13 Νοε 2008

Josh Ritter - God is a drunkard for pain...


Ένα θέμα τεράστιο που υπάρχει μέσα μου χρόνια και που τον τελευταίο καιρό γιγαντώνεται κι άλλο, με ώθησε να γράψω τώρα για τον συγκεκριμένο τραγουδοποιό. Όχι γιατί αυτό το είδος δημιουργίας (του τραγουδοποιού) αποτελεί ίσως το αγαπημένο μου, ούτε επειδή ο συγκεκριμένος αποτελεί την απόλυτη, φυσική συνέχεια των τεράστιων Αμερικάνων δημιουργών του είδους (ακούγοντας τον είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσετε). Αλλά επειδή μαθαίνοντας και διαβάζοντας γι’ αυτόν διέκρινα πληθώρα εν δυνάμει (για να μην ακουστεί και εντελώς υπεροπτικό) κοινών στοιχείων με μένα. Και αυτός είναι ο λόγος που την παρούσα ανάρτηση μου την αφιερώνω, και κυρίως επειδή πρέπει να διδαχθώ από την ιστορία του Josh Ritter. Πέραν όμως όλων αυτών που πιθανόν να σας ενδιαφέρουν από ελάχιστα ως καθόλου, σας καλώ (όπως κάθε φορά) απλά να διαβάσετε, να γνωρίσετε και να ακούσετε για έναν ταλαντούχο, ρομαντικό, σεμνό 32χρονο δημιουργό.

Ο Josh Ritter γεννήθηκε στο Idaho της Αμερικής το 1976. Σε ηλικία 18 ετών είχε ήδη αρχίσει να σκαλίζει την δισκοθήκη των γιατρών νευρολόγων γονιών του. Προφανώς θα άκουσε αρκετά πράγματα, αλλά μόνο μετά από την ακρόαση του «Girl from the North country» από τον Bob Dylan και τον Johnny Cash (δίσκος: «Nashville 1969» που επιτέλους πρόσφατα έπεσε και στα χέρια μου...) κάτι μέσα του τον έσπρωξε στο να γράψει τραγούδια, με ένα αυτοσχέδιο όργανο σαν λαούτο που είχε φτιάξει ο πατέρας του! Έγραψε αρκετά τραγούδια με το ιδιότυπο αυτό μουσικό όργανο, πριν το εγκαταλείψει οριστικά για τα μάτια (ή καλύτερα τις χορδές) της πρώτης του κιθάρας, την οποία ευθύς αμέσως βάλθηκε να εξερευνήσει και να κατακτήσει από μόνος του.

Ξεκίνησε σπουδές νευρολογίας στο κολέγιο, γρήγορα όμως άλλαξε άρδην ειδικότητα. Όχι προς κάποιον άλλο κλάδο της ιατρικής, αλλά προς την «Αυτοδημιουργούμενη ιστορία μέσω της αφηγηματικής φολκ μουσικής». Στα 21 του εκδίδει μόνος του το πρώτο του άλμπουμ «Josh Ritter», το οποίο ηχογραφήθηκε στο στούντιο της πανεπιστημιούπολης όπου σπούδαζε (οδυνηρή η όποια συσχέτιση με τα δικά μας Πανεπιστήμια φαντάζομαι…) και μετά την αποφοίτησή του μεταβαίνει στην Σκωτία και στο «School of Scottish Folk Studies» για άλλους έξι μήνες. Επιστρέφει στην χώρα του, όπου ξεκινάει κάποιες προσωρινές δουλειές, ενώ παράλληλα προωθεί το άλμπουμ του και συμμετέχει σε διάφορα live performances και Open mics. Κάνοντας ωστόσο ένα ταξίδι στο Δουβλίνο, ανακαλύπτει ότι ήταν ανέλπιστα δημοφιλής εκεί, με το άλμπουμ του να έχει κινηθεί εμπορικά σε αξιοπρεπέστατες γραμμές (κάτι ανάλογο ίσως με την περίπτωση Ελλάδα – Puressence). Είναι γνωστή άλλωστε η αδυναμία αλλά και το αισθητήριο της Ιρλανδίας σε τέτοιους δημιουργούς. Κάποια στιγμή και με τα χρήματα που αποκόμισε κυρίως από τις εν Ιρλανδία πωλήσεις, βρέθηκε σε θέση να παρατήσει τις όποιες άσχετες δουλειές και να αφοσιωθεί full time στη μουσική.

Το 2000 ο Josh ξεκινά την ηχογράφηση του δεύτερού του άλμπουμ, του εκπληκτικού και αγαπημένου μου «Golden Age of Radio» (ακούμε δίπλα το λατρεμένο ομώνυμο), το οποίο ηχογραφήθηκε το μισό σε κανονικό στούντιο και το υπόλοιπο (λόγω περιορισμένου διαθέσιμου ποσού, μόλις 1000$) στο υπόγειο αυτοσχέδιο στούντιο ενός φίλου! Περιττό να τονίσω ότι και αυτό το άλμπουμ προωθήθηκε και εκδόθηκε από τον ίδιο. Στα πλαίσια της προώθησης αυτής φτάνει και στα χέρια ενός παραγωγού της ανεξάρτητης δισκογραφικής Signature Sounds, ο οποίος προσφέρεται να ξανακάνει το mastering και την επανέκδοση του άλμπουμ, όπως και γίνεται το 2002. Το τραγούδι «Me & Jigs» εκδίδεται σαν single στην Ιρλανδία, ενώ ο Ritter ξεκινάει τα live «ανοίγοντας» τους πολύ δημοφιλείς και επιδραστικούς The Frames, μέχρι κάποια στιγμή να κάνει τις δικές του συναυλίες. Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφορεί το τρίτο του «Hello Starling», το οποίο γίνεται Νο 2 στην Ιρλανδία.

Την ίδια χρονιά παίρνει το πολυπόθητο βάπτισμα – καταξίωση κάθε φολκ τραγουδοποιού, τη συμμετοχή στο θρυλικό Newport Folk Festival, το 2005 στο Oxegen, ενώ έχει αποτελέσει headliner ταυτόχρονα με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες όπως η Joan Baez, η οποία έχει διασκευάσει και τραγούδια του ιδίου! Με τα πράγματα πια να έχουν πάρει τον δρόμο τους, τα «The Animal Years» (ακούγεται το πανέμορφο και πιστότατο νεο-κάντρυ «Good man») του 2006 και «The Historical Conquests of Josh Ritter» (ακούμε τη γλυκιά φολκ μπαλάντα «The temptation of Adam») του 2007 απολαμβάνουν πλέον εξαιρετικών κριτικών.

Αρκετά σύντομη η ιστορία και η πορεία μέχρι στιγμής του 32χρονου Josh Ritter, με την πεποίθηση ότι θα εξελιχθεί σε πολύ πολύ μεγαλύτερη. Γι’ αυτό είμαι σίγουρος για τον τόσο αξιόλογο και πιστό συνεχιστή της φολκ - ροκ. Όσο βασικά συστατικά του θα παραμένουν η αυθεντική τραγουδοποιία που ρίχνει συχνά βλέμματα πίσω στις απαρχές των πάντων (Bob Dylan, Johnny Cash, Bruce Springsteen από θέμα στίχου κυρίως), ο στεγνός και ακατέργαστος ήχος και το καθηλωτικό storytelling ενός παραμυθά που στιχουργικά σπανίζει πια και μας έχει λείψει τόσο πολύ, και η σεμνότητα, η αντιεμπορικότητα και το χαμηλό προφίλ, ο Ritter πάντα θα μας συντροφεύει, με μέτρια αναγνωρισιμότητα και «επιτυχία» σε σχέση με άλλους του συστήματος, αλλά πάντα πιάνοντας το Νο1 μέσα μας!



9 Νοε 2008

Portishead - 2008 - Third


Ψάχνω απεγνωσμένα (και μάλλον μάταια) να εκφράσω το συναίσθημα που ένιωσα όταν άρχισαν να φτάνουν και στα δικά μου αυτιά, κάπου στις αρχές του έτους, οι φήμες ότι οι Portishead λέει θα βγάλουν φέτος νέο άλμπουμ. Όχι γιατί είναι μεγάλη μπάντα και πάντα περιμένεις να τους ακούσεις, ούτε γιατί προσωπικά αλλά και πολύς πολύς κόσμος τους λατρεύουμε. Αλλά επειδή κάνανε τόσα πολλά χρόνια να εμφανιστούν με κάτι νέο που υποσυνείδητα πέρασαν στο team εκείνων που «θέλω να δω πριν πεθάνω, και κυρίως πριν πεθάνουν αυτοί». Έτσι είναι λατρεμένη παρέα του Bristol! Ήμασταν νιοί και γεράσαμε, και σεις επίσης! Αν είναι δυνατόν! 11 (ολογράφως: έντεκα) χρόνια από στούντιο άλμπουμ και 10 χρόνια από το μυθικών πια διαστάσεων «Roseland NYC Live»; Ε; Είναι δυνατόν; Και το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου ευρώ: ΤΙ ΚΑΝΑΤΕ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ;;; Και μεις από την άλλη, για ποιους μας περάσατε να περιμένουμε αιωνίως; Δηλαδή, αν το καλοσκεφτείτε, περάσαμε στις σχολές μας, τις τελειώσαμε, πήγαμε φαντάροι, απολυθήκαμε, δουλεύουμε τόσα χρόνια περνώντας από 3-4 τουλάχιστον δουλειές ο καθένας, κόσμος πήγε και ήρθε, με το «Dummy» και το Live σας στ’ αυτιά μας από σας, άντε και λίγο απ’ το ομώνυμο!

Αλλά το ευχάριστα εκνευριστικό της υπόθεσης είναι το ότι άξιζε η αναμονή. Κι όμως το άξιζε αυτή η μπάντα που θαρρείς ότι δεν έχει δει ποτέ της τον ήλιο. Εκεί που ο περισσότερος κόσμος περίμενε ένα άλμπουμ λίγο πριν τη διάλυση, ένα απεγνωσμένο άλμα προς μια οποιαδήποτε χειρολαβή να κρατηθούν στο προσκήνιο για λίγο ακόμα, έρχονται με το «Third» να μας θυμίσουν γιατί βρίσκονται τουλάχιστον μια κλάση πάνω από τους άλλους δυο της παρέας του αδιαλλείπτως συννεφοπλακωμένου Bristol (Massive Attack και Tricky) και οι οποίοι στη δεκαετία αυτή έδιναν συνεχώς το παρών.

Το άλμπουμ είναι μπροστά. Όταν σε έναν δίσκο μιας trip hop μπάντας ακούς άψογα δεμένα από φολκ κιθαρόνια μέχρι ό,τι πιο νέο και εξελιγμένο στο θέμα των ηλεκτρονικών samples (χειριζόμενα πάντα από τα μαγικά, καλωδιωμένα χέρια του Geoff Barrow), να ντύνουν την αιώνια πια, τελετουργική φωνή της Beth Gibbons και όλα αυτά μέσα από το γνωστό πρίσμα σεμνότητας, δεν μπορείς παρά τουλάχιστον να τον ακούσεις με προσοχή! Πολύ διαφορετικό από το τεράστιο «Dummy», δεν το αναμάσησαν ούτε δευτερόλεπτο, και κυρίως προστάτεψαν το πλέον ακριβό χαρακτηριστικό της κληρονομιάς τους: την σκοτεινιά του Bristol!

Μεγάλο, τεράστιο κομμάτι το «The rip» με τον Geoff να αποδεικνύει την μεγάλη φόρμα στην οποία βρίσκεται, εκνευριστικά ιδιοφυές και κυριολεκτικό το «Machine gun», υπνωτιστικό το «Silence», τρομακτικό το «Plastic», έκπληξη το «Deep water», πολύ πολύ δεμένο το «Magic doors» με το δίδυμο να... βρίσκεται... με τη μια (ίσως η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ σαν ομαδική δουλειά), βρώμικο και... μεταμεσονύκτιο το «Threads». Εντάξει, ίσως υπάρχουν και κάποιες στιγμές... χαλάρωσης, που μάλλον όμως θα ενοχλήσουν μόνο τους μη εξοικιωμένους με το trip – hop.

Δεν ξέρω που οδεύει το trip – hop. Ίσως να πέρασε ανεπιστρεπτί η περίοδος έκφρασης της βροχερής βιομηχανοποίησης του Bristol, η αποτύπωση των εργοστασίων και των καμινάδων τους μέσω σκοτεινής ηλεκτρονικής (κατά βάση) μουσικής. Η μπάντα πάντως είναι πολύ μεγάλη και ήδη έχουν αφήσει ιστορία που άλλοι θα ήθελαν 25 χρόνια καριέρας και σίγουρα διψήφιο αριθμό δίσκων. Και σεις καλοί μας Portishead, αν είναι να μην διαλυθείτε, μην ξανανομίσουμε και μεις ότι ο Geoff έπαθε καμμιά ηλεκτροπληξία παίζοντας με τα καλώδια και τους διακόπτες των controllers και η Beth γέρασε και αδυνάτισε κι άλλο, τόσο που κάποια στιγμή απλά εξαφανίστηκε! Άντε μπράβο...