29 Μαΐ 2008

Joy Division - She's lost control

Φεύγουμε από την Αμερική, πάμε πάλι πίσω στο νησί. Στο Manchester, μια από τις μεγάλες… γενέτειρες του ροκ. Και σε μια μπάντα που δεν ξέρω αν αυτά που έχουν συμβεί με αυτή έχουν συμβεί με άλλη. Μόλις τέσσερα χρόνια ενεργοί. Μόλις δυο studio άλμπουμ. Αρκετά όμως να μείνουν στην ιστορία για πάντα, να δημιουργήσουν κίνημα και μάλιστα σε εποχή καθόλου πρόσφορη για τέτοιο κίνημα, να επηρεάσουν αμέτρητα σχήματα χωρίς να καταφέρει ποτέ κανείς να τους αντιγράψει. Ας δούμε (και ας ακούσουμε «δίπλα») πώς τα έκαναν όλα αυτά οι Joy Division.

Αγγλία, μέσα προς τέλη δεκαετίας ’70 (1976). Η punk σε έξαρση. Οι Sex Pistols του Johnny Rotten και του Sid Vicious, οι νέοι θεοί. Σε ένα live τους, κάποιοι ανάμεσα στο κοινό ήταν και οι Bernard Sumner, Terry Mason και Peter Hook. Μετά από κάθε τέτοια συναυλία πολλοί από το κοινό έφευγαν με την ιδέα της δημιουργίας ενός γκρουπ. Κάτι που έκαναν και οι προαναφερθέντες. Ο πρώτος αγόρασε μια κιθάρα, ο δεύτερος ένα drum set και ο τρίτος ένα μπάσο. Κολλάνε μια αγγελία για αναζήτηση τραγουδιστή σε ένα δισκάδικο στο Manchester, και ανταποκρίνεται ένας τύπος με τον οποίο ψιλογνωρίζονταν οι υπόλοιποι από άλλες συναυλίες. Τον προσέλαβαν χωρίς οντισιόν. Ήταν ο μεγάλος Ian Curtis, που έμελλε να γίνει και ο φυσικός ηγέτης των… ποιών; Των Stiff Kittens που τους είχε προτείνει ο μάνατζερ των Buzzcocks; Των Warsaw (από το τραγούδι Warszawa του Bowie) όπως ήθελαν να αυτοαποκαλούνται (όνομα με το οποίο παίξαν και σε συναυλίες σαπορτάροντας τους Buzzcocks και τους Penetration); Δεν επικράτησε κανένα από αυτά. Φοβούμενοι μπερδέματα με τους Warsaw Pakt του Λονδίνου, μετονομάστηκαν σε Joy Division, όνομα της πτέρυγας που λειτουργούσε ως οίκος ανοχής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, όπως αναφέρεται στο βιβλίο «The House of Dolls». Με το όνομα Joy Division λοιπόν δίνουν την πρώτη τους συναυλία στις 25 Ιανουαρίου του 1978.

Την ίδια χρονιά σε μια συναυλία τους (και ενώ ο Mason ήδη είχε αναλάβει καθήκοντα μάνατζερ, δίνοντας τη θέση του στα τύμπανα στον Stephen Morris), ανάμεσα στο κοινό βρισκόταν και ο γνωστός «νονός της σκηνής του Manchester» Tony Wilson, ιδιοκτήτης της θρυλικής Factory Records και παρουσιαστής εκπομπής στην τηλεόραση όπου έβγαζε καινούργιες μπάντες. Εκείνος φυσικά τους «τσίμπησε» με τη μία και την ίδια κιόλας χρονιά εμφανίζονται δισκογραφικά για πρώτη φορά στην συλλογή «Short Circuit: Live at the Electric Circus» με το τραγούδι «At a later date», ενώ μέσα στον ίδιο μήνα βγάζουν τα πρώτο τους E.P. με τίτλο «An ideal for living». Τον Δεκέμβρη της ίδιας πάντα χρονιάς όμως, η μπάντα γίνεται μάρτυρας ενός γεγονότος που στη συνέχεια θα τους στιγματίσει: ο Curtis παθαίνει το πρώτο επιληπτικό του σοκ επί σκηνής. Παρά την βαριά φαρμακευτική αγωγή του πάντως, το γκρουπ συνέχισε να ανεβαίνει σταθερά.

Το 1979 και ενώ οι Joy Division είχαν ήδη δώσει το στίγμα τους και την απάντησή τους στην punk τρικυμιά, κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ, το «Unknown Pleasures» (δίπλα ακούμε δεύτερο το «Shadowplay»). Επίσημα πλέον η μπάντα αποτελεί κάτι το μοναδικό. Κόντρα στο ρεύμα, με έναν ήχο σκοτεινό, τα τύμπανα να ακολουθούν αυτά τον ρυθμό των υπολοίπων, το μπάσο να μοιάζει με ράγες πάνω στις οποίες κινείται ο ρυθμός τους, την κιθάρα με πυκνά ριφς περισσότερο να αφήνει παρά να γεμίζει κενά, και έναν Ian Curtis (που αποτελούσε και τον μόνιμο στιχουργό τους) σχεδόν να ακροβατεί μεταξύ απαγγελίας και τραγουδίσματος, με εκείνη την χαρακτηριστική σχεδόν(φλατ, βαριά φωνή του. Τα ουρλιαχτά, τα απλοϊκά στιχάκια, το ανύπαρκτο μπάσο και οι σχεδόν ενοχλητικές κιθάρες των χιλιάδων κλασικών punk συγκροτημάτων έκαναν απλά στην άκρη να περάσει το τρένο των Joy Division, των δημιουργών αυτής της ιδιότυπης dark-hard-punk μορφής. Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν και το τελικά ορφανό από άλμπουμ single «Transmission».

Έναν χρόνο αργότερα και με τη φήμη τους πλέον να έχει κατακλύσει τα πάντα ξεκινάνε περιοδεία, ενώ ξεκίνησαν και την ηχογράφηση του θρυλικού «Closer». Ωστόσο τα προβλήματα υγείας του Curtis είχαν μεγάλο αντίκτυπο τόσο στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας και στην γυναίκα του Deborah (που παντρεύτηκαν σχεδόν ανήλικοι και οι δυο) όσο και στο ίδιο τους το κοινό. Ο Ian άρχισε να ντρέπεται για τα επιληπτικά σοκ που πάθαινε (πολλά επί σκηνής) και να ταλαιπωρείται αφάνταστα τόσο από την φαρμακευτική του αγωγή και την κούραση με την μπάντα όσο και από κατάθλιψη. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Δεν συνήλθε ποτέ εντελώς, με αποτέλεσμα η μπάντα να «προσλάβει» βοηθητικούς τραγουδιστές για να βγει το πρόγραμμα.

Τον Μάιο του 1980 οι Joy Division ετοιμάζονται για την πρώτη τους περιοδεία στην Αμερική. Ο Curtis ενθουσιάστηκε και το είδε σαν μια ευκαιρία να επανορθώσει και να αποκαταστήσει τη σχέση του και την εικόνα του στους άλλους. Ωστόσο η προσωπική του ζωή ήταν μια κόλαση, καθώς πέρα από την ασθένειά του, η σχέση του με την γυναίκα του (είχαν ήδη ένα παιδί) κατέρρεε, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε την καταστροφική σχέση με μια δημοσιογράφο απ’ το Βέλγιο. Μια μέρα πριν αναχωρήσουν για Αμερική, ο Ian γυρίζει στο σπίτι του στο Macclesfield να συζητήσει με την Deborah και να την παρακαλέσει να διακόψει τις διαδικασίες διαζυγίου. Αργότερα της ζητάει να τον αφήσει μόνο του μέχρι την άλλη μέρα το πρωί που θα έπαιρνε το τρένο για Manchester. Κάτι που δεν έγινε ποτέ! Το πρωί της 18ης Μαΐου του 1980 ο Ian Curtis, αυτός ο τόσο χαρισματικός μουσικός, τραγουδιστής και στιχουργός, κρεμάστηκε μέσα στην κουζίνα του σπιτιού του. Ήταν μόλις 23 ετών! Το πτώμα του βρήκε πρώτη η γυναίκα του το ίδιο μεσημέρι.

Ένα μήνα αργότερα κυκλοφορεί σε single ο ύμνος «Love will tear us apart» (που ακούμε δίπλα πρώτο) και τελικά τον Ιούλιο το «Closer». Και αρκετό καιρό μετά, τα εναπομείναντα μέλη της μπάντας μετονομάζονται σε New Order, όνομα με το οποίο συνεχίζουν ακόμα και σήμερα.

Το 1995 η Deborah Curtis εξέδωσε το βιβλίο – βιογραφία του συζύγου της «Touching from a distance», στο οποίο βασίστηκε η περσινή εκπληκτική ταινία «Control» για τη ζωή του Ian και την πορεία των Joy Division.

Για το φαινόμενο Joy Division δεν ξέρω αν πρέπει και αν μπορώ να πω κάτι που να το χαρακτηρίζει. Για τη μουσική τους, τη σκοτεινιά τους, τον Ian Curtis, την επίδραση που άσκησαν με τόσα λίγα χρόνια στο προσκήνιο. Για τη χρονική περίοδο που ενώ μουσικά η Αγγλία δεν προλάβαινε να απαριθμήσει τα punk γκρουπ, ήρθαν αυτοί με τον σκεπτόμενο, συναισθηματικό και μαύρο ήχο τους. Για αυτούς που τους ακολούθησαν και τους ακολουθούν ακόμα (Cure, Bauhaus, Editors, Interpol, Bloc Party). Ξέρω όμως ότι ήρθαν στον (μουσικό) κόσμο για να κάνουν αυτό που έκαναν στην περίοδο που το έκαναν και για τη διάρκεια που το έκαναν. Και δεν γινόταν ούτε μπορούσαν να κάνουν τίποτα λιγότερο…

ΥΓ. Το παρόν αφιερώνεται στον φίλο μου Δήμο, διακεκριμένο Μαντσεστερολόγο – Τζοϋντιβιζιονολόγο, που πέρσι στο Δεύτερο μας ανατρίχιασε με το «Love will tear us apart», αφού το προλόγισε με μια μοναδική εκφώνηση…


15 Μαΐ 2008

Patti Smith - Till I lose my sense of gravity...

Μιας και έχουμε καιρό να διαβάσουμε για μια κυρία της μουσικής, τι θα λέγατε για μια προσωπικότητα δραστήρια και επιδραστική όσο λίγες (θηλυκού γένους μάλιστα όσο ελάχιστες), με εξαιρετικά σημαντική δουλειά όχι μόνο στον τομέα της μουσικής (που ασχολούμαστε εδώ), αλλά και της ποίησης, της συγγραφής και της ενεργής συμμετοχής σε κάθε μορφής αντιπαλότητα προς τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα; Patti Smith λοιπόν.

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1946 γεννήθηκε η Patricia Lee Smith στο Chicago. Η μητέρα της ήταν jazz τραγουδίστρια, σαν οικογένεια όμως γενικά δεν ήταν ιδιαίτερα εύπορη, και έτσι η Patti δούλεψε από μικρή σε εργοστάσιο. Μετά από διάφορες περιηγήσεις και μετακομίσεις (Ν. Υόρκη, Παρίσι), το 1974 γνωρίζει τον ροκ κιθαρίστα Lenny Kaye (με τον οποίο παίζουν και γράφουν ακόμα μαζί), και σιγά σιγά σχημάτισαν πλήρες συγκρότημα. Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το πρώτο τους single «Hey Joe/Piss Factory» και το 1975 κάνουν το πρώτο τους βήμα στη δισκογραφία με το θρυλικό πλέον «Horses» (δίπλα ακούμε το «Free money»). Βήμα πολύ σημαντικό, που κάθε μπάντα – καλλιτέχνης θα ήθελε να είχε κάνει μέσω ενός τέτοιου δίσκου. Ήταν από τις πρώτες σταγόνες της επικείμενης θάλασσας του punk. Σε punk-rock ρυθμούς λοιπόν και στίχους – ποίηση, το άλμπουμ ξεκινάει με μια διασκευή στο «Gloria» του Van Morrison.

Έναν χρόνο αργότερα βγάζουν τον δεύτερό τους δίσκο «Radio Ethiopia», ενώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας και με την μπάντα να έχει πάρει φωτιά και να έχει συμπαρασύρει στους punk ρυθμούς της πολλά νέα σχήματα, εκδίδουν δυο ακόμα άλμπουμ, τα «Easter» του 1978 (που περιέχει και το «Because the night» σε συνεργασία με τον μεγάλο Bruce Springsteen) και «Wave» του 1979 (Dancing barefoot). Λίγο πριν την κυκλοφορία του «Wave», η Smith γνωρίζει τον κιθαρίστα των MC5 Fred Sonic Smith, τον οποίο και παντρεύτηκε. Αστειευόμενη μάλιστα έλεγε ότι τον παντρεύτηκε γιατί δεν θα ήταν υποχρεωμένη να αλλάξει επίθετο! Με τον Fred απέκτησαν τον Jackson και την Jesse. Έτσι η Patti σε όλη σχεδόν την δεκαετία του ’80 ασχολήθηκε με την οικογένειά της (στο Michigan πλέον), έχοντας κατά κάποιο αποσυρθεί από τη μουσική. Το 1988 κυκλοφορεί το «Dream of life» (με το πασίγνωστο «People have the power»).

Λίγα χρόνια αργότερα όμως, ήρθε αντιμέτωπη με πολλά, μαζεμένα και συνταρακτικά γεγονότα. Το 1994 πεθαίνει ο σύζυγός της Fred, και σε σύντομο χρονικό διάστημα ο αδερφός της Todd και ο αρχικός κιμπορντίστας της Richard Sohl. Και όταν ο γιος της έγινε 21 ετών, αποφασίζει να επιστρέψει στη Ν. Υόρκη, όπου οι φίλοι της Michael Stipe των R.E.M. και Allen Ginsberg την παροτρύνουν να ξαναγυρίσει στη μουσική, διαφορετικά θα κινδύνευε η ψυχική της υγεία λόγω των απανωτών απωλειών. Όπως και έγινε, ξεκινώντας περιοδεία με τον Bob Dylan το 1995.

Το 1996 κυκλοφορεί το «Gone again» που περιλαμβάνει και το «About a boy», γραμμένο για τον πολύ καλό της φίλο Kurt Cobain, του οποίου ήταν και ένθερμη θαυμάστρια. Την ίδια χρονιά συνεργάζεται με τον Stipe στο τραγούδι «E-Bow the letter» του άλμπουμ «New adventures in Hi-Fi» των R.E.M. Ακολουθούν δυο ακόμα άλμπουμ, τα «Peace and noise» του 1997 και «Gung Ho» του 2000. Και κάπως έτσι «πατάει» στην δεκαετία που διανύουμε. Το 2003 με το «Trampin’» κάνει ένα αφιέρωμα στην μητρότητα και σε μεγάλο βαθμό στην μητέρα της που έχασε δυο χρόνια πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ. Στα χρόνια που ακολούθησαν έδωσε αρκετή έμφαση στις άλλες πτυχές του ταλέντου της, ενώ στα μουσικά επέστρεψε πέρσι με έναν εξαιρετικό δίσκο. Το «Twelve» που περιλαμβάνει μόνο διασκευές, από Doors, Jimi Hendrix και Neil Young μέχρι Nirvana (δίπλα ακούμε την μοναδική διασκευή στο λατρεμένο μου «Changing of the guards» του Dylan). Χρονιά που μπαίνει και στο Rock ‘n’ roll hall of fame.

Σίγουρα θυμάμαι μόνο τις δυο φορές που επισκέφθηκε τη χώρα μας, δεν ξέρω αν υπήρξαν περισσότερες. Μια σε κάποιο Rockwave επί εποχής Αγ. Κοσμά και μια πέρσι στον Λυκαβηττό, όπου είχα την τύχη να είμαι παρών σε ένα τέτοιο ραντεβού με την ιστορία κατ’ εμέ και να την δω ζωντανά! Όσο για τον καλλιτεχνικό κόσμο που επηρέασε…, «δηλωμένα παιδιά» της Patti Smith ο Michael Stipe των R.E.M., η Shirley Manson των Garbage, ο Morrissey και ο Johnny Marr των Smiths, οι Sonic Youth και πόσοι, πόσοι άλλοι…

«Νονά της punk» και «ιέρεια του rock» είναι ίσως από τους πιο γνωστούς… «τίτλους ευγενείας» που της έχουν προσδώσει κατά καιρούς. Και πιστεύω πως είναι αλήθεια. Αν το rock είναι μια θεότητα, η ιέρειά του είναι η Patti Smith. Κλείνοντας, θα της δώσω άλλον ένα, κάτι που πιστεύω γι’ αυτήν και που είναι ο τρόπος που την έχω μέσα μου: «Η αιώνια ποιήτρια της ακροβασίας»...
3 Μαΐ 2008

Mark Lanegan - Now I'm thirsty with nowhere to go...

Δεν άντεξα. Όχι, δεν άντεξα. Όχι βέβαια ότι χρειαζόταν η χθεσινή συναυλία για να κάνω ανάρτηση για τον Mark Lanegan, έναν από τους πιο σημαντικούς τραγουδιστές της εναλλακτικής ροκ εδώ και 20 χρόνια περίπου. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην γίνει αυτό εδώ. Απλά το χθεσινό live των Gutter Twins επιτάχυνε τα πράγματα. Και η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα πολύ ως προς το περιεχόμενο. Να κάνω ανάρτηση για Lanegan – Dulli; Για τους λατρεμένους Screaming Trees; Αλλά... αδυναμίες είναι αυτές, οπότε... Μάρκος. Ας ζαλιστούμε όλοι μαζί τόσο με τις μοναδικές σόλο δουλειές του όσο και με τις πολλές και σημαντικές συνεργασίες του.

Γεννήθηκε το 1964 στην Washington, σε πολύ προβληματική οικογένεια, μάλλον και ο λόγος που ο ίδιος αποφεύγει συστηματικά να μιλάει για τα παιδικά του χρόνια. Έμπλεξε γύρω στα 18 με ναρκωτικά και εγκλήματα σχετιζόμενα με αυτά και φυλακίστηκε στην ηλικία αυτή. Για να βγει από τη φυλακή αναγκάστηκε να ακολουθήσει πολυετές πρόγραμμα επανένταξης, όπου και γνώρισε τον Van Conner με τον οποίο αργότερα θα δημιουργούσαν τους Screaming Trees. Έπιασε δουλειά σε μια μικρή επιχείρηση ηλεκτρικών ειδών των γονιών του Conner, ενώ παράλληλα προχωρούσαν και το σχέδιο με τη μπάντα. Και δυο μήνες πριν την πρώτη κυκλοφορία των Screaming Trees, η μοίρα του έπαιξε ένα πολύ μακάβριο αλλά και ενδιαφέρον παιχνίδι. Πάνω που ετοιμαζόταν να τους αφήσει για να κυνηγήσει μια δουλειά στο Las Vegas, ένα εργατικό ατύχημα και στα δυο του πόδια τον απέτρεψε από το σχέδιο αυτό. Έμεινε αρκετό καιρό στο νοσοκομείο και μόλις βγήκε ξεκίνησε περιοδεία με το γκρουπ! Και η «ήρεμη δύναμη» του Seattle grunge που ακούει στο όνομα Screaming Trees πήρε μπρος!

Το 1986 η μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ «Clairvoyance». Ηχογράφησαν επτά δίσκους συνολικά μέχρι την ουσιαστική τους διάλυση το 1996 και την τυπική τους το 2000. Παρόλο που οι Screaming Trees ήταν απ’ τους πρωτεργάτες του κινήματος της grunge, ποτέ δεν έφτασαν την επιτυχία των «Τεσσάρων του Seattle»
Pearl Jam, Nirvana, Alice In Chains και Soundgarden. Όλα αυτά τα χρόνια ο Lanegan πραγματοποιούσε τόσο σόλο δουλειές όσο και συνεργασίες με άλλους καλλιτέχνες ή μπάντες, ποτέ όμως δεν άφησε τους Screaming Trees. Ακολούθησαν τα «Even if and especially when» (1987), «Invisible Lantern» (1988) και «Buzz Factory» (1989), ενώ το 1990 κυκλοφορεί το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ «The winding sheet», ξεκινώντας τον «χορό» μιας μεγάλης και σημαντικής καριέρας με σόλο δίσκους. Δίσκος στον οποίο συμμετείχε ο ντράμερ των Trees, καθώς και ο Curt Cobain.

Τέσσερα χρόνια αργότερα (και ενώ με τους Screaming Trees είχε ήδη κυκλοφορήσει τα εξαιρετικά «Uncle Anesthesia» το 1991 και «Sweet Oblivion» το 1992 – δίπλα ακούγεται το αγαπημένο Winter Song) ο Lanegan προχωρά στον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, τον εκπληκτικό «Whiskey for the holy ghost». Λίγο έλλειψε να μην έρθει ποτέ στο φως, καθώς ο Mark σε μια στιγμή εκνευρισμού στο στούντιο άρπαξε όλες τις ταινίες όπου είχε ηχογραφηθεί το υλικό και πήγε να τις πετάξει στο δρόμο. Τελευταία στιγμή – ευτυχώς για όλους μας – τον σταμάτησε ένας απ’ τους παραγωγούς του! Έναν χρόνο μετά ο Lanegan εμφανίζεται στην μια και μόνη δουλειά της «υπερμπάντας» του Seattle Mad Season, που απαρτιζόταν από τους Layne Staley των
Alice in Chains, Mike McCready των Pearl Jam, Barrett Martin των Screaming Trees και John Baker Saunders των Walkabouts, και όπου τραγούδησε τα «Long gone day» και «Above». Και το 1996 κλείνει ουσιαστικά ένας μεγάλος κύκλος, εκείνος με τους Screaming Trees, με τον δίσκο «Dust» και μια περιοδεία.

Ύστερα από δυο χρόνια ο Mark επανέρχεται στις σόλο δουλειές του με το «Scraps at midnight» και το 1999 με το μοναδικό «I’ll take care of you» που περιλαμβάνει μόνο διασκευές. Μια χρονιά αργότερα ανοίγει ένα ακόμα μεγάλο κεφάλαιο στη μουσική του πορεία, εκείνο της συνεργασίας με τους Queens of the Stone Age (QOTSA), όπου εμφανίζεται στο δεύτερό τους άλμπουμ «Rated R», ενώ το 2001 βγάζει έναν ακόμα απίστευτο σόλο δίσκο, το «Field Songs» (απ’ όπου και το Don’t forget me που ακούμε δίπλα). Σύντομα μετά την κυκλοφορία του γίνεται επίσημο μέλος των QOTSA και περιοδεύει μαζί τους για τα επόμενα δυο χρόνια.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο 2003, όπου ο Mark Lanegan συναντά τον άνθρωπο με τον οποίο συνεργάζεται μέχρι τη στιγμή αυτή, τον Greg Dulli των Afghan Whigs και των Twilight Singers, εμφανιζόμενος στον δίσκο των τελευταίων «Blackberry Belle». Έναν χρόνο μετά από αυτή τη συνεργασία κυκλοφορεί το τελευταίο του μέχρι σήμερα σόλο άλμπουμ «Bubblegum», με συνεργάτες την
PJ Harvey, τον Josh Homme των QOTSA, τον Greg Dulli και πολλούς άλλους. Μέχρι το 2005 παραμένει με τους Queens (εμφανίζεται στο εξαιρετικό τους άλμπουμ «Lullabies to Paralyze» και περιοδεύει μαζί τους), μέχρι τελικά να τους αφήσει, κυρίως λόγω προβλημάτων υγείας.

Την ίδια χρονιά συνεργάζεται με την Isobel Campbell των Belle and Sebastian, με την οποία μετράνε δυο δουλειές. Το «Ballad of the Broken Seas» του 2005 και τον δίσκο που περιμένουμε να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες, το «Sunday at Devil Dirt». Το 2006 ο Lanegan συνεργάζεται με το ηλεκτρονικό δίδυμο Soulsavers, ενώ φέτος είχαμε το πολυαναμενόμενο αποτέλεσμα της συνεργασίας τους με τον Greg Dulli. Το όνομα αυτών Gutter Twins και ένας δίσκος... πάρα πολλά κιλά. Το «Saturnalia» (απ’ όπου και το Stations που ακούμε δίπλα).

Πιθανόν να σας κούρασα. Δεν μπορούσα όμως να παραλείψω κάτι, και πιθανόν να το έχω κάνει κιόλας. Πολλές οι συνεργασίες του Mark Lanegan, οι προσωπικές του δουλειές, και σίγουρα το συγκρότημα που υπήρξε βασικό μέλος για πάνω από δέκα χρόνια. Ενός τραγουδιστή και μουσικού που πλησιάζει στα μικρόφωνα κι εκείνα τρομάζουν. Που βγαίνει η φωνή του και η μουσική του απ’ τα ηχεία και αυτά στάζουν ουίσκυ... for the holy ghost! Αμέτρητα τα ηχοσυστήματα που έχουν... βογγήξει στη σκέψη ότι θα αναπαράγουν Lanegan. Καλά τα λέω σαλιγκαράκο μου; Διόρθωσε όπου και ό,τι νομίζεις. Άλλωστε αυτό το ποστ στο αφιερώνω!



UPDATE: Ξαναχτύπησαν μέσα στο 2008. Όχι σωματικά, ούτε μεταξύ τους. Δισκογραφικά. Το "Adorata" ήρθε με φόρα από την προηγούμενη δουλειά τους (Lanegan - Dulli), και γενικώς δεν τους χορταίνουμε για φέτος...