30 Οκτ 2007

The Walkabouts - I go to sleep, before the devil wakes...

Χωρίς να το καταλάβω ξεκίνησα μια περιήγηση στο Seattle, με Alice In Chains και Pearl Jam. Προκειμένου να γίνω κουραστικός, το ποστ αυτό θα είναι το τελευταίο ενός άτυπου «πρώτου μέρους» της περιήγησης αυτής. Και λέω να κλείσω αυτό το πρώτο μέρος αρκετά μακριά από τους ήχους των παραδοσιακών συγκροτημάτων του Seattle. Με μια μπάντα που παρά την προέλευσή της, είναι η μοναδική γνωστή μη grunge της πόλης. Τους Walkabouts.

Δημιουργήθηκαν κάπου στα 1984, από τον χαρισματικό τραγουδοποιό Chris Eckman και τα αδέρφια του Curt και Grant, παρέα φυσικά με την τραγουδίστρια Carla Torgerson, η οποία σύντομα καθιερώθηκε σαν η χαρακτηριστική φωνή των Walkabouts. Ο Chris και η Carla ήταν ουσιαστικά τα δυο μόνιμα μέλη της μπάντας, παρόλο που κάποιοι μουσικοί πορεύτηκαν μαζί τους για αρκετά χρόνια. Έφτασαν και σε σημείο να κυκλοφορούν τις δουλειές τους και να ανεβαίνουν σε συναυλίες σαν «Chris & Carla», με μερικούς session μουσικούς.

Αν και «παιδιά του Seattle» κι αυτοί, ο ήχος τους ξεφεύγει πολύ από εκείνον του grunge rock που χαρακτηρίζει τους υπόλοιπους. Μπορεί να είναι βορειοαμερικάνοι, το περιεχόμενο των τραγουδιών τους και ο ήχος τους ωστόσο ήταν χαρακτηριστικός country rock, κοντά στις ρίζες της παραδοσιακής αμερικάνικης μουσικής. Τα βιολιά, το πιάνο και τα pedal steel υποδήλωναν φανερά τις προθέσεις τους και τις καταστάσεις που εξιστορούσαν. Ποτέ δεν αρνήθηκαν εξ’ άλλου τις επιρροές τους από Neil Young και Johnny Cash, κάτι που είναι πολύ προφανές στις δουλειές τους. Έως και οι «ποιητικοί» και σκοτεινοί στίχοι του Eckman είχαν να κάνουν με θέματα εντελώς διαφορετικά από εκείνους των «συμπολιτών» τους.

Από μια δισκογραφία 12 άλμπουμ, και πάρα πολλών EPs, live άλμπουμ και compilations, προσωπικά έχω ξεχωρίσει το εξαιρετικό «New west motel» του 1993, το επίσης φοβερό «Satisfied mind» της ίδιας χρονιάς, το «Devil’s road» του 1996, το «Nighttown» του 1997, το «The train leaves at eight» του 2001 που περιέχει και την ομώνυμη διασκευή στο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη (Το τρένο φεύγει στις οχτώ), το «Death valley days» του 1996 που περιέχει και την εκπληκτική διασκευή στο Maggie’s farm του Dylan, και τώρα που το σκέφτομαι κακώς τα γράφω όλα αυτά, καθώς δεν υπάρχει δουλειά των Walkabouts που δεν μου έχει αφήσει κάτι…

Την άνοιξη του 2006 είχα την τύχη να τους δω από κοντά στο Underworld και να μαγευτώ. Γνωστοί για την συμπάθειά τους στη χώρα μας, με την εκπληκτική αυτή συναυλία γιόρτασαν τα εικοστά τους γενέθλια.

Προσωπικά θα με συντροφεύουν για πάντα, άλλοτε με τη βελούδινη, αγγελική φωνή της Carla να μου δείχνει τον δρόμο όταν έχω «κολλήσει» και γυρεύω ένα φως να φέξει στα βήματά μου, και άλλοτε με τα βαριά φωνητικά και τις ιστορίες του Chris να μου κρατάνε την καλύτερη συντροφιά σε μια κουραστική και πολύωρη οδήγηση, και να νομίζω ότι είμαι κι εγώ ένας από τους ήρωες των τραγουδιών του…
22 Οκτ 2007

Pearl Jam - A truant finds home...

Μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με κάτι φίλους σχετικά με την σκηνή του Seattle με έκανε να επισπεύσω την ανάρτηση για τους Pearl Jam. Ψέματα. Ο λόγος που «ανεβάζω» σήμερα ανάρτηση για τους Pearl Jam είναι το ότι σήμερα το πρωί τους άκουσα στο ραδιόφωνο μετά από ούτε που θυμάμαι πόσο καιρό (συγκεκριμένα το Thin era).

Έχω τονίσει στο παρελθόν ότι κάθε μπάντα του Seattle μου αφήνει διαφορετική αίσθηση. Αυτή που μου αφήνουν οι Pearl Jam είναι εκείνη της σταθερότητας. Είναι η μπάντα που είναι πάντα παρούσα, που δεν λείπει ποτέ, που με τις εξαιρετικές (αλλά και με τις πιο μέτριες) δουλειές της δίνει πάντα το παρόν. Και κυρίως, έρχεται τις πιο καίριες στιγμές να μας θυμίζει πώς είναι το ροκ!

Ήταν το 1990 όταν οι Jeff Ament (bass) και Stone Gossard (rhythm guitar), μετά τους Mother Love Bone «έπεσαν» πάνω στον μεγάλο τραγουδιστή που ακούει στο όνομα Eddie Vedder (τραγουδιστής τότε των Bad Radio στο San Diego και υπάλληλος βενζινάδικου), και μαζί με τον Mike McCready (lead guitar) και τον Dave Krusen (drums – από το 1998 έχουν τον εξαιρετικό Matt Cameron των Soundgarden) σχημάτισαν τους Pearl Jam. Πολλές οι ιστορίες σχετικά με την προέλευση του ονόματός τους. Η αλήθεια πάντως είναι ότι προέρχεται από το όνομα της προγιαγιάς του Eddie ονόματι Pearl, η οποία έφτιαχνε μια εκπληκτική μαρμελάδα (jam). Ο Gossard με τον Ament πάντως υποστηρίζουν ότι αρχικά είχαν λανσαριστεί ως σκέτο Pearl και πρόσθεσαν και το Jam αφού η μπάντα είδε live τον Neil Young (? !).

Πόσο λίγο μετράνε όλα αυτά όμως…! Έναν μόλις χρόνο μετά τον σχηματισμό τους κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ. Ένα άλμπουμ φοβερά δυνατό και ώριμο για πρώτο άλμπουμ μιας μπάντας εικοσάχρονων. Ένα άλμπουμ που τους στιγμάτισε, μας στιγμάτισε, και που λίγο έλειψε να αρπάξει τον τίτλο του άλμπουμ της δεκαετίας του ’90 από τους Radiohead. Μιλάμε φυσικά για το «Ten». Και ανατριχιάζουμε… Πώς είναι δυνατόν μια παρέα εικοσάχρονων να γράψουν τα Jeremy, Alive, Once, Even flow, Black, Garden;;; Πότε επηρεάστηκαν, ξεπέρασαν τις επιρροές τους, αυτές έπεσαν στις αγκαλιές τους σαν ώριμα φρούτα, τις επεξεργάστηκαν και τις φίλτραραν ώστε να γράψουν τραγούδια που θα άρμοζαν σε πολύ πιο έμπειρους καλλιτέχνες;

Η δεκαετία (τουλάχιστον η αρχή της) δεν τους ξέφευγε με τίποτα! Η έκρηξη του grunge είχε τους δικούς της πρεσβευτές. Ακολούθησαν τα εξαιρετικά (εφάμιλλα του Ten) «Vs» - 1993 και «Vitalogy» - 1994, στο οποίο μάλιστα, ενοχλημένοι από την τεράστια δημοτικότητά τους, αρνήθηκαν να βάλουν στο εξώφυλλο το όνομά τους! Είναι γνωστοί άλλωστε για την αντισυμβατικότητά τους και για την άρνησή τους να ακολουθήσουν τις επιταγές την μουσικής βιομηχανίας. Γνωστές είναι και οι ιστορίες που θέλουν τον Eddie να ζητάει συγνώμη από το κοινό για την τιμή του εισιτηρίου και για τις διαμάχες τους με μάνατζερ και διοργανωτές για τέτοιας φύσεως θέματα.

Τόσο στους δίσκους που ανέφερα όσο και σ’ εκείνους που ακολούθησαν (No code – 1996, Yield – 1998, Binaural – 2000, Riot act – 2002, Pearl Jam – 2006), αλλά ακόμα περισσότερο στα live τους και στους live δίσκους τους, ήταν κάτι παραπάνω από προφανείς οι κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες τους, οι ενοχλήσεις τους από την κάθε λογής αδικία και η εξύμνηση σκοτεινών και «περιθωριακών» συναισθημάτων. Κάθε μορφής εξουσία που αδιαφορεί για τον κόσμο και προβαίνει σε απάνθρωπες πρακτικές, θα έχει απέναντί της τους Pearl Jam.

Φοβερές και οι συνεργασίες τους. Εμφανίσεις με Bob Dylan, Neil Young, Red Hot Chili Peppers και Ramones (ο Eddie ήταν αδερφικός φίλος με τον Johnny και του πήρε πολύ καιρό να ξεπεράσει τον θάνατό του), διασκευές σε τραγούδια των παραπάνω άλλα και του Johnny Cash, ακόμα και μουσική για την εξαιρετική ταινία «Big Fish» του Tim Burton. Φυσικά δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν από το soundtrack – ύμνο στην σκηνή του Seattle της ταινίας «Singles» του Cameron Crowe, όπου ήταν και εκεί με το μοναδικό «State of love and trust».

Υπάρχουν πολλά που δεν έχω γράψει για τους αγαπημένους Pearl Jam. Για την διαμάχη τους με τους Nirvana, για την αδερφική τους σχέση με τους R.H.C.P. Δεν θα τελειώναμε ποτέ όμως. Κρατάω το ότι δεν υπάρχει φορά που θα ακούσω το «Black» χωρίς να ανατριχιάσω. Δεν υπάρχει φορά που ακούω το «Rearview mirror» και το «State of love and trust» χωρίς να νιώσω ότι θα πέσει το κτίριο. Και όσο η φωνή του Eddie Vedder θα έρχεται κατευθείαν από τα έγκατα της γης, θα μας ανατριχιάζει και θα μας ταρακουνάει, θα θυμόμαστε τι θα πει σταθερότητα μιας μπάντας, διαρκής παρουσία, συνέπεια, και αντίσταση στην κάθε λογής και σε κάθε πτυχή της ζωής επιβαλλόμενη από τα «μοντέρνα και σύγχρονα» μοντέλα εξουσία.
16 Οκτ 2007

PJ Harvey - On the rooftops of Brooklyn...


Καιρός, πιστεύω, να γράψω κάτι και για έναν θηλυκού γένους εκπρόσωπο του ροκ στερεώματος. Για μια κοπέλα που έχω την αίσθηση ότι έκανε την εμφάνισή της την κατάλληλη στιγμή στον χώρο. Πιθανόν εκεί να οφείλεται εν μέρει η τεράστια επιτυχία της, την οποία θεωρώ απολύτως δίκαιη. Πρόκειται για την PJ (Polly Jean) Harvey.

Ήρθε στον κόσμο τούτο στις 9 Οκτωβρίου του 1969 και μεγάλωσε σε μια φάρμα, κάπου στο Dorset της Αγγλίας. Από μικρό παιδί οι γονείς της φρόντισαν «προφητικά» να την γαλουχήσουν στο ροκ και στα μπλουζ, μέσω των καλύτερων εκπροσώπων τους όπως ο μεγάλος Robert Johnson, ο Howlin’ Wolf, ο John Lee Hooker και ο Jimi Hendrix. Ως έφηβη φυσικά θα ήταν αδιανόητο να μην είχε ανάμεσα στις αγαπημένες της μπάντες τους U2, τους Pixies, τους Television, τους Duran Duran και καλλιτέχνες όπως η Patti Smith, κάτι που όλοι μας έχουμε σίγουρα υποπτευθεί και κάτι που η ίδια σιχαίνεται να συμβαίνει (την σύγκριση με την Patti Smith).

Σπούδασε οχτώ χρόνια σαξόφωνο(;), σύντομα όμως την κέρδισε η κιθάρα και το τραγούδι. Από τα 18 της άρχισε να γράφει τα δικά της τραγούδια και το 1991 έκανε την πρώτη live εμφάνισή της με μια μπάντα στην σάλα ενός ξενοδοχείου. Ήταν τόσο κακοί που ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου τους ικέτεψε να σταματήσουν λόγω έντονων παραπόνων των πελατών. Έκτοτε υιοθέτησε το σόλο προφίλ και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορεί το πρώτο της single με τίτλο «Dress», single της εβδομάδας για το περιοδικό Melody Maker.

Έναν χρόνο αργότερα εκδίδει το άλμπουμ – ντεμπούτο της «Dry», μίξη punk, blues και grunge ήχων και το Rolling Stone την ανακηρύσσει καλύτερη τραγουδοποιό και καλύτερη γυναικεία τραγουδίστρια της χρονιάς! Ο χείμαρρος που την χαρακτηρίζει είχε ήδη συμπαρασύρει και την ίδια. Το 1993 κυκλοφορεί το άλμπουμ που την καθιέρωσε, το «Rid of me» (που περιέχει και μια διασκευή στο «Highway 61 Revisited» του Dylan) και δυο χρόνια αργότερα το «To bring you my love» πουλάει πάνω από ένα εκατομμύριο κόπιες σε Ευρώπη και Αμερική, με τον τύπο σύσσωμο να το αποθεώνει σαν άλμπουμ της χρονιάς (L.A. Times, N.Y. Times, Rolling Stone, People, USA Today…).

Το 1996 ακολούθησε το «Dance Hall at Louse Point», το 1998 το «Is this desire?» και το 2000 ένας δίσκος που με έχει στιγματίσει προσωπικά: το «Stories from the city, stories from the sea», σε συνεργασία με τον Mick Harvey, γνωστός από τις συνεργασίες του με τον Nick Cave. Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, πρόκειται για απλή συνωνυμία! Δεν ήταν όμως η μόνη συνεργασία του άλμπουμ. Το χεράκι του για τα καλά έβαλε και ο Thom Yorke των Radiohead, τραγουδώντας το απίστευτο «This mess we’re in» και κάνοντας φωνητικά στα «One line» και «Beautiful feeling».

Ακολούθησε το μέτριο κατ’ εμέ «Uh huh her» του 2004 και φέτος η PJ ήταν πιστή στο ραντεβού της μας, με το παράξενο και αρκετά ικανό να διχάσει το κοινό της «White chalk».

Πολλές και σημαντικές και οι συνεργασίες της. Από τις σημαντικότερες εκείνη με τον Cave στο «Murder ballads» συμμετέχοντας στο «Henry Lee» και στο «Death is not the end» του Bob Dylan, με τον Tricky στο «Angel with dirty faces», με τον Mark Lanegan στο «Bubblegum» και με την Marianne Faithful στο «Before the poison», όπου έγραψε, τραγούδησε και έκανε την παραγωγή σε πέντε τραγούδια!

Και λες και όλα αυτά είναι λίγα για να εκτονώσει τους αμέτρητους τόνους της ενέργειάς της, η «τεταμένη» 38χρονη PJ είναι και γλύπτρια (έχοντας μάλιστα κάνει και εκθέσεις) και, φυσικά, ποιήτρια.

Ζαλίστηκα ήδη να διαβάζω και να γράφω για αυτήν την καταιγιστική περσόνα. Γι’ αυτήν την αυθεντική τραγουδοποιό, την rock μάγισσα που τόση ανάγκη έχει η μουσική. Και σίγουρα είναι κάτι παραπάνω από παρήγορο να υπάρχουν τέτοιες προσωπικότητες σήμερα, που κατακτάνε το κοινό τους με τον πιο αγνό τρόπο, και που ποτέ δεν ξεχνάνε ούτε αρνούνται τις καταβολές τους και τις επιρροές τους.
11 Οκτ 2007

The Waterboys - All you got to do is surrender...

Κι επειδή (με εξαίρεση τους Radiohead) έχουμε ασχοληθεί μόνο με καλλιτέχνες που δεν ζουν πια ή μπάντες που δεν υπάρχουν πια, καιρός για μια μικρή αναφορά σε μια μπάντα που ενώ μετράει 25 περίπου χρόνια ζωής και πέρασε ακόμα και από προσωρινή διάλυση, είναι ακόμα (ευτυχώς) εδώ! Μεγάλο προσωπικό κόλλημα. Πολύ μεγάλο. Οι Waterboys.

Η χρονιά του σχηματισμού τους είναι σαφής: ήταν το 1983 όταν ο Mike Scott, αυτός ο πολύ μεγάλος τραγουδοποιός και performer σκωτσέζικης καταγωγής, ξεκίνησε την δημιουργία μιας μπάντας, της οποίας ο ήχος έμελλε να χαρακτηριστεί ως «The Big Music». Αυτό που δεν είναι εντελώς σαφές είναι η «έδρα» τους, παρόλο που ως επί το πλείστον απαρτίζονταν πάντα από Σκωτσέζους και Ιρλανδούς μουσικούς, καθώς η Αγγλία, η Ιρλανδία, η Σκωτία, ακόμα και η Αμερική φιλοξένησαν κατά καιρούς τους Waterboys.

Το ροκ των Waterboys (το όνομα εμπνεύστηκε ο Scott από το τραγούδι «The Kids» του Lou Reed), συνοδευόμενο από αρκετό folk και πολλές πινελιές παραδοσιακής κέλτικης μουσικής είναι τα στοιχεία που κάνουν την τοποθέτησή τους σε κάποιο συγκεκριμένο είδος έναν ευχάριστο πονοκέφαλο. Ωστόσο, το κομβικό σημείο τόσο της πορείας τους όσο και του ήχου τους είναι η χρονιά του 1985, όπου έπειτα από τα «The Waterboys - 1983» και «A Pagan Place – 1984» κυκλοφόρησαν το μοναδικό «This is the sea» με 9 τραγούδια και 14 (;) bonus tracks, με τη συμμετοχή του υπέροχου βιολιστή Steve Wickham (ο Scott τον άκουσε σε ένα demo της Sinead O’ Connor), που μαζί με τον Scott και τον Richard Naiff (από το 2000 και μετά) αποτελούν τον κορμό τους.

Για μπάντες και καλλιτέχνες με τέτοια ιστορία και δισκογραφία είναι γεγονός ότι απαιτούνται πολλές σελίδες για να παραθέσει κάποιος την πορεία τους, να σχολιάσει τα τραγούδια τους και τις συναυλίες τους, να μετρήσει αυτούς που επηρέασαν. Για τους Waterboys έχω την αίσθηση ότι αποτελούν μια από τις «μοιραίες» μπάντες της Μ. Βρετανίας, ότι ήταν από αυτούς που «έσωσαν» την τόσο «κουρασμένη» και «στείρα» για πολλούς δεκαετία του ‘80. Και δεν νομίζω να υπάρχουν πολλές απ’ αυτές που ενώ περιοδεύουν ταυτόχρονα με άλλες πάνω κάτω σύγχρονές τους, τις επηρεάζουν τόσο πολύ, όπως συνέβη κατά τις περιοδείες τους με U2 και Pretenders (ο Bono και ο Edge δεν χάνουν ευκαιρία να αναφερθούν στους Waterboys).

Δέκα studio άλμπουμ, πέντε live άλμπουμ, singles, compilations, αμέτρητες αξέχαστες συναυλίες μουσικού οργασμού με κιθάρες (ηλεκτρικές, ακουστικές, κιθαρόνια), τύμπανα και άλλα κρουστά, μπάσα, πιάνο, πλήκτρα, τρομπέτες, σαξόφωνα, φυσαρμόνικες, φωνητικά, ακόμα και μπουζούκι, σαρωτικές εμφανίσεις επί σκηνής, τραγούδια που θα μας μείνουν για πάντα (Fisherman’s blues, The whole of the moon, Don’t bang the drum, The Pan within προς τιμήν του «δικού» μας τραγοπόδαρου θεού Πάνα, A girl called Johnnie, Savage earth heart, Glastonbury song, It’ s gonna rain…)

Κάπου στα 1993 και μετά από την κυκλοφορία του καταραμένου γι’ αυτούς «Dream harder», η μπάντα διαλύεται και ο Mike Scott ξεκινάει σόλο καριέρα μετρώντας αν δεν κάνω λάθος τρία άλμπουμ. Σόλο καριέρες και μάλιστα επιτυχημένες ακολούθησαν και οι υπόλοιποι, με το άστρο των Waterboys μονίμως να τους συντροφεύει. Και το 2000, ο ιδρυτής τους «ανασταίνει» την μπάντα με την κυκλοφορία του «σοκαριστικού» για πολλούς οπαδούς τους «A rock in the weary land», επηρεασμένο πολύ από τους Radiohead. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε περιοδεία προώθησης του φετινού τους πολύ καλού «Book of lightning», τμήμα της οποίας είχα την τύχη να παρακολουθήσω κι εγώ τον περασμένο Ιούνιο στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα σε μια παραμυθένια συναυλία. Επιτέλους, οι Waterboys από κοντά!!!

Κάθε φορά που ακούω τα «Fisherman’s blues», «The Pan within» και γενικά Waterboys, θυμάμαι έναν αγαπημένο φίλο, έναν αδερφό, που μένει μακριά μου εδώ και αρκετό καιρό, που με μύησε στους Waterboys και που μου λείπει πολύ. Πάρα πολύ! Φίλε το ποστ αυτό είναι για σένα, το λιγότερο, το ελάχιστο των ελαχίστων που μπορώ να κάνω…
8 Οκτ 2007

Nick Drake - Now we rise, and we are everywhere...

Δεν ξέρω αν πρέπει να νιώθω τυχερός που έτυχε να ακούσω και να αγαπάω καλλιτέχνες σαν τον Nick Drake, ή λύπη που τέτοιοι δημιουργοί αφήνουν τον κόσμο τόσο, μα τόσο νωρίς, ενώ θα μπορούσαν (θεωρητικά τουλάχιστον) να είναι ακόμα μαζί μας και να συνεχίζουν να μας συνεπαίρνουν!

Γεννήθηκε το 1948 στην Μπούρμα της Ασίας, όπου ο πατέρας του είχε μεταναστεύσει εκεί για να εργαστεί σαν μηχανικός, όπου και γνώρισε την μητέρα του Nick. Το 1950 με τον μικρό Nick 2 ετών, επιστρέφουν στο Warwickshire, μια μικρή κωμόπολη στην κεντρική Αγγλία.

Σπούδασε φιλολογία, εύκολα ωστόσο μπορείτε να καταλάβετε ποια ήταν η πραγματική και αληθινή του αγάπη! Αυτοδίδακτος μουσικός, έχει καθιερωθεί σαν κιθαρίστας, παρόλο που έπαιζε και πιάνο, κλαρινέτο και σαξόφωνο. Το πηγαίο του ταλέντο ήταν τόσο μεγάλο που ήταν απ’ τους πρώτους που επιχείρησαν διαφορετικά κουρδίσματα στην κιθάρα, εξ’ ου και οι περίεργες και δύσκολο να παιχτούν συγχορδίες στα τραγούδια του. Αξίζει να σημειωθεί ότι το διαφορετικό από το κλασικό κούρδισμα στην κιθάρα είναι σήμερα πάγια τακτική πολλών μουσικών, όπως του Peter Buck των R.E.M. και του Robert Smith των Cure (και οι ίδιοι δηλώνουν την μεγάλη επιρροή που άσκησε σ’ αυτούς ο Drake).

Σε ηλικία μόλις 21 ετών κυκλοφορεί το πολύ καλό πρώτο του άλμπουμ «Five leaves left», κάπου στα 1969. Οι κριτικές που αποσπά είναι αρκετά διφορούμενες, με τον Drake να εμφανίζεται στο άλμπουμ «νευρικός και αγχώδης», ενώ την ίδια στιγμή το περιοδικό Melody Maker το χαρακτήρισε «πολύ ενδιαφέρον και ποιητικό». Ακολούθησε το «Bryter Layter» του 1970, και το 1972 κυκλοφορεί το εξαιρετικό «Pink moon», ο πιο Drake-like δίσκος του σε σχέση με τους προηγούμενους. Ήταν και το τελευταίο του άλμπουμ!

Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του «Pink moon», άρχισε η αλλόκοτη συμπεριφορά του. Εξαφανιζόταν συχνά από κοντινά πρόσωπα χωρίς να δίνει σημεία ζωής, εμφανιζόταν πάλι απ’ το πουθενά, καθόταν ώρες με κόσμο χωρίς να μιλάει ακούγοντας μόνο μουσική, καπνίζοντας και πίνοντας, έπαιρνε το αυτοκίνητο και ταξίδευε χωρίς προορισμό και είχε φτάσει σε σημείο να αρνείται να λουστεί και να κόψει τα νύχια του. Λόγω νευρικού κλονισμού νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο για 5 εβδομάδες περίπου!

Θολή παραμένει και η σχέση του με το άλλο φύλο. Η σχέση του με την Sophia Ryde δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ! «…Δεν μπορούσα να το χειριστώ. Του ζήτησα λίγο χρόνο. Και δεν τον ξαναείδα ποτέ…» δήλωσε η Ryde λίγο μετά τον θάνατό του!

Η υγεία του – παρά το νεαρό της ηλικίας του – ήταν ταλαιπωρημένη από την αϋπνία και την κατάθλιψη, κάτι που φαινόταν ενίοτε και στους στίχους του. Συχνά σηκωνόταν τη νύχτα και έγραφε ή άκουγε μουσική. Άλλωστε, καθ’ ομολογία του, τις καλύτερες μελωδίες τις είχε «συλλάβει» τις πρώτες πρωινές ώρες!

Ο Nick έφυγε το 1974, σε ηλικία μόλις 26 ετών, από υπερβολική δόση των συνταγογραφημένων αντικαταθλιπτικών χαπιών που έπαιρνε για πολύ καιρό. Σύμφωνα με την μητέρα του (που ήταν ο πρώτος άνθρωπος που τον βρήκε νεκρό!), δεν υπήρχαν σημάδια που θα τον οδηγούσαν στην αυτοκτονία, ούτε κάποιο σημείωμα, παρόλο που ένα γράμμα προς την Sophia Ryde βρέθηκε κοντά στο κρεβάτι του…

Στον τάφο του είναι γραμμένη (από το τελευταίο τραγούδι «From the morning» του τελευταίου του άλμπουμ «Pink moon») η φράση: «Now we rise / and we are everywhere»…

Δεν ήταν ποτέ ο τραγουδοποιός με την ευρεία αποδοχή από το κοινό. Σήμερα ωστόσο θεωρείται από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες των τελευταίων 50 ετών, και ο μόνος που και οι τρεις δίσκοι του βρίσκονται στους 500 καλύτερους όλων των εποχών, με βάση το Rolling Stone Magazine.
Για μας, που τα ρίγη δεν θα μας αφήσουν ποτέ ακούγοντάς τον, ο Nick Drake, αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, καταραμένος ποιητής, θα είναι πάντα μια φθινοπωρινή βόλτα, μόνοι, φορώντας τα πρώτα μακρυμάνικα, με τον ουρανό έτοιμο για βροχή, το αεράκι να μπλέκει τα πεσμένα φύλλα στα πόδια μας, και με τα τραγούδια του στ’ αυτιά μας…

4 Οκτ 2007

Alice In Chains - And yet I fight this battle all alone...

Αν θεωρήθηκε ότι άργησα να γράψω για τους αγαπημένους Madrugada ή τον Springsteen (υπομονή, έρχεται κι αυτός), εγώ θεωρώ ότι άργησα να γράψω για την σκηνή του Seattle. Μια σκηνή που εκτός του ότι είναι από τις σημαντικότερες, με έχει σημαδέψει προσωπικά!

1987. Σε ένα πάρτυ γνωρίζονται ο Layne Staley (lead vocals) με τον Jerry Cantrell (backing vocals, guitars), όπου ο δεύτερος προσκαλεί τον πρώτο να τον ακολουθήσει στην μπάντα του, τους Diamond Lie, στην οποία σύντομα προσαρτάται ο μπασίστας και φίλος του Jerry, Mike Starr. «Προσλαμβάνουν» τον ντράμερ Sean Kinney, φίλο τότε της αδερφής του Starr, και… ιδού: οι Alice In Chains. Το όνομα της μπάντας (που προσωπικά θεωρώ από τα πιο εμπνευσμένα που υπήρξαν ποτέ) ήταν μια παραλλαγή των «Alice N' Chainz», προγενέστερη μπάντα του Layne.

Το 1990 η μπάντα κυκλοφορεί το πρώτο της άλμπουμ «Facelift», και μετά από περιοδείες σαν support στον Iggy Pop και στους Van Halen, το άλμπουμ γίνεται χρυσό, χάρη φυσικά και στην ανέλπιστη επιτυχία του τραγουδιού «Man in a box». Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Alice In Chains.

Με μια σειρά από αλλεπάλληλα EPs και singles στα οποία έβαλαν το χεράκι τους κι άλλοι καλλιτέχνες (ο Chris Cornell των Soundgarden ο και Mark Arm των Mudhoney στα τραγούδια «Brother», «Right turn» και ο Ann Wilson των Heart στα «Brother», «Love song» και «Am I inside»), η μπάντα γινόταν όλο και πιο γνωστή, με αποκορύφωμα την συμμετοχή του «Would?» στο soundtrack (ύμνο στην σκηνή του Seattle) της ταινίας «Singles» του Cameron Crowe.

Και το φθινόπωρο του 1992, κάνουν το μεγάλο βήμα. Κυκλοφορούν το εξαιρετικό «Dirt» και σαρώνουν τα πάντα! Κατά τις περιοδείες προώθησης του «Dirt» ο Mike Starr εγκαταλείπει την μπάντα και αυτοί συνεργάζονται με τον πρώην μπασίστα του Ozzy Osbourne, τον εξαιρετικό Mike Inez. Ωστόσο η κατρακύλα του Layne Staley στα ναρκωτικά και η εξάρτησή του από την ηρωίνη ήταν ήδη γεγονός.

Το 1995 κυκλοφορούν το ομώνυμο «Alice in chains» και το 1996 η μπάντα αφήνει την παντοτινή της σφραγίδα στο MTV με το «Alice in chains – MTV Unplugged». Κοινό και κριτικοί το θεωρούν ίσως το καλύτερο unplugged του MTV, ακόμα και από το θρυλικό unplugged των Nirvana. Προσωπικά δεν αμφιταλαντεύομαι. Τολμώ να γράψω ότι είναι το καλύτερο unplugged του MTV, όσο κι αν έχουν παρελάσει από εκείνη τη σκηνή τα μεγαλύτερα ονόματα του ροκ με πραγματικά εξαιρετικά live.

Η μπάντα πέρασε από πολλά κύματα, συνεχείς ρήξεις και επανασυνδέσεις, και στις 20 Απριλίου του 2002 ο Layne Staley, αυτός ο τόσο χαρισματικός τραγουδιστής, αφήνει την τελευταία του πνοή έπειτα από θανατηφόρο συνδυασμό ηρωίνης και κοκαΐνης. Όσο για την μπάντα, οδηγήθηκε πολύ σύντομα σε οριστική διάλυση.

Θεωρητικά υπάρχουν ακόμα, αφού το 2005 «επανενώθηκαν» με τον William DuVall (πρώην τραγουδιστή της προγενέστερης μπάντας του Jerry) στα φωνητικά. Για μένα ωστόσο μετά τον θάνατο του Layne δεν υπάρχουν οι Alice In Chains. Μόνο στους παλιούς δίσκους τους θα ξανακούω τα μοναδικά bends της φωνής του, τις εκπληκτικές και χαρακτηριστικές διφωνίες του με τον Jerry, και αυτό το σφρίγος στο παίξιμό τους, που ενώ ήταν με το ένα πόδι στο metal, μαγνήτιζε ακόμα και τον ακροατή που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τέτοια ακούσματα.

Δεν ξέρω (ή αν το θέλετε, δεν θα πω εγώ) αν ήταν η καλύτερη μπάντα της σκηνής του Seattle. Άλλωστε ποιος μπορεί να το κρίνει αυτό μετά βεβαιότητας, όταν μια τεράστια και τόσο σημαντική σκηνή απαρτίζεται από μπάντες όπως οι Alice In Chains, οι Pearl Jam, οι Smashing Pumpkins, οι Soundgarden, οι Walkabouts, οι Mudhoney, οι Screaming Trees, οι Nirvana, οι Mother Love Bone, οι Temple Of The Dog, οι Mad Season και δεν ξέρω αν ξεχνάω κάποια!
Στα δικά μου μάτια (και αυτιά) όμως ήταν σίγουρα κάτι το διαφορετικό, το μοναδικά εμπνευσμένο. Και με το post αυτό, απλά μοιράζομαι μαζί σας την ανατριχίλα όταν τους ακούω και την λύπη όταν σκέφτομαι πως δεν υπάρχουν πια…