23 Νοε 2007

Tim Buckley - Need I beg to you for one more day...

Αν δυσκολεύτηκα να γράψω κάτι «αντάξιο» του Dylan, τότε με τον Buckley φαντάζει ακατόρθωτο. Για πολλούς λόγους. Για τα είδη της μουσικής που ασχολήθηκε (rock, jazz – rock, psychedelic rock, folk, soul…) και κάνει δύσκολο το να τον «κατατάξω» κάπου στο μυαλό μου, για τους στίχους του, για την φωνή του, για το ότι έφυγε σε ηλικία μόλις 28 ετών αφήνοντας πίσω μια παρακαταθήκη εννέα άλμπουμ και έναν γιο (Jeff Buckley) που ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του… Νιώθω ότι κάτι έμεινε λειψό, ότι περιέργως ο κύκλος δεν έκλεισε. Ωστόσο λέω να κάνω μια προσπάθεια…

Γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον το 1947, και έζησε για 10 χρόνια περίπου στη Ν. Υόρκη πριν μετακομίσει στην νότια Καλιφόρνια. Τελειώνοντας το σχολείο σε ηλικία 18 ετών είχε ήδη γράψει είκοσι τραγούδια, με επιρροές από Nat King Cole, Miles Davis, Hank Williams αλλά και από το μεγάλο του πάθος που ήταν η country και ο Johnny Cash. Μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του ο ποιητής και τραγουδοποιός Larry Becket, με τον οποίο συνεργάστηκε στα δυο πρώτα του άλμπουμ, «Tim Buckley» (1966) και «Goodbye and Hello» (1967).

Το 1968 ο Becket κατατάσσεται στον στρατό και ο Tim «κόβει» τον ομφάλιο λώρο που τον συνέδεε με τον Larry, αναπτύσσοντας το προσωπικό του ύφος. Αν και χωρίς γνώσεις μουσικής και φωνητικής, η ποιότητα των τραγουδιών του και το τεράστιο εύρος της φωνής του φανερώνει το μέγεθος του ταλέντου του. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το «Happy Sad», απογοητεύοντας έτσι μεγάλη μερίδα θαυμαστών του, ως πιο jazz άλμπουμ. Η δυσαρέσκεια αυτή του κόσμου, σε συνδυασμό με τις πιέσεις της δισκογραφικής του για πιο «εμπορικές» δουλειές, τον έκανε να είναι πιο minimal ηχητικά στις εμφανίσεις του, αφήνοντας πίσω τις ενορχηστρώσεις του «Goodbye and Hello». Εν τούτοις, το «Happy Sad» ήταν το πιο εμπορικό του άλμπουμ.

Την επόμενη χρονιά ο Buckley ξεκίνησε να γράφει και να ηχογραφεί υλικό για τρία διαφορετικά άλμπουμ, τα «Lorca», «Blue Afternoon» και «Starsailor». Οι πειραματισμοί του με πολλά είδη μουσικής ήταν ξανά η κατάρα για τις δουλειές αυτές. Οι κριτικές που έλαβαν (τα πρώτα δυο τουλάχιστον) ήταν απογοητευτικές, χαρακτηρίζοντας τα άλμπουμ ως πολύ δύσπεπτα, αντιεμπορικά και με το ένα να αναιρεί το άλλο. Έτσι ο Tim έριξε όλο το βάρος στην κυκλοφορία αυτού που το πίστευε ως αριστούργημά του: το «Starsailor».

Πραγματικά εντελώς διαφορετική δουλειά από όλες τις άλλες, με έμφαση στην περίεργη παραγωγή των φωνητικών και μουσικά να ακροβατεί μεταξύ jazz και avant – garde rock. Δεν πούλησε όμως παραπάνω από το «αποτυχημένο» «Lorca». Ήταν η περίοδος που ο Buckley κατρακύλησε στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ, σε συνδυασμό φυσικά με την άθλια οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει.

Δυο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί το «Greetings from L.A.», ενώ το 1973 κυκλοφορεί το «Sefronia» και το 1974 το «Look at the fool». Και τα τρία κινήθηκαν σε πιο soul/funk και rock αποχρώσεις και (φυσικά) απέτυχαν να πουλήσουν. Σαν κερασάκι στην τούρτα ήρθαν οι πιέσεις της δισκογραφικής του χρεώνοντάς του προσωπικά την αποτυχία, και σε πολύ λίγο χρόνο έμεινε χωρίς συμβόλαιο!

Στις 28 Ιουνίου του 1975 και κατά την επιστροφή του από μια περιοδεία, ο Buckley – στα πλαίσια εορτασμού του τέλους της περιοδείας αυτής – συνδύασε αλκοόλ με ηρωίνη και βαρβιτουρικά. Το βράδυ της ίδιας μέρας ήταν νεκρός. Ήταν μόλις 28 ετών!

Αναμφίβολα ο Tim Buckley ήταν μια πολύ επιδραστική μουσική προσωπικότητα. Πάρα πολλοί καλλιτέχνες επηρεάστηκαν από τους πειραματισμούς του, τις ενορχηστρώσεις του και το τραγούδισμά του. Αυτό που δεν θα σταματήσω ποτέ όμως να σκέφτομαι (κάτι που ίσως μου συμβαίνει μόνο μ’ αυτόν) κάθε φορά που ακούω την σπαρακτική του φωνή, είναι το πόσο θα ήθελα να ήμουν ένας απλός παρατηρητής, χαζεύοντας τις διεργασίες που εκτελούσε το ιδιοφυές μουσικό του μυαλό κατά την δημιουργία ενός τραγουδιού…
15 Νοε 2007

Bob Dylan - With no direction home...

Φαντάζομαι πως είναι εύκολα αντιληπτό ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να γράψω – έστω και συνοπτικά – ένα κείμενο που να περιγράφει την ζωή και την πορεία της ζωντανής ιστορίας της μουσικής που ακούει στο όνομα Bob Dylan. Ή θα παραλείψω αρκετά και σημαντικά πράγματα ή θα επισκεφθώ τον ορθοπεδικό για θεραπεία στα δάχτυλά μου από το γράψιμο. Γι’ αυτό…:

Για τον εβραϊκής καταγωγής Robert Allen Zimmerman που εμπνεύστηκε το όνομά του από τον λατρεμένο του ποιητή Dylan Thomas, και που με μια κιθάρα στα χέρια έφθασε από τη Μινεσότα στη Νέα Υόρκη με την προφητική ψυχολογία αυτού που θα ακολουθούσε….

Για το «Blowin’ in the wind» του «The Freewheelin’ Bob Dylan», αυτόν τον ύμνο στην ειρήνη και στον ανθρωπισμό και για την ανατριχίλα που μου προκαλεί όσα εκατομμύρια φορές κι αν το ακούσω…

Για τον δίσκο του «Oh mercy» του 1989 και το «Man in the long black coat»…

Για τα «Desire», «Blood on the tracks», «Blonde on blonde», «Time out of mind», «Street legal», «Highway 61 Revisited», «Another side of Bob Dylan», «Nashville skyline», «Slow train coming», «Infidels» και πόσα, πόσα ακόμα άλμπουμ…

Για το «Hurricane» του άλμπουμ «Desire», αυτήν την εξύμνηση της αντιπαλότητας στον ρατσισμό και στις κάθε μορφής διακρίσεις…

Για το «Modern times» του 2006, που έδειξε πώς ένας τραγουδοποιός – σύμβολο που δεν έχει ανάγκη κανέναν και τίποτα συνεχίζει να εκτίθεται…

Για τα εκατοντάδες τραγούδια του που διασκεύασαν και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για εκατοντάδες τραγουδοποιούς και μπάντες…

Για το γιουχάρισμα που του ρίξανε οι «πιστοί θαυμαστές του», όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Newport Folk Festival με ηλεκτρική κιθάρα, θεωρώντας ότι τους «πρόδωσε»…

Για την ψυχολογία και τη γνησιότητα του τραγουδοποιού που αφού κάλεσε όλους του τους μουσικούς κάπου στο Nashville για την ηχογράφηση του «Blood on the tracks», τους είπε ότι δεν έχει γράψει τίποτα, κανένα τραγούδι. Τα έγραψε όλα επί τόπου…

Γι’ αυτό το «κατάλοιπο της Folk», όπως έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος τον εαυτό του στο βιβλίο του «Bob Dylan: Η ζωή μου»…

Για την έκφρασή του: «…δεν θέλω να είμαι με κανέναν τρόπο μέρος αυτής της κοινωνίας. Αυτή η κοινωνία το μόνο που θέλει είναι να σου γαμήσει το κεφάλι. Και δεν λέει να τριγυρνάς με ένα γαμημένο κεφάλι…»

Για τις φορές που προτάθηκε για νόμπελ λογοτεχνίας για τους στίχους του…

Για αυτή τη φωνή, αυτή τη ρινική χροιά και προφορά, τις μέτριες κιθαριστικές του ικανότητες αλλά και την μοναδική, υπαινικτική εκφραστικότητά του…

Για το «A hard rain is a – gonna fall»…

Για το «Like a rolling stone». Απλά.

Για μια κιθάρα και μια φυσαρμόνικα…

Για το ότι θα είναι πάντα για όλους εμάς που τον λατρεύουμε μια βόλτα Κυριακή πρωί στο Μοναστηράκι, και με τα τραγούδια του για ήλιο θα παίζουμε με τις σκιές που δημιουργούν…

5 Νοε 2007

Puressence - I suppose that I'm allright now...




Με αφορμή την ταινία «Control» και κάποιες πολύ συχνές συζητήσεις με κάποιους καλούς φίλους περί της σκηνής του Manchester και της σκοτεινιάς της, σκέφτηκα να γράψω τώρα για μια μπάντα αρκετά μεταγενέστερη των Joy Division (για τους οποίους θα αναρτήσω κάποια στιγμή σίγουρα κείμενο) και του Ian Curtis (θέματα που πραγματεύεται η εν λόγω ταινία), προσωπικά πολύ αγαπημένη και κατ΄εμέ πολύ αδικημένη. Τους Puressence.

Σε ένα λεωφορείο, κάπου στα 1991, οι James Mudriczki, Neil McDonald, Anthony Szuminski, όλοι οπαδοί της Manchester City, συνάντησαν τον οπαδό της Manchester United Kevin Matthews στον δρόμο τους για να πάνε να παρακολουθήσουν συναυλία των Stone Roses. Κανείς τους δεν είχε εισιτήρια και έτσι αναγκάστηκαν να πηδήξουν τον φράχτη για να μπούνε μέσα. Ο Kevin, μαγεμένος από το παίξιμο του μπασίστα των Stone Roses Gary Mounfield έσπευσε μετά τη συναυλία να αγοράσει μπάσο. Ο Neil, αυτός ο εξαιρετικός και ευρηματικός κιθαρίστας, έπαιζε από πριν κιθάρα, ενώ οι υπόλοιποι είχαν από μηδενική έως ελάχιστη μουσική εμπειρία. Έτσι αποφάσισαν ο James να τραγουδάει και ο Anthony να παίξει τύμπανα. Πολύ απλά δεν ακούγονται; Ίσως και να είναι.

Είναι αλήθεια ότι η μπάντα πέρασε από πολλά κύματα. Οι αλλεπάλληλες κυκλοφορίες διαφόρων τραγουδιών τους ως singles που δεν είχαν ιδιαίτερη απήχηση και εμπορική επιτυχία τους έκανε να αλλάζουν διαρκώς εταιρείες. Κορυφαία στιγμή εκείνης της περιόδου η κυκλοφορία του «Petrol skin» από την 2 Damn Loud Records, για πολλούς το καλύτερο ίσως τραγούδι τους. Το 1995 κυκλοφορούν το πρώτο τους (ομώνυμο) άλμπουμ, το οποίο ωστόσο δεν έτυχε ιδιαίτερης επιτυχίας. Ένα άλμπουμ μοναδικό, πολύ σκοτεινό (ίσως και ο λόγος της μικρής του επιτυχίας) και με πολλές εναλλαγές σε ήχους και ενορχηστρώσεις. Πολλοί κριτικοί το συνέκριναν με το «The bends» των Radiohead, ακόμα και με τα πρώτα χρόνια των U2 (άστοχα πιστεύω).

Το 1998 κυκλοφορούν το επίσης εξαιρετικό «Only forever» το οποίο σημειώνει αξιοπρόσεχτη επιτυχία, με τον Mani (μπασίστα των Stone Roses και των Primal Scream) να κάνει την παραγωγή στο «Standing in your shadow». Άλμπουμ δυνατό, με σημείο αναφοράς την συμμετοχή του βιολιού και την εκπληκτική παραγωγή στα τύμπανα του Anthony.

Πέρασαν τέσσερα χρόνια απουσίας από την δισκογραφία. Και το 2002 κάνουν ξανά την εμφάνισή τους με το «Planet helpless», ένα ακόμα άλμπουμ τους που μας έκανε όλους να πιστέψουμε και να επιβεβαιώσουμε ότι είναι εξαιρετικοί μουσικοί. Που έκανε όλον τον μουσικό κόσμο να πει ότι τέτοια άλμπουμ αξίζουν όσο χίλια των Travis ή των Coldplay.

Έναν χρόνο μετά, ο μοναδικός Neil McDonald, ο κιθαρίστας τους, τους άφησε και εκείνοι «προσέλαβαν» τον Lowell Killen.
Πρέπει εδώ να κάνω μια αναφορά στην σχέση τους και στην αγάπη τους για την χώρα μας. Είναι αλήθεια ότι οφείλουν πολλά στο ελληνικό κοινό, τόσο με την αθρόα του προσέλευση στις πολλές συναυλίες που έδωσαν εδώ, όσο και με την στήριξη που στις πωλήσεις των δίσκων τους που για ανεξήγητους λόγους «ψιλοπατώναν» στην Αγγλία. Και αυτοί το ξέρουν και το αναγνωρίζουν. Είναι εδώ με κάθε ευκαιρία (κορυφαία στιγμή ίσως η συναυλία τους με Iggy Pop και Madrugada), και συνεχίζουν με την επερχόμενη συναυλία τους στο Gagarin στις 23 Νοεμβρίου.

Με μεγάλη επίσης ανυπομονησία περιμένουμε και το φετινό τους άλμπουμ «Don’t forget to remember». Προσωπικά δεν έχω καμία αμφιβολία για την ποιότητα αυτού που περιμένω.
Κάθε φορά που ακούω την μοναδική, χαρισματική φωνή του James, τις κιθάρες του Neil που σε κάνουν να πιστεύεις ότι παίζουν μια – δυο κιθάρες ακόμα, τα τύμπανα του Anthony με την ιδιαίτερη έμφασή του στα tom και τις μπασογραμμές του Kevin που θαρρείς πως κρατάει την μπάντα στις χορδές του, θυμάμαι τις στιγμές της ζωής μου που σημάδεψαν οι μουσικές τους, και πώς είναι να επιμένεις, και να επιμένεις, και να επιμένεις κάνοντας αυτό που αγαπάς, άσχετα από την απήχηση και την αναγνώριση. Όταν σε αυτό που κάνεις είσαι καλός και κυρίως αυθεντικός, θα έχεις την πορεία που ονειρεύτηκες.