19 Απρ 2008

Διάφανα Κρίνα - Να μπουσουλάμε απ'το ποτό, και μόνο να νυχτώνει...



Η αλήθεια είναι ότι τους είχα προγραμματίσει για πολύ αργότερα. Αλλά δεν είχα σκεφτεί κάτι. Ότι αύριο είναι Κυριακή των Βαΐων και ότι αυτός είναι ο τίτλος ενός αγαπημένου τραγουδιού τους (παίζει και δίπλα, απολαύστε το), από έναν δίσκο που προσωπικά με έχει στιγματίσει. Πολλοί είπαν ότι κατά κάποιο τρόπο είχαν την τάση να αντιγράφουν τους Tindersticks (τους οποίους και άνοιξαν το 1999 στη Σφεντόνα), άλλοι ψευτοπομπώδες gothic. Άλλοι πάλι ένα από τα πιο ανεξάρτητα και ιδιαίτερα ροκ γκρουπ της Ελλάδας. Διαβάστε παρακάτω και... τα συμπεράσματα δικά σας.

1990. Σε κάποια υπόγεια του Περιστερίου, τρία παιδιά (Θάνος Ανεστόπουλος – φωνή, μπάσο, Κυριάκος Τσουκαλάς – κιθάρα, ο εξαιρετικός Τάσος Μαχάς – τύμπανα) φτιάχνουν την μπάντα τους. Το όνομα αυτής... Πατατούφ! Έναν χρόνο αργότερα προσαρτάται ένας πολύ ιδιαίτερος μουσικός και στιχουργός, ο Παντελής Ροδοστόγλου ως μπασίστας και ο Νίκος Μπαρδής στην κιθάρα, και κάπως έτσι δημιουργήθκαν τα Διάφανα Κρίνα, όνομα που προήλθε από έναν παλιό τους στίχο («Είναι τόσο κρίμα για τα άσπρα διάφανα κρίνα να είναι τόσο χλωμά»). Μπαίνουν στο παιχνίδι το 1994, κυκλοφορώντας σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα το 7ιντσο «Λιώνοντας μόνος/κάτω απ’ το ηφαίστιο» από την Wipe Out, ενώ την ίδια χρονιά συμμετέχουν στην πολύ σημαντική ροκ συλλογή «Μαγικό Βοτάνι» της ίδιας εταιρίας με το τραγούδι «Μουχλαλούδα: Η μπαλάντα της Φωτιάς».

Δυο χρόνιες αργότερα τα Διάφανα Κρίνα κάνουν το επίσημο ολοκληρωμένο, δισκογραφικό τους ντεμπούτο, με το άλμπουμ «Έγινε η απώλεια συνήθειά μας», ξανά υπό την ετικέτα της Wipe Out, όπου περιλαμβάνεται και η πασίγνωστη μελοποίηση του ποιήματος του Δ. Καψάλη «Μέρες Αργίας» Ένας εξαιρετικός δίσκος γίνεται ο τρόπος να γίνουν γνωστοί ευρέως πλέον στις τάξεις των μυημένων στο ελληνικό ροκ. Με κάτι όντως πρωτόγνωρο και χαρακτηριστικό στον ήχο τους, όλοι πλέον κάνουν λόγο για κάτι καινούργιο και δυνατό στον πονεμένο αυτό χώρο. Η αναγνώριση έρχεται το 1997, όπου στο «Rock Of Gods», προάγγελος του σημερινού Rockwave, παίζουν την ημέρα που headliners ήταν οι Sisters of Mercy.

Πλέον τα Κρίνα αποτελούν τη νέα δύναμη για το ελληνικό ροκ. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι εκείνες οι χρονιές αποτελούν την έκρηξη για το στερέωμα αυτό, με τις Τρύπες να βγάζουν τις πιο ώριμες δουλειές τους, τα Ξύλινα Σπαθιά στην καλύτερή τους φάση και τα γκρουπάκια να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Το 1998 η μπάντα κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ τους, το μοναδικό «Κάτι σαράβαλες καρδιές», απ’ όπου είναι και η «Κυριακή των Βαΐων» που ακούμε. Μοναδικές ροκ αποχρώσεις, μελοποιήσεις ποιημάτων («Θέμεθλο» του Λίνου Ιωαννίδη, αδερφού του Αλκίνοου ο οποίος συμμετέχει παίζοντας τσέλο, «Καταρχήν» του Blas de Otero, «Βάλτε να πιούμε» του Κ. Καθραίου) και η μπάντα πολύ ψηλά! Με την συμμετοχή του Παναγιώτη Μπερλή στο πιάνο και στα synths ως επίσημο πλέον έκτο μέλος, δίνουν μια συναυλιά – παρουσίαση του δίσκου στο Ρόδον, φυσικά sold-out.

Φτάνουμε στο 2000 που ήταν η πιο μεταβατική χρονιά για τα Κρίνα, σημαδεμένη από δυο «διαζύγια». Εκείνο με τον Παναγιώτη Μπερλή (λόγω διαφορετικής νοοτροπίας με τους υπόλοιπους) και εκείνο με την Wipe Out. Ιδρύουν την δική τους εταιρία «This is my voice Records» και κυκλοφορούν το single «Είναι που όλα ήρθαν αργά», ενώ τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς το τρίτο τους άλμπουμ «Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές» (διπλό LP, μονό CD) με τις κιθάρες πλέον πολύ μπροστά, απόντος του Μπερλή από τα πλήκτρα! Η χρονιά γι’ αυτούς κλείνει με την συμμετοχή τους στη συλλογή – tribute «Στον Π. – Αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο», όπου διασκευάζουν το τραγούδι «Θάνατος».

To 2001 δίνουν αμέτρητες συναυλίες οργώνοντας όλη τη χώρα, καθώς και τρεις συναυλίες στην Αγγλία με τους δικούς μας Closer. Έχουν όμως ήδη μπει σε δύσκολη – οικονομικά κυρίως – περίοδο, με αποτέλεσμα κάποιες σποραδικές μόνο εμφανίσεις στην Αθήνα μέσα στο 2002. Χρονιά η οποία κλείνει με ένα τριήμερο στον «Αέρα», τις οποίες συναυλίες ο Ανεστόπουλος έκλεινε με τη φράση «Εμείς θα τα ξαναπούμε σε μιαν άλλη ζωή», φουντώνοντας έτσι τις φήμες για διάλυση του γκρουπ. Ακολουθεί ένας αδρανής χειμώνας, με την μπάντα να τρώγεται με τα ρούχα της και να τά ’χει βάλει με τον εαυτό της. Κάποια στιγμή όμως επανεμφανίζονται με ένα φιλανθρωπικό live στο Gagarin, και ενάμιση μήνα μετά στον ίδιο χώρο με μια μοναδική συναυλία όπου παρουσιάζουν 9 νέα κομμάτια από το επερχόμενο «Ό,τι απόμεινε απ’ την ευτυχία», σε ένα πρόγραμμα 3 ωρών και 45 λεπτών!

Αρχές Δεκεμβρίου του 2003 κυκλοφορεί το «Ό,τι απόμεινε απ’ την ευτυχία». Μέσα σε μια εβδομάδα πωλούνται 6.000 αντίτυπα, ενώ ο δίσκος εξαντλείται εν ριπή οφθαλμού, χωρίς καν να έχουν φτάσει οι διαφημιστικές κόπιες στους δημοσιογράφους! Και δυο χρόνια αργότερα βγάζουν το πολύ καλό άλμπουμ σε συνδυασμό με βιβλίο «Ο γύρος της μέρας σε ογδόντα κόσμους», δουλειά που εξέπληξε ακόμα και τους ίδιους, κάνοντας τους πάντες να πιστέψουν ότι η μπάντα είναι ακόμα εδώ, χωρίς να έχει στερέψει από όρεξη και ιδέες...

Επικίνδυνα εσωστρεφείς, αθεράπευτα σκοτεινοί, ασταμάτητα πειραματικοί. Εκεί που λέμε ότι εξαφανίστηκαν επιστρέφουν με δουλειές που δεν έμοιζαν με καμία προηγούμενη. Εκεί που λέμε ότι τα παράτησαν ανεβαίνουν σε μια σκηνή και τα σπάνε για ατέλειωτες ώρες. Λίγο πριν βαρεθείς τις κιθάρες, μια τζαζ τρομπέτα σε κάνει να ξανασκεφτείς πριν τους χαρακτηρίσεις. Θα είναι πάντα τα Διάφανα Κρίνα. Ακόμα και όταν (και αν) διαλυθούν, πάντα θα προεξέχει ένας... διάφανος σελιδοδείκτης με το όνομά τους επάνω, στον τόμο που λέγεται ελληνική μουσική...


7 Απρ 2008

U2 - Who's gonna ride your wild horses...


Αύριο πετάω για Δουβλίνο. Επαγγελματικό ταξίδι. Αυτός είναι ο ένας λόγος της ανάρτησης αυτής. Ο άλλος λόγος είναι η κάπως αιρετική και προκλητική διάθεσή μου των τελευταίων ημερών. Καλός συνδυασμός να κάνουμε μια ανάλυση μιας μπάντας που λατρεύτηκε όσο λίγες αλλά και δίχασε και απογοήτευσε επίσης όσο λίγες! Δε νομίζετε;

Η Ιρλανδία είναι μια χώρα που εφοδίαζε πάντα τον κόσμο με μεγάλες μορφές της τέχνης. Από τον Samuel Beckett και τον James Joyce, στον μεγάλο Van (the Man) Morrison, τον τεράστιο Rory Gallagher, τους (κατ’ εμέ μόνο εμπορικά μεγάλους) Cranberries, ακόμα και στον «νέο» αλλά με πολύ καλές προοπτικές Damien Rice. Στην πρωτεύουσά της λοιπόν, βρεθήκανε το 1976 τα ανήλικα ακόμα Bono (Paul David Hewson) (φωνητικά - κιθάρα), The Edge (David Howell Evans) (κιθάρα, πλήκτρα, φωνητικά – Νο 24 στη λίστα του The Rolling Stone Magazine με τους 100 καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών), Adam Clayton (μπάσο) και Larry Mullen Jr. (τύμπανα), οι οποίοι παραμένουν ως σήμερα στις «θέσεις» τους. Το 1977 η μπάντα που αρχικά ονομαζόταν «The Larry Mullen’s band» (καθώς αυτός τους μάζεψε) μετονομάστηκε σε «Hype», και στη συνέχεια σε «U2».

Μπήκαν στο παιχνίδι της δισκογραφίας το 1980 με το «Boy» και το 1981 με το «October». Οι πρώτες, αυθεντικές U2 δουλειές. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία ωστόσο ήρθε το 1983 με το «War». Το «Sunday, Bloody Sunday» και το «New year's day» κάνουν τον μουσικό τύπο να πει ότι η μπάντα είναι φτιαγμένη για να γράψει μεγάλα τραγούδια. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το «Unforgettable fire», σε παραγωγή των μεγάλων Brian Eno και Daniel Lanois. Εξαιρετικός ήχος, φοβερή δουλειά στο ρυθμικό μέρος και ήδη ένα σημάδι εξέλιξης. Το άλμπουμ με το «Pride (in the name of love)» - γραμμένο για τον Martin Luther King – «εισβάλει» και στην Αμερική. Οι U2 πλέον αποτελούν παγκόσμια δύναμη αποκτώντας… διαπλανητική αναγνωρισιμότητα.

Το ποτάμι δεν είχε γυρισμό πλέον. Το 1987 κυκλοφορούν το καλύτερό τους άλμπουμ για μένα, το μοναδικό «The Joshua Tree». Επηρεασμένοι από τις φιλίες που συνάψανε με Bob Dylan, Keith Richards και Van Morrison, κάνουν μια βουτιά στην παραδοσιακή αγγλική και αμερικάνικη μουσική και τα παντρεύουν με τον χαρακτηριστικό – πλέον – ήχο τους. Γίνεται ο πιο γρήγορα κορυφαίος δίσκος στην ιστορία των βρετανικών charts και κερδίζουν τα δυο πρώτα Grammy τους, ενώ το «The Joshua Tree tour» γεμίζει τα στάδια και τις αρένες του πλανήτη. Το 1989 βγάζουν το «Rattle and Hum» που περιλαμβάνει νέα τραγούδια καθώς και live εκτελέσεις από το «The Joshua Tree tour», όπως επίσης και φιλμ tribute στην αμερικάνικη μουσική, έχοντας τραγούδια που παίχθηκαν μαζί με τον Dylan και τον B.B.King. Ωστόσο, δίσκος και ταινία δέχθηκαν ανάμεικτες κριτικές, παρά την τεράστια αποδοχή του κοινού.

Η μπάντα μπαίνει στη δεκαετία του 90 με ένα ακόμα πολύ καλό άλμπουμ, το «Achtung Baby» του 1991. Ηχογραφήθηκε και αυτό από Eno και Lanois στο ανατολικό Βερολίνο, με αφορμή και αναζήτηση έμπνευσης από την επανένωση των δυο Γερμανιών. Πιο σκοτεινό και εσωστρεφές, θεωρείται και αυτό από τις πιο επιτυχημένες και αποδεκτές δουλειές τους. Το 1993 κυκλοφορούν το «Zooropa» με πιο ηλεκτρονικές και techno επιρροές. Και κάπου εκεί κάτι σπάει μέσα μας! Κάπου εκεί αρχίζουμε να τους χάνουμε.

Ακολουθούν τρία μετριότατα άλμπουμ, τα «Pop» του 1997, «All that you can’t leave behind» του 2000 και «How to dismantle an atomic bomb» του 2004. Ο κόσμος αρχίζει να τους βλέπει πολύ βαρετά, αρχίζει να μπουχτίζει από τις άπειρες ανθρωπιστικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες και συμμετοχές τους (κυρίως του Bono) σε βαθμό που τις θεωρεί επιτηδευμένες, δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στον ήχο τους, και πλέον όλοι είναι (είμαστε) προκατειλημμένοι (δυστυχώς) απέναντι σε ό,τι καινούργιο πρόκειται να βγάλουν. Όσο για την προσωπική μου γνώμη; Τελευταίος μεγάλος δίσκος τους το «Achtung Baby». Τελευταίο πραγματικό U2 τραγούδι το «City of blinding lights» του «How to dismantle an atomic bomb». Τι συνέβη; Ποιος φταίει; Βαρέθηκαν και επαναπαύτηκαν από την πλήρη, παγκόσμια αποδοχή; Δεν έχουν κάτι άλλο να πουν; Μπούχτισαν από βραβεία, πωλήσεις, συναυλίες και δεν τους ενδιαφέρει πλέον; Ξέρει κανείς να απαντήσει;

Ειδικά σχετικά με τη μουσική, μια από τις πολλές αρχές μου είναι η εξής: Πρέπει η μπάντα ή ο καλλιτέχνης να έχει αφήσει κάτι μουσικά στην ανθρωπότητα για να θεωρηθεί τουλάχιστον αξιωσημείωτη/ος. Και δεν νομίζω ότι χωρά αμφισβήτηση ότι οι U2 το έκαναν αυτό και με το παραπάνω. Ούτε πιστεύω ότι υπήρξαν ή θα υπάρξουν πολλές φωνές σαν τον Bono, κιθαρίστες σαν τον Edge και μπασίστες σαν τον Clayton. Μας έχουν απογοητεύσει και συνεχίζουν. Ναι, είναι γεγονός. Όμως μας χάρισαν πολλά. Και όσο μπορώ ακόμα να ακούω τη φωνή του Bono και το χαρακτηριστικό delay της κιθάρας του Edge (έστω από τα παλιά), τόσο θα ζητάω να ακούω το «New year's day» όταν οδηγώ μόνος, νύχτα, σε μια ατέλειωτη ευθεία….