28 Μαρ 2008

Audioslave - To be yourself is all that you can do...

Μια ακόμα περίπτωση που γυρνάει στο μυαλό μου αρκετό καιρό τώρα. Οι λόγοι για τους οποίους τους αφιερώνω ανάρτηση είναι δυο: αφενός διότι πρόκειται για μια μπάντα εξαιρετικών μουσικών και πολύ έντονων προσωπικοτήτων και αφετέρου διότι προήλθε από την διάσπαση δυο από τις σημαντικότερες μπάντες της τελευταίας εικοσαετίας. Οι Audioslave διχάσανε πολύ κόσμο. Για άλλους ήταν ένα απόλυτα πετυχημένο πείραμα, για άλλους πάλι ένα κόλπο που «το καταλάβανε» γρήγορα. Τι ισχύει όμως απ’ τα δυο; Ας τα δούμε αναλυτικά όμως, ελπίζοντας ότι μέσω των σχολίων μας δοθεί ίσως μια απάντηση, χωρίς βέβαια αυτό να είναι και το ζητούμενο.

Χρονιά 2000. Από τη μια ένας χαρισματικός τραγουδιστής, τραγουδοποιός, μουσικός, σχεδόν ανυπόφορα έντονη προσωπικότητα και frontman μιας μπάντας μοναδικής. Ο Chris Cornell των Soundgarden (που εννοείται ότι θα τους «πιάσουμε» αργότερα). Από την άλλη όλα τα μέλη (πλην του τραγουδιστή Zack de la Rocha) της πιο επαναστατικής και επαναστατημένης μπάντας ever ίσως, των Rage Against The Machine (RATM). Ο μεν, με κατά βάσει grunge καταβολές μιας και οι Soundgarden ήταν όπως και να το κάνουμε αρκετά μπροστά σε σχέση με αρκετούς από τους υπόλοιπους εκπροσώπους του Seattle, οι δε, συνεχιστές των μεγάλων Faith No More, με την σκληρή και έντονα πολιτικοποιημένη σφραγίδα τους δυνατά αφημένη στον χώρο του funk/hip-hop metal, σε μια εποχή όπου το ευρύτερο ροκ στερέωμα είχε αφήσει στην ραπ την «βρώμικη» αυτή δουλειά.

Ο Zack de la Rocha δηλώνει ότι θέλει να αφήσει τους RATM και η μπάντα μένει χωρίς τραγουδιστή (εδώ που τα λέμε δεν ήταν και ότι πιο εύκολο να αντικατασταθεί). Οι Soundgarden διαλυμένοι από καιρό (από το 1997) με τον Cornell να έχει ήδη κυκλοφορήσει προσωπικές δουλειές. Οι παραπάνω λοιπόν... παντρεύτηκαν. Το γνωστό καταιγιστικό στυλ των RATM στολίστηκε με την μελωδικότητα του Chris Cornell. Και δημιουργήθηκαν οι Audioslave.

Με πλούσια εμπειρία και δημοτικότητα άπαντες και ήδη αρκούντως δικτυωμένοι στους μουσικούς χώρους, αντιλαμβάνεστε ότι δεν ήταν δύσκολο να γράψουν και να κυκλοφορήσουν δίσκους, να κλείσουν συναυλίες και εν γένει να αποτελέσουν τη νέα δύναμη. Έτσι, το 2002, κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ σαν σούπεργκρουπ πλέον, το ομόνυμο «Audioslave» και καλύτερό τους κατ’ εμέ, σε παραγωγή του μεγάλου Rick Rubin. Με άνεση καταλαμβάνει πολύ υψηλές θέσεις στα charts, χωρίς όμως αυτό να αντικατοπτρίζεται απολύτως και στις αμφιλεγόμενες κριτικές που δέχτηκε. Περιοδικά και sites το χαρακτήρισαν προβλέψιμο, και αρκετά ρηχό παρά τα εξαιρετικά φωνητικά του Cornell, άλλα πάλι το εκθείασαν γράφοντας πως ήταν ό,τι χρειαζόταν η μουσική και συνέκριναν την μπάντα με τους Sabbath, ακόμα και με τους Zeppelin.

Ακολουθούν πολλές live εμφανίσεις, και το 2003 κυκλοφορούν το single «Like a stone», το οποίο αποσπά Grammy ως «Best hard rock performance», ενώ το «Audioslave» ως «Best hard rock album». Μπαίνουν στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ, αν και σύμφωνα με τον Tom Morello το υλικό ήταν ήδη διαθέσιμο, μιας και από το πρώτο τους άλμπουμ είχαν γράψει αρκετό υλικό για ένα ακόμα! Έτσι, το 2005 βγάζουν το «Out of exile». Για μια ακόμα φορά οι διάφορες κριτικές δίνουν και παίρνουν, χωρίς αυτό φυσικά να εμποδίσει την εμπορικότητά του. Ο ίδιος ο Cornell το χαρακτήρισε ως πιο πολυσυλλεκτικό ηχητικά και πιο αυτοβιογραφικό στιχουργικά, με έμφαση στις αλλαγές που συνέβησαν στη ζωή του το 2002 (ναρκωτικά, διαζύγιο, νέος γάμος...).

Τον Σεπτέμβρη του 2006 η μπάντα κυκλοφορεί το τελευταίο στούντιο άλμπουμ της, το «Revelations». Γνωστό το παιχνίδι των κριτικών, γνωστή και η εμπορική του επιτυχία. Πρέπει πάντως να ήταν ο δίσκος που το γκρουπ ευχαριστήθηκε περισσότερο σύμφωνα με τις δηλώσεις τους. Πιο φανκ χροιά, πολιτική στάση που σχεδόν απουσίαζε από τους δύο προηγούμενους, και ένας Tom Morello, αυτός ο πολύ μεγάλος κιθαρίστας (No 26 στη λίστα του the Rolling Stone Magazine με τους καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών και μέσα στην εικοσάδα των καλύτερων σύγχρονων) πιο ώριμος και ορεξάτος από ποτέ!

Οι Audioslave δεν έμειναν όμως μόνο στα κλασικά στουντιακά και απλά συναυλιακά δρώμενα. Συμμετοχές σε soundtracks (Collateral που την προσφορά τους την ακούτε και... δίπλα, Miami Vice) και σε συναυλίες συγκεκριμένων σκοπών (Live 8) συνθέτουν την πολύ δραστήρια εικόνα τους.

Την επόμενη χρονιά ωστόσο μετά την κυκλοφορία του τελευταίου τους δίσκου, ο Zack de la Rocha αρχίζει να ψάχνει τους παλιούς του φίλους. Και εκείνοι δεν μπόρεσαν να αντισταθούν. Οι Audioslave ήταν πλέον παρελθόν και οι μεγάλοι RATM ξανά μαζί!

Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί μια τέτοια μπάντα; Συνάντηση μεγάλων μουσικών; Διαφημιστικό κόλπο που επί της ουσίας αναμασάει το ύφος των προγενέστερων συγκροτημάτων; Απλά η συνέχεια της πορείας κάποιων ανθρώπων που η διάλυση των παλιών γκρουπ τους δεν σημαίνει το τέλος τους; Σίγουρα δεν μπορώ να το κρίνω. Αρνούμαι όμως να πιστέψω ότι μορφές τέτοιου μεγέθους όπως ο Cornell και ο Morello έκαναν κάτι τέτοιο μόνο για να συνεχίσουν να ζουν από τη μουσική και ότι δεν λειτούργησαν μέσα στα στούντιο και πάνω στη σκηνή έστω και για μια φορά ως μια νέα μπάντα. Και για μένα αυτό είναι αρκετό. Όπως αρκετό μου είναι το ότι μου έδωσαν και μου δίνουν τη χαρά να τους ακούω ακόμα, έστω κι αν αυτό πρέπει να γίνει με τον τρόπο των Audioslave!
18 Μαρ 2008

Calexico - I live at yonder where the snakes and scorpions run...


Το όνομά τους είναι συνδεδεμένο με ένα από τα αγαπημένα μου σημεία του πλανήτη μας: τη νοτιοδυτική Αμερική και το Μεξικό. Λέγεται επίσης ότι ονομάστηκαν έτσι από τα μέρη καταγωγής των δυο βασικών μελών τους και από τους πληρέστερους εν ενεργεία μουσικούς, του Joey Burns που είναι από την CALifornia και του John Convertino που είναι από το mEXICO. Στη συνείδησή μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι και με τον κύριο Iron and Wine της προηγούμενης ανάρτησης. Όπως και νά ‘χει πάντως, αυτοί και πολλοί ακόμα λόγοι είναι υπεραρκετοί για να τους αφιερώσω μια ανάρτηση.

Οι Burns και Convertino γνωρίστηκαν το 1990 με έναν από τους κοινότυπους αλλά πάντα ενδιαφέροντες τρόπους που συναντώνται οι μουσικοί: ο πρώτος σπούδαζε μουσική στο πανεπιστήμιο της California ενώ ο δεύτερος έπαιζε τύμπανα για τους Giant Sand. Ο Burns προσαρτήθηκε στην μπάντα για μπασίστας, ώντας φυσικά ένας εξαίρετος κιθαρίστας. Εν συνεχεία οι δυό τους έφτιαξαν τους Friends of Dean Martin, που μετέπειτα έγιναν οι πάρα πολύ καλοί Friends of Dean Martinez. Το «ζευγάρι» ωστόσο αποχώρησε από την μπάντα αυτή το 1996, και για λίγο καιρό αποτέλεσαν ένα indie rock δίδυμο προς ενοικίαση! Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το «Spoke» που τεχνικά αποτελεί το πρώτο τους άλμπουμ, αν και αρχικά το εξέδωσαν ονομαζόμενοι και αυτοί Spoke, για να έρθει το 1997 και να το επανακυκλοφορήσουν με το καθιερωμένο πλέον όνομά τους Calexico.

Και αν όλα αυτά σας φαίνονται κάπως βαρετά, υπομονή! Γιατί φτάσαμε στο 1998 και ακούμε τους Calexico να κυκλοφορούν ένα δίσκο – διαμάντι. Μιλάμε φυσικά για το «Black Light», που απέσπασε εξαιρετικές κριτικές από τον τύπο, με κάποια περιοδικά να τον χαρακτηρίζουν – δικαίως – ως έναν από τους καλύτερους της χρονιάς. Δίσκος πανέμορφος, σκονισμένος από την έρημο της Αριζόνα. Και σίγουρα όλοι θυμόμαστε το «Stray» που κοσμούσε τους τίτλους των «Πρωταγωνιστών» του Σταύρου Θεοδωράκη. Τα επόμενα δυο χρόνια τα αφιέρωσαν στο χτίσιμο του προφίλ τους, κάνοντας περιοδείες και σαπορτάροντας μπάντες όπως οι Pavement και οι Dirty Three. Και το 2000 έρχεται ένα ακόμα πολύ καλό άλμπουμ, το «Hot Rail», το οποίο με βασικό όπλο τον ορισμό του desert rock «Ballad of cable Hogue» συνεπαίρνει τον κόσμο.

Πολλά τα live άλμπουμ τους, με σημαντικότερο ίσως το «Scraping Tour» του 2001 απ’ το οποίο είναι και το μοναδικό «Wash» που ακούμε δίπλα. Το 2003 κυκλοφορούν το επόμενο στούντιο άλμπουμ τους, το «Feast of wire» με το οποίο πετυχαίνουν τις υψηλότερες θέσεις ever, ενώ το 2006 επανέρχονται με το «Garden Ruin», στο οποίο για πρώτη φορά απουσιάζουν εντελώς τα instrumental κομμάτια τους δίνοντάς του έναν πιο mainstream χαρακτήρα. Επίσης πολύ καλή δουλεία.

Πάμπολλες και οι συμμετοχές τους τόσο σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών όσο και σε soundtracks ταινιών. Από τους Friends of Dean Martinez, στη Nancy Sinatra γράφοντας το πανέμορφο «Burnin’ down the spark», στους Iron and Wine ενορχηστρώνοντας όλο το... πανίσχυρο «In the reins», στην ταινία «Collateral» με το «Guero canelo», ακόμα και στο πρόσφατο «I’m not there» για τον Dylan όπου διασκεύασαν πολλά τραγούδια του.

Δραστήριοι, συνέχεια στο δρόμο, με ραχοκοκαλιά έναν πολύ δυνατό κιθαρίστα – μουσικό, τραγουδιστή και στιχουργό (τον Joey Burns) και έναν από τους καλύτερους drummers αυτή τη στιγμή με το πιο χαρακτηριστικό παίξιμο που άκουσα ποτέ μου (τον John Convertino), με συνεργάτες από τρομπετίστες και βιολιστές απ’ ευθείας από την έρημο έως mariachi Μεξικάνους κιθαρίστες, οι Calexico – για μένα τουλάχιστον – αποτελούν ήδη σημαντική κληρονομιά, όχι μόνο για το παρακλάδι desert του ροκ, αλλά για την παγκόσμια μουσική. Και όταν νιώσετε ότι οι κάκτοι και οι σκορπιοί της ερήμου συναντάνε τα τζαζ ποτάμια και τις ροκ ακροβασίες, τότε ρίξτε μια ματιά στο στερεο-φονικό σας! Πρέπει να ακούτε Calexico…




UPDATE: Οκτώβρης του 2008 και το δίδυμο δεν κάθεται ήσυχα με τίποτα! Με το "Carried to dust" κυριολεκτικά μας... κουβάλησαν ξανά στη σκόνη, στην δική τους σκόνη της ερήμου τους και της μουσικής τους...



7 Μαρ 2008

Iron and Wine - Jesus the mexican boy...

Πάντα τον άκουγα συχνά από τότε που τον ανακάλυψα. Τελευταία βλέπω τραγούδια του να παίζονται σε διάφορα φιλικά blogs. Ακούω συχνά και τον καινούργιο του μαγικό δίσκο. Και όλα αυτά, σαν να μου έλεγαν σιωπηρά να κάνω την ανάρτηση αυτή τώρα. Την ανάρτηση που θα χαροποιήσει πολύ αλλά λίγους φίλους, καθώς είναι εν γένει άγνωστος, την ανάρτηση που προβλέπεται να φιλοξενήσει τα λιγότερα σχόλια. Αξίζει όμως. Αξίζει πολύ να τους ανακαλύψετε όλοι. Το τραγούδι που παίζει δίπλα μάλλον θα σας πείσει. Είναι οι Iron and Wine, που δεν είναι παρά το stage name του τραγουδοποιού Sam(uel) Beam.

Γεννημένος το 1974, φυσικά στη χώρα των μεγάλων songwriters, την Αμερική και συγκεκριμένα στη Νότια Carolina, ο Beam ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική καθαρά από χόμπι. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Florida, όπου ο Sam μεγάλωσε, πήγε σχολείο, σπούδασε κινηματογράφο και τελικά απέκτησε έδρα στο πανεπιστήμιο της Florida ως λέκτορας κινηματογράφου! Έγραφε τραγούδια επί αρκετά χρόνια, χωρίς όμως να δίνει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό. Μέχρι που ένας φίλος του έπαθε τη ζημιά που παθαίνει όποιος ακούει τον Sam, του δάνεισε ένα μαγνητόφωνο και τον πίεσε να ηχογραφήσει σε κασέτα 4 τραγούδια του. Μέσω του φίλου του αυτού, αντίγραφα της κασέτας μοιράστηκαν σε αρκετό κόσμο, μέχρι που έφτασε στα χέρια του ιδιοκτήτη της ιστορικής Sub Pop, οποίος ζήτησε να έρθει προσωπικά σε επαφή με τον Beam. Η συνέχεια γίνεται εύκολα αντιληπτή!

Το 2002 ο Sam κυκλοφορεί το πρώτο Iron and Wine άλμπουμ «The Creek Drunk the Cradle» υπό την ετικέτα της Sub Pop, με ολόκληρη την ηχογράφηση και την παραγωγή να γίνεται στο δικό του home studio. Ακούγοντας κανείς τα πρώτα μόλις δευτερόλεπτα του δίσκου, τον αγκαλιάζουν όλα εκείνα τα μοναδικά συστατικά μιας home ηχογράφησης. Θόρυβοι στο βάθος, χτυπήματα του χεριού και της πένας στην κιθάρα, απομακρυσμένα φωνητικά. Πόσο λίγο μετράνε όμως όλα αυτά μπροστά στο συναίσθημα που βγάζουν τα τραγούδια του! Επιστρατεύοντας ακουστική κιθάρα, μπάντζο και slide, ο ήχος του εύκολα παραπέμπει στον Drake, στον Paul Simon, στον Elliot Smith, ακόμα και στον Neil Young. Το πρώτο του αυτό άλμπουμ ακολούθησε το εξαιρετικό EP «The Sea and the Rhythm», το 2003.

Έναν χρόνο μετά το μοναδικό αυτό EP ο Beam κυκλοφορεί το δεύτερο στούντιο άλμπουμ «Our Endless Numbered Days», αυτή τη φορά ηχογραφημένο σε επαγγελματικό στούντιο. Ως εκ τούτου η διαφορά στην παραγωγή είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Με έμφαση πάντα στον ακουστικό ήχο, την ίδια χρονιά ο Sam ηχογραφεί το τραγούδι «The Trapeze Swinger» για την ταινία «In Good Company». Το 2005 κυκλοφορεί το EP «Woman King» με πιο ηλεκτρικό ήχο και την ίδια χρονιά κάνει το μεγάλο break through. Κυκλοφορεί το EP με τίτλο «In the reins», στο οποίο ο ίδιος υπογράφει στίχους και μουσική, ενώ την ενορχήστρωση και την παραγωγή οι απίστευτοι Calexico. Προσωπικά από τους καλύτερους δίσκους που έχω ακούσει ποτέ μου! Μια απίθανη δουλειά, με τους στίχους και τα φωνητικά του Sam να ακροβατούν μεταξύ αφελούς ρομαντισμού και νυχτερινής σκοτεινιάς και τις σκονισμένες desert rock, Mexican έως και jazz πινελιές των Burns και Convertino των Calexico να ταξιδεύουν τον ακροατή πολύ μακριά!

Ασταμάτητος ο Sam Beam από τότε που ξεκίνησε, τη χρονιά που μας πέρασε μας «κέρασε» μια ακόμα εξαιρετική δουλειά, το «The Shepherd’s Dog» (που προτεινόταν μέχρι σήμερα στο παρόν blog). Όλα όσα αγαπήσαμε στους Iron and Wine, ό,τι μας μάγευε πάντα ήταν παρόν και σε αυτόν το δίσκο. Να τονίσω επίσης και την πολύ καλή συμμετοχή του στο soundtrack της ταινίας «I’m not there» για τον Bob Dylan, με την διασκευή του «Dark Eyes» του Dylan παρέα με τους Calexico.

Σύντομη η ιστορία του, προβλέπεται και ευχόμαστε ωστόσο να είναι πάρα πάρα πολύ μεγάλη. Πρέπει να κλείσω την ανάρτηση όμως ε; Τι να πω για τον Sam Beam, ή αλλιώς τους Iron and Wine; Για το πόσο χαίρομαι όταν βλέπω «νέους» τραγουδοποιούς να έχουν τέτοιες πορείες (όπως πχ ο Josh Ritter ή ο Ryan Adams), συνεχίζοντας την τεράστια παράδοση της χώρας αυτής; Για το ότι ΠΡΕΠΕΙ να τους (τον) ακούσει κανείς για να καταλάβει για τι μιλάμε; Αρκετά δεν είναι αυτά; Καλή ακρόαση!

Α, και κάτι άλλο που μού ‘ρχεται στο νου όταν ακούω Iron and Wine: Καλό καλοκαίρι…