν για πλάκα (με την κακή έννοια) ή με το ζόρι, και πάντα κάτι έχουν στο μυαλό τους. Χωρίς φλυαρίες λοιπόν, χωρίς πειραματισμούς (ίσως η εποχή κάποιων βασανιστικών πειραμάτων του «The black light» και του «Feast of wire» πέρασε, και το απέδειξαν στο «Garden ruin»), με παντοτινές σημαδούρες τις τρομπέτες και το παίξιμο του (καλύτερου ίσως ντράμερ των τελευταίων ετών) Convertino αλλά και με μερικά χαρισματικά φιλαράκια τους, συνέθεσαν ένα άλμπουμ που το απαρτίζουν 15 μέρη.

Σημαντικές στιγμές του άλμπουμ το – ό,τι έπρεπε για πρώτο τραγούδι – «Victor Jara’s hands», προς τιμή του Χιλιανού ποιητή και μουσικού ακτιβιστή που δολοφονήθηκε το 1973, το «House of Valparaiso» με τα πανέμορφα... χαμένα φωνητικά του σχεδόν (όχι ακόμα εντελώς, αλλά καλά το πάνε) μόνιμου συνεργάτη τους Iron and Wine, η γλυκιά country μπαλάντα «Slowness», το «Bend to the road» αυτής της δικής τους, ιδιότυπης τζαζ, το κλασικό Burns τραγούδι «El Gatillo» και το «Inspiracion» με την Amparo Sanchez και τον Jacob Valenzuela στα φωνητικά, που θα έκλεβαν χωρίς τύψεις οι Buena Vista Social Club.

Βέβαια νόμισα ότι το άλμπουμ τελείωσε πριν την ώρα του με το τελευταίο και αδικαιολόγητα αργό «Contention city» με τη συμμετοχή των Tortoise, βιάστηκαν ίσως με την πολύ καλή αλλά αντιγραφή τύπου «Burnin’ down the spark» με το «Writer’s minor holiday», ενώ και εδώ δεν απουσίασε το βαρετό ορχηστρικό κομμάτι («Failing from sleeves», ευτυχώς μόνο 1:20).

Με εξαίρεση (ίσως) το εξώφυλλο του άλμπουμ που νομίζεις ότι μάλλον ήταν εκείνο που απορρίφθηκε για το «Hot rail» και ενώ με εκείνο του «Garden ruin» έδειξαν όμορφο εικαστικό γούστο, η δουλειά είναι πολύ καλή. Πλέον αυτούς τους δυο αρκεί να τους κλειδώσεις σε ένα δωμάτιο με μια κιθάρα και ένα drum set. Και όταν μετά από λίγο καιρό ανοίξεις την πόρτα, δεν θα θα βρεις τον Joey και τον John, θα λείπουν, και σε μια καρέκλα πάνω θα βρίσκεται ένα τουλάχιστον καλό άλμπουμ!
2 Οκτ 2008

Σας ακούω...

Έλεγα λοιπόν στο προηγούμενο ποστ, ότι θέλω τη βοήθεια όλων σας σε κάτι. Βγαίνουν συνεχώς (και ειδικά μέσα στο 2008, όπου και ξεκίνησα να σας προτείνω άλμπουμ) πάρα πολλοί και καλοί δίσκοι. Ήδη στο διπλανό banner με «τα σχήματα πρόσφατου καπνού» έχουν φιλοξενηθεί δεκάδες αξιόλογοι απ' αυτούς. Σκέφτηκα ότι με κάποιον τρόπο καλό θα ήταν να τους αναλύουμε, με τρόπο παρόμοιο όπως και στις υπόλοιπες αναρτήσεις, γιατί νιώθω να «ψιλοχάνονται», ή μάλλον ότι δεν κάνω κάτι αρκετό γι' αυτούς, και δεν το αξίζουν. Δεν έχω σκεφτεί ακόμα όμως τον τρόπο.



Ας πούμε μια περίπτωση είναι με τη μορφή σχολίων. Δεν ξέρω όμως κατά πόσο θα ήταν ωραίο σε μια ανάρτηση για τους Pink Floyd (παίρνοντας για παράδειγμα την προηγούμενη ανάρτηση) να υπάρχουν αρκετά και εκτενή σχόλια για το "Carried to dust" (που προτείνεται αυτόν τον καιρό) των Calexico.

Ένας άλλος τρόπος ας πούμε θα ήταν μια ξεχωριστή ανάρτηση, το οποίο θεωρώ και ως πιθανότερο, με ετικέτες ανάλογα με το τι αφορά, περιγραφή δίσκου ή περιγραφή καλλιτέχνη. Θέλω να ακούσω κι άλλες προτάσεις όμως. Όποιος σκεφτεί κάτι..., εδώ είμαστε να το ακούσουμε!Καλησπέρες σε όλους και περιμένω!

ΥΓ1. Εννοείται πως άμα η ιστορία αυτή ξεκινήσει είναι απαραίτητη η ενημέρωση από όποιον θέλει για κάτι καινούργιο που πιστεύει πως αξίζει. Άλλο μόνο οι πηγές οι δικές μου και άλλο σε συνδυασμό με περισσοτέρων ανθρώπων!

ΥΓ2. Επίσης, σε περίπτωση που όλο αυτό δουλέψει, το Blog παίρνει μορφή μουσικού περιοδικού, κάτι που με ανησυχεί, γιατί δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το διαχειριστώ όλο αυτό και δεν ξέρω αν αξίζει γενικά κάτι τέτοιο. Anyway, σκέψεις... Περιμένω...