Φεύγουμε από την Αμερική, πάμε πάλι πίσω στο νησί. Στο Manchester, μια από τις μεγάλες… γενέτειρες του ροκ. Και σε μια μπάντα που δεν ξέρω αν αυτά που έχουν συμβεί με αυτή έχουν συμβεί με άλλη. Μόλις τέσσερα χρόνια ενεργοί. Μόλις δυο studio άλμπουμ. Αρκετά όμως να μείνουν στην ιστορία για πάντα, να δημιουργήσουν κίνημα και μάλιστα σε εποχή καθόλου πρόσφορη για τέτοιο κίνημα, να επηρεάσουν αμέτρητα σχήματα χωρίς να καταφέρει ποτέ κανείς να τους αντιγράψει. Ας δούμε (και ας ακούσουμε «δίπλα») πώς τα έκαναν όλα αυτά οι Joy Division.
Αγγλία, μέσα προς τέλη δεκαετίας ’70 (1976). Η punk σε έξαρση. Οι Sex Pistols του Johnny Rotten και του Sid Vicious, οι νέοι θεοί. Σε ένα live τους, κάποιοι ανάμεσα στο κοινό ήταν και οι Bernard Sumner, Terry Mason και Peter Hook. Μετά από κάθε τέτοια συναυλία πολλοί από το κοινό έφευγαν με την ιδέα της δημιουργίας ενός γκρουπ. Κάτι που έκαναν και οι προαναφερθέντες. Ο πρώτος αγόρασε μια κιθάρα, ο δεύτερος ένα drum set και ο τρίτος ένα μπάσο. Κολλάνε μια αγγελία για αναζήτηση τραγουδιστή σε ένα δισκάδικο στο Manchester, και ανταποκρίνεται ένας τύπος με τον οποίο ψιλογνωρίζονταν οι υπόλοιποι από άλλες συναυλίες. Τον προσέλαβαν χωρίς οντισιόν. Ήταν ο μεγάλος Ian Curtis, που έμελλε να γίνει και ο φυσικός ηγέτης των… ποιών; Των Stiff Kittens που τους είχε προτείνει ο μάνατζερ των Buzzcocks; Των Warsaw (από το τραγούδι Warszawa του Bowie) όπως ήθελαν να αυτοαποκαλούνται (όνομα με το οποίο παίξαν και σε συναυλίες σαπορτάροντας τους Buzzcocks και τους Penetration); Δεν επικράτησε κανένα από αυτά. Φοβούμενοι μπερδέματα με τους
Warsaw Pakt του Λονδίνου, μετονομάστηκαν σε Joy Division, όνομα της πτέρυγας που λειτουργούσε ως οίκος ανοχής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, όπως αναφέρεται στο βιβλίο «The House of Dolls». Με το όνομα Joy Division λοιπόν δίνουν την πρώτη τους συναυλία στις 25 Ιανουαρίου του 1978.
Την ίδια χρονιά σε μια συναυλία τους (και ενώ ο Mason ήδη είχε αναλάβει καθήκοντα μάνατζερ, δίνοντας τη θέση του στα τύμπανα στον Stephen Morris), ανάμεσα στο κοινό βρισκόταν και ο γνωστός «νονός της σκηνής του Manchester» Tony Wilson, ιδιοκτήτης της θρυλικής Factory Records και παρουσιαστής εκπομπής στην τηλεόραση όπου έβγαζε καινούργιες μπάντες. Εκείνος φυσικά τους «τσίμπησε» με τη μία και την ίδια κιόλας χρονιά εμφανίζονται δισκογραφικά για πρώτη φορά στην συλλογή «Short Circuit: Live at the Electric Circus» με το τραγούδι «At a later date», ενώ μέσα στον ίδιο μήνα βγάζουν τα πρώτο τους E.P. με τίτλο «An ideal for living». Τον Δεκέμβρη της ίδιας πάντα χρονιάς όμως, η μπάντα γίνεται μάρτυρας ενός γεγονότος που στη συνέχεια θα τους στιγματίσει: ο Curtis παθαίνει το πρώτο επιληπτικό του σοκ επί σκηνής. Παρά την βαριά φαρμακευτική αγωγή του πάντως, το γκρουπ συνέχισε να ανεβαίνει σταθερά.
Το 1979 και ενώ οι Joy Division είχαν ήδη δώσει το στίγμα τους και την απάντησή τους στην punk τρικυμιά, κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ, το «Unknown Pleasures» (δίπλα ακούμε δεύτερο το «Shadowplay»). Επί
σημα πλέον η μπάντα αποτελεί κάτι το μοναδικό. Κόντρα στο ρεύμα, με έναν ήχο σκοτεινό, τα τύμπανα να ακολουθούν αυτά τον ρυθμό των υπολοίπων, το μπάσο να μοιάζει με ράγες πάνω στις οποίες κινείται ο ρυθμός τους, την κιθάρα με πυκνά ριφς περισσότερο να αφήνει παρά να γεμίζει κενά, και έναν Ian Curtis
Έναν χρόνο αργότερα και με τη φήμη τους πλέον να έχει κατακλύσει τα πάντα ξεκινάνε περιοδεία, ενώ ξεκίνησαν και την ηχογράφηση του θρυλικού «Closer». Ωστόσο τα προβλήματα υγείας του Curtis είχαν μεγάλο αντίκτυπο τόσο στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας και στην γυναίκα του Deborah (που παντρεύτηκαν σχεδόν ανήλικοι και οι δυο) όσο και στο ίδιο τους το κοινό. Ο Ian άρχισε να ντρέπεται για τα επιληπτικά σοκ που πάθαινε (πολλά επί σκηνής) και να ταλαιπωρείται αφάνταστα τόσο από την φαρμακε
υτική του αγωγή και την κούραση με την μπάντα όσο και από κατάθλιψη. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Δεν συνήλθε ποτέ εντελώς, με αποτέλεσμα η μπάντα να «προσλάβει» βοηθητικούς τραγουδιστές για να βγει το πρόγραμμα.
Τον Μάιο του 1980 οι Joy Division ετοιμάζονται για την πρώτη τους περιοδεία στην Αμερική. Ο Curtis ενθουσιάστηκε και το είδε σαν μια ευκαιρία να επανορθώσει και να αποκαταστήσει τη σχέση του και την εικόνα του στους άλλους. Ωστόσο η προσωπική του ζωή ήταν μια κόλαση, καθώς πέρα από την ασθένειά του, η σχέση του με την γυναίκα του (είχαν ήδη ένα παιδί) κατέρρεε, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε την καταστροφική σχέση με μια δημοσιογράφο απ’ το Βέλγιο. Μια μέρα πριν αναχωρήσουν για Αμερική, ο Ian γυρίζει στο σπίτι του στο Macclesfield να συζητήσει με την Deborah και να την παρακαλέσει να διακόψει τις διαδικασίες διαζυγίου. Αργότερα της ζητάει να τον αφήσει μόνο του μέχρι την άλλη μέρα το πρωί που θα έπαιρνε το τρένο για Manchester. Κάτι που δεν έγινε ποτέ! Το πρωί της 18ης Μαΐου του 1980 ο Ian Curtis, αυτός ο τόσο χαρισματικός μουσικός, τραγουδιστής και στιχουργός, κρεμάστηκε μέσα στην κουζίνα του σπιτιού του. Ήταν μόλις 23 ετών! Το πτώμα του βρήκε πρώτη η γυναίκα του το ίδιο μεσημέρι.
Ένα μήνα αργότερα κυκλοφορεί σε single ο ύμνος «Love will tear us apart» (που ακούμε δίπλα πρώτο) και τελικά τον Ιούλιο το «Closer». Και αρκετό καιρό μετά, τα εναπομείναντα μέλη της μπάντας μετονομάζονται σε New Order, όνομα με το οποίο συνεχίζουν ακόμα και σήμερα.
Το 1995 η Deborah Curtis εξέδωσε το βιβλίο – βιογραφία του συζύγου της «Touching from a distance», στο οποίο βασίστηκε η περσινή εκπληκτική ταινία «Control» για τη ζωή του Ian και την πορεία των Joy Division.
Για το φαινόμενο Joy Division δεν ξέρω αν πρέπει και αν μπορώ να πω κάτι που να το χαρακτηρίζει. Για τη μουσική τους, τη σκοτεινιά τους, τον Ian Curtis, την επίδραση που άσκησαν με τόσα λίγα χρόνια στο προσκήνιο. Για τη χρονική περίοδο που ενώ μουσικά η Αγγλία δεν προλάβαινε να απαριθμήσει τα punk γκρουπ, ήρθαν αυτοί με τον σκεπτόμενο, συναισθηματικό και μαύρο ήχο τους. Για αυτούς που τους ακολούθησαν και τους ακολουθούν ακόμα (Cure, Bauhaus, Editors, Interpol, Bloc Party). Ξέρω όμως ότι ήρθαν στον (μουσικό) κόσμο για να κάνουν αυτό που έκαναν στην περίοδο που το έκαναν και για τη διάρκεια που το έκαναν. Και δεν γινόταν ούτε μπορούσαν να κάνουν τίποτα λιγότερο…
ΥΓ. Το παρόν αφιερώνεται στον φίλο μου Δήμο, διακεκριμένο Μαντσεστερολόγο – Τζοϋντιβιζιονολόγο, που πέρσι στο Δεύτερο μας ανατρίχιασε με το «Love will tear us apart», αφού το προλόγισε με μια μοναδική εκφώνηση…










