27 Ιαν 2009

Bruce Springsteen - 2009 - Working on a dream


Λοιπόν. Να σκεφτώ. 1973 – 2009. Δηλαδή… μμμ… 36 χρονάκια. Εντός των οποίων έχουμε 16 στούντιο άλμπουμ (χώρια πάντα τα live albums, τις συλλογές, τις επετειακές εκδόσεις κλπ κλπ). Που θα πει ότι κατά μέσο όρο έχουμε… 0,4 δίσκους τον χρόνο. Ας το κάνουμε 0,5 για να διευκολύνουμε τους υπολογισμούς μας. Μισό δίσκο τη χρονιά δηλαδή. Με μισό δίσκο τη χρονιά, αυτός ο άνθρωπος που η ροκ μουσική του χρωστάει αμέτρητα πράγματα (να σημειωθεί παρακαλώ ότι αν το «boss» στη δεκαετία του 80 δεν έβγαζε τα αριστοτεχνικά «The River», «Born in the USA», «Nebraska» και «Tunnel of love» και με την απήχηση που αυτά είχαν, θα ακούγαμε ακόμα discopop, που ντάξει, καλή ήταν αλλά γεννήθηκε να εξυπηρετεί χορευτικές ανάγκες για κανα-δυο ώρες μέσα στην ντίσκο) δίνει την εντύπωση ότι έχει εκ γενετής τη δυνατότητα να κάνει τις απαραίτητες τσιμεντοενέσεις στο ροκ οικοδόμημα τη στιγμή που τις έχει ανάγκη όσο ποτέ. Κάθε δεκαετία και το φάρμακό της. Όταν δε τα τελευταία χρόνια συνταγογραφεί στο ροκ το «Devils and dust» του 2005 (από τους καλύτερους δίσκους που έχω ακούσει στη ζωή μου) και το προπέρσινο «Magic», τότε προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να «αρρωσταίνω» κάθε χρόνο!

Συνέχεια του «Magic» λοιπόν μας λέει ο Bruce ότι είναι το φετινό «Working on a dream». Μιας περιόδου εξαιρετικά παραγωγικής, με την αειθαλή E-street band σε δαιμονιώδη φόρμα. Ομολογώ ότι μόλις το διάβασα αυτό και πριν ακούσω το άλμπουμ, κατάπινα τα δευτερόλεπτα μέχρι να στηθώ μπροστά στα ηχεία. Και στήθηκα. Και ξεκινάω την ακρόαση. Και πάω και για δεύτερη, και μετά για τρίτη. Το άλμπουμ δεν είναι σαν το «Magic», λέω. Είναι συνέχεια όμως, ναι. Όχι, δεν περίσσεψαν κομμάτια απ’ το «Magic» και μπήκαν στο φετινό. Αλλά είναι ας πούμε πιο δύσπεπτο. Και με περισσότερες εκπλήξεις.

«Outlaw Pete» και ξεκινάμε πολύ πολύ δυνατά. Το «My lucky day» με γύρισε πολύ πίσω και επειδή δεν το δέχτηκα άνετα ακούστηκε ένα κρατς στον γιακά μου, ενώ το ομόνυμο track μου έβγαλε αυτή τη μόνιμη ζεστασιά των τραγουδιών του. Στο «Queen of the supermarket» μας εξομολογείται τον έρωτά του με την ταμία, αφήνοντας παράλληλα αμέτρητες σπόντες για τον άκρατο καταναλωτισμό, και στο «What love can do» η μπάντα μας απογειώνει αφήνοντας ένα από τα γνωστά της «αντιεμπορικά» χιτ. Από την ίδια πιατέλα και το επόμενο «This life», και έρχεται το «Good eye» να με κάνει να σκεφτώ πόσο καιρό έχω να ακούσω (κι αν έχω ακούσει ποτέ τόσο καθαρό) blues rock κομμάτι απ’ τον Springsteen.

Με γρατζουνιστή, κοφτή ακουστική κιθάρα αλα Johnny Cash ξεκινάει το επόμενο «Tomorrow never knows», όμορφη country μπαλάντα, και εκεί που (ξανα)παραδίνομαι για πάντα στις προσταγές του είναι με το «Life itself». Μάλλον το καλύτερο κομμάτι του δίσκου. Πέφτουν γλυκά οι τόνοι με το «Kingdom of days» και το αιφνιδιαστικό τσέλο στην εισαγωγή του, κι εγώ για μια ακόμα φορά πάω να ετοιμάσω βαλίτσες για εκείνο το ταξίδι που λέγαμε πάντα με τον κολλητό, Αμερική, νοικιασμένο αμάξι, πρώτη στάση σε ένα μπαρ μιας μικρής πόλης για Jack και μπιλιάρδο. Με το «Surprise surprise» θυμάται (και θυμίζει και σε μας) τους Byrds. Με μια μόνο κιθάρα σχεδόν το επόμενο «The last carnival» και με μια αστοχία μόνο στο κλείσιμο με τα χορωδιακά φωνητικά, και ένα βήμα πριν το τέλος έχουμε μια από τις εσωστρεφείς εκείνες μπαλάντες που πάντα ήξερα ότι με τούτες μιλούσε όχι για μένα, αλλά σε μένα, το «The Wrestler» που ακούγεται και στην ομώνυμη περσινή ταινία του Αρονόφσκι. Και επειδή μας καλόμαθε με το «Good eye» και μάλλον του άρεσε κι εκείνου που θυμήθηκε τα μπλουζ, αποφάσισε να κλείσει το άλμπουμ σε τέτοιο ύφος, με το εξαιρετικό «A night with the Jersey devil».

Εκείνοι που δεν τα πήγαν ποτέ καλά με τον Bruce (και ξέρω ότι είναι πολλοί, πάρα πολλοί, ότι εδώ θα διαφωνήσω με κόσμο πολύ όσο ποτέ) ήδη έχουν σπαταλήσει αρκετό χρόνο διαβάζοντας ως εδώ. Ξέρω ότι κάθονται άσχημα (μάλλον ή σου κάθονται ή δεν σου κάθονται) το καουμπόυκο groove στο πιάνο, το πάντρεμα του σαξοφώνου με το ροκ της λεωφόρου, τα μόνιμα, χαρακτηριστικά δεύτερα φωνητικά του, οι δημοκρατικές – προοδευτικές εμφανίσεις του με κοινωνικοπολιτική χροιά (βλ. Ομπάμα, σαφώς και δεν το επικροτώ, αλλά δεν εξετάζουμε αυτό εδώ) λες και ήταν/είναι/θα είναι ο μόνος (αλλά αν περιμένεις κάποιον με το δάχτυλο στη σκανδάλη, και το χαρτάκι της τσίχλας να πετάξει κάτω θεωρείς ότι φέρει πάνω του ένα 45% της καταστροφής της ζούγκλας του Αμαζονίου), κι εκείνος ο διαολεμένος, καταραμένος τίτλος «Born in the USA». Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Ότι μετά από 36 χρόνια στον δρόμο είναι ακόμα εδώ, συνεπής, ζεστός, με δουλειές τουλάχιστον ισάξιες με άλλες, προηγούμενες εκπλήξεις. Όσο για το άλμπουμ (να πω κάτι και γι’ αυτό κλείνοντας ε; τα υπόλοιπα σε επερχόμενη ανάρτηση)… δεν με έθαψε ζωντανό ισιώνοντας μετά το χώμα με το φτυάρι όπως με το απίστευτο «The ghost of Tom Joad» του 1995, αλλά προσωπικά δεν μπορώ και να μην εξαφανίσω κάθε δυνατό θόρυβο για να ακούω ολοκάθαρα και ανενόχλητος το «αφεντικό» ξανά και ξανά…




19 Ιαν 2009

Come you masters of war...

Οποιαδήποτε ανάρτηση και σχολιασμός για οποιοδήποτε άλλο θέμα μπορεί να περιμένει. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του φίλου Μάκη (το άρωμα του τραγουδιού), αναρτώ μια φωτογραφία και ένα τραγούδι σχετικά με την τραγωδία (για μια ακόμα φορά) στην Μέση Ανατολή. Δυστυχώς μια ακόμα διαμαρτυρία από το πληκτρολόγιό μου, περνώντας το θέμα με την ίδια βαρύτητα με το τι καιρό θα κάνει αύριο. Συνήθης ύποπτος; Το γνωστό - άγνωστο "τέρας" της καθημερινότητας που δεν μας αφήνει να ασχοληθούμε πιο πολύ, πιο σοβαρά, πιο ενεργά. Ή μήπως ευτυχώς και να λέμε και πάλι καλά...;;;



Το τραγούδι είναι το "Masters of war" του Bob Dylan, διασκευασμένο ζωντανά απ' τους Pearl Jam.


Bob Dylan - Masters of war

Come you masters of war
You that build all the guns
You that build the death planes
You that build the big bombs
You that hide behind walls
You that hide behind desks
I just want you to know
I can see through your masks

You that never done nothin'
But build to destroy
You play with my world
Like it's your little toy
You put a gun in my hand
And you hide from my eyes
And you turn and run farther
When the fast bullets fly

Like Judas of old
You lie and deceive
A world war can be won
You want me to believe
But I see through your eyes
And I see through your brain
Like I see through the water
That runs down my drain

You fasten the triggers
For the others to fire
Then you set back and watch
When the death count gets higher
You hide in your mansion
As young people's blood
Flows out of their bodies
And is buried in the mud

You've thrown the worst fear
That can ever be hurled
Fear to bring children
Into the world
For threatening my baby
Unborn and unnamed
You ain't worth the blood
That runs in your veins

How much do I know
To talk out of turn
You might say that I'm young
You might say I'm unlearned
But there's one thing I know
Though I'm younger than you
Even Jesus would never
Forgive what you do

Let me ask you one question
Is your money that good
Will it buy you forgiveness
Do you think that it could
I think you will find
When your death takes its toll
All the money you made
Will never buy back your soul

And I hope that you die
And your death'll come soon
I will follow your casket
In the pale afternoon
And I'll watch while you're lowered
Down to your deathbed
And I'll stand o'er your grave
'Til I'm sure that you're dead


ΣΗΜ: Η φωτογραφία έχει και δεύτερη, κρυμμένη σημασία, πέραν του ότι δεν ήθελα να βάλω κάποια τραγική σκηνή των συνεπειών ενός ακόμα πολέμου. Απλά για όσους νομίζουν ότι με την εκλογή του "συμπαθούς", "λυτρωτή", "Μεσσία" Ομπάμα, η καθημερινότητά τους θα αλλάξει και η Αμερική θα μετανοήσει και θα κάνει στροφή 180 μοιρών στην εξωτερική της πολιτική... Προσωπικά για το θέμα αυτό "μυρίζομαι" την πλάνη του αιώνα...


ΣΗΜ2: Εννοείται πώς προσκαλώ με το παρόν όποιον άλλον θέλει και νιώθει να κάνει κάτι αντίστοιχο.


18 Ιαν 2009

Morrissey - 2009 - Years of refusal


Ο λύκος κι αν εγέρασε, κι αν οι Smiths πια για να κατέβουν απ’ τις δισκοθήκες πρέπει να κληθούν σε ειδική τελετή αναφοράς στο μετα-πανκ κίνημα της Αγγλίας των early 80’s (ευτυχώς αυτό συμβαίνει συχνά), ο κος Morrissey μάλλον ζήλεψε τον ρόλο του Brad Pitt στην επερχόμενη ταινία όπου πρωταγωνιστεί, και όσο περνάει ο καιρός φαίνεται να ξανανιώνει. Το καταλάβαμε για τα καλά στο «Ringleader of the Tormentors» του 2006, και με τα «χρόνια της άρνησης» φέτος δηλώνει την αντίθεσή του στην πορεία του χρόνου όπως όλοι την αντιλαμβανόμαστε. Ίσως κάτι τέτοιο να θέλει να μας πει, κρατώντας ένα βρέφος στο εξώφυλλο του άλμπουμ. Και το επιβεβαιώνει αποκαλώντας ο ίδιος το «Years of refusal» την πιο δυνατή του δουλειά.

Έπειτα από οκτώ σόλο άλμπουμ και επί 27 συναπτά έτη στο προσκήνιο, δεν μπορεί παρά η συνταγή να μοιάζει πλέον αλάνθαστη για τον Mozz. Λίγο από ραδιοφωνικά χιτάκια, λίγο από ειλικρινείς εξομολογήσεις, λίγο από ξέσπασμα. Ναι, όλα χρειάζονται και αν ο καλλιτέχνης δεν τα εξωτερικεύσει θα σκάσει, κανείς δεν διαφωνεί ως προς αυτό! Το πιο σημαντικό όμως με τον εν λόγω κύριο είναι ότι σίγουρα δεν (προσποιείται ότι) το κάνει, με αυτοσκοπό να παραμένει στο προσκήνιο και να ζει απ’ τη μουσική του, κάτι που κατά τη γνώμη μου έχει ήδη αποδείξει.

Η πιο ακατέργαστη (μεγάλη μου αδυναμία) και φασαριόζικη δουλειά του Morrissey ξεκινάει με το πολύ όμορφο και θεατρικό (χρόνια ειδικότητά του) «Something is squeezing my skull», και αμέσως καταλαβαίνουμε ότι δεν πρόκειται να μας αφήσει σε χλωρό κλαρί σε ολόκληρο το άλμπουμ. Ακολουθεί το φιλοσοφημένο «Mama lay softly on the riverbed», ενώ με την dark punk εισαγωγή του «Black cloud» το χαμόγελο φτάνει μέχρι τ’ αυτιά. Όταν δε αναλαμβάνει ρόλο και η ακουστική κιθάρα το κομμάτι γλυκαίνει και η ισορροπία επέρχεται. Δεν λείπει το Smiths μεν, απαράιτητο για τον μετριασμό του θορύβου δε, «I’m throwing my arms around Paris», και στα μέσα του άλμπουμ το track list κυριολεκτεί με το «All you need is me».

Ήρθε κάπου εδώ η στιγμή για τη μεγάλη έκπληξη του άλμπουμ. Το «When I last spoke to Carol» με τα σπανιόλικα ρυθμικά του μέρη, τα πνευστά και το καουμπόυκο σφύριγμα μας στέλνει σε ασυνήθιστα μονοπάτια. Και καπάκια το μεγάλο χιτ, «That’s how people grow up», που όλοι θα νομίσετε ότι το ξέρετε εδώ και αιώνες. Το πιο Morrissey τραγούδι, απ’ αυτά που φτιάχνει καμιά 10αριά τη μέρα χαλαρά, ενώ άλλοι παλέυουν δεκαετίες για να έχουν ένα σε ολόκληρη τη δισκογραφία τους. Πανέμορφο και το «One day goodbye will be farewell», ενώ περισσεύει η χαρά του όταν λέει «...you’ll never see the one you love again…». Και όλα αυτά με τη συνοδεία μιας τρομπέτας, κάπου προς το τέλος. Μάλλον ήρθε η ώρα του να φάει σκάλωμα με την παραδοσιακή μουσική κάποιας χώρας, κάτι που συνηθίζουν πολλοί όταν φτάνουν τα εξήντα και τα έχουν κάνει όλα με όλους (μιλώντας πάντα μόνο για μουσική καθώς αυτό γνωρίζουμε σίγουρα). Ή μήπως το θέμα αυτό το ψάχνει ακόμα, καθώς το «It’s not your birthday any more» κιουρίζει επικίνδυνα; «You were good in your time» μας λέει εν συνεχεία, με ρυθμούς να σέρνονται στο πάτωμα αδικαιολόγητα. Με το «Sorry doesn’t help» σε πανκ ύφος που ούτε επί Smiths δεν είχε γράψει, και το πολύ δυνατό «I’m OK by myself», το άλμπουμ – μικρό κείμενο – στιχομυθία που προκύπτει αν βάλει κανείς τους τίτλους στη σειρά, φτάνει στο τέλος του.

Ευγενικό, επιβλητικό και αριστοκρατικό παρουσιαστικό, σημαντική πορεία και συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό της χώρας του, σεμνότητα, αναγνωρισιμότητα, και σε λίγο καιρό κατάλληλη ηλικία. Ο Morrissey έχει όλα τα φόντα να χριστεί από τη Βασίλισσα ο επόμενος «Sir». Μουσικά πάντως είναι ήδη. Κι αυτό γιατί όλα τα παραπάνω δεν τα χρησιμοποιεί ως κυματοθραύστες και άλλοθι για να κυκλοφορεί αναμασημένα hits που για άλλους λόγους απορρίφθηκαν από δίσκους των Smiths ή δικών του. Το παραδείσιο αυτό πουλί (με την άδειά σας) εκτίθεται κάθε φορά όπως πρέπει, παίζει πάντα στα ίσα. Και με τόσο ρομαντισμό και πάθος, που ηχογραφεί το ένατο σόλο άλμπουμ της σημαντικής του καριέρας ζωντανά (στοιχείο που άφησα επίτηδες τελευταίο), την εποχή που τα μέλη άλλων γκρουπ ηχογραφούν ο καθένας απ’ το σπίτι του, πιθανόν και χωρίς να συναντηθούν ποτέ! Αφιερώστε λοιπόν λίγο χρόνο, μόνο και μόνο για να ακούσετε το αποτέλεσμα μιας ζωντανής ηχογράφησης, κάτι που σίγουρα όλοι μας έχουμε να κάνουμε πάρα πάρα πολύ καιρό…



4 Ιαν 2009

The Smiths - To die by your side...

Αυτό είναι το Manchester κύριοι! Από το 1976 με τους Joy Division έως και σήμερα λειτουργεί ως παγκόσμιος μουσικός πνεύμονας. Κάθε λίγα χρόνια παίρνει μια βαθιά εισπνοή, και η εκπνοή του κρατάει για λίγο. Αυτό το λίγο όμως είναι αρκετό ώστε να «δροσίζει» μουσικά τον πλανήτη για πολλές δεκαετίες μετά το τέλος της. Μετά λοιπόν τους προαναφερθέντες και δυο μόλις χρόνια από τη διάλυσή τους, η πόλη πυροβολεί ξανά, και από τις κάνες του βγαίνουν οι Smiths. Οι Smiths που ήταν ενεργοί ως σύνολο για πέντε μόνο χρόνια. Οι Smiths των μεγάλων Morrissey, Johnny Marr και Andy Rourke.

Το 1982 λοιπόν, ο άνεργος συγγραφέας Steven Patrick Morrissey και ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Johnny Marr σχηματίζουν το γκρουπ, ενώ λίγους μήνες αργότερα στην παρέα προσαρτάται ο ντράμερ Mike Joyce. Μετά από μερικές ηχογραφήσεις σε κασέτες και συναυλίες, διώχνουν τον μπασίστα Dale Hibbert και την θέση του παίρνει ο από κει και έπειτα μόνιμος μπασίστας τους, ο Andy Rourke, στενός φίλος του Marr. Ξεκινούν τις ηχογραφήσεις κυκλοφορώντας το 1983 το single «This charming man» (ακούγεται δεύτερο) που γίνεται Νο 25 στην Αγγλία, ενώ με μια σειρά συναυλιών και συνεντεύξεων στο ραδιόφωνο οι Smiths δημιουργούν έναν συμπαγή πυρήνα πιστών fans. Στα μουσικά πηγαδάκια της πόλης κάτι νέο μονοπωλεί πια τις συζητήσεις…

Μια χρονιά αργότερα η μπάντα κυκλοφορεί το πρώτο της άλμπουμ, το ομώνυμο «The Smiths», που φτάνει το Νο 2 στην Αγγλία. Ωστόσο το άλμπουμ έτυχε αρκετά αντιφατικής και καχύποπτης υποδοχής, καθώς τα τραγούδια «Reel around the fountain» (ακούγεται τρίτο) και «The hand that rocks the cradle» κατηγορήθηκαν ότι μιλάνε για παιδεραστία, ενώ το με τραγούδι «Suffer little children» που άκουσε ο παππούς ενός από τα δολοφονηθέντα παιδιά των γνωστών στο Manchester Moors Murders, κατηγορήθηκαν ότι καπηλεύονται τέτοια γεγονότα για εμπορικούς λόγους, παρεξήγηση που λύθηκε μόνο μετά από συνάντηση του Morrissey με τον εν λόγω κύριο, ο οποίος πείστηκε τελικά ότι το τραγούδι είναι μια ειλικρινής εξερεύνηση των επιπτώσεων ενός φόνου.

Μετά την… περιπετειώδη επιτυχία του «The Smiths» και μέσα στην ίδια χρονιά, κυκλοφορούν την συλλογή «Hatful of hollow» που περιλαμβάνει ανέκδοτα αλλά και προγενέστερα singles, όπως τα εκπληκτικά «How soon is now», «William, it was really nothing» και «Heaven knows I’m miserable now», που ήταν και το πρώτο χιτ της μπάντας στην πρώτη δεκάδα. Και έναν χρόνο μετά, το έντονα πολιτικό «Meat is murder» πιάνει για πρώτη (και όπως αποδείχθηκε μοναδική) φορά το Νο 1 στην χώρα τους, με το οποίο και με μια σειρά αντίστοιχου ύφους συνεντεύξεις, τα μέλη του γκρουπ έδειξαν την δυσαρέσκεια και την αντίθεσή τους στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, με ιδιαίτερο βάρος όμως στην πολιτική Thatcher.

Φτάνουμε στο 1986, χρονιά που οι Smiths κυκλοφορούν έναν απίστευτο δίσκο, ένα άλμπουμ από τα σημαντικότερα των τελευταίων 30 ετών και Νο 2 της χρονιάς για την Αγγλία, το «The Queen is dead». Εκπληκτικά, διαχρονικά τραγούδια («Bigmouth strikes again» που είχε προηγηθεί και ως single, «There’s a light that never goes out» (ακούγεται πρώτο), «Some girls are bigger than others», «Cemetry gates», «The boy with the thorn in his side») μοναδικών συνθέσεων, σκοτεινιάς, μαύρου χιούμορ, ένας Andy Rourke σωστό τρένο με το μπάσο του και ένας Johnny Marr ήδη δημιουργός σχολής με την κιθάρα του. Και φυσικά οι στίχοι του Morrissey και αυτό το τόσο δικό του, «κυματιστό» τραγούδισμα…

Φυσικά τα πράγματα με τίποτα δεν ήταν τόσο ρόδινα όσο δείχνουν μέχρι στιγμής. Ήδη με την εταιρία τους είχαν έρθει σε σχεδόν μη αναστρέψιμη δικαστική ρήξη, καθώς καθυστέρησε επτά ολόκληρους μήνες την έκδοση του «The Queen is dead» που ήταν έτοιμο από τον Νοέμβρη του 85! Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Marr δήλωνε πραγματικά εξουθενωμένος από τις περιοδείες και τις συναυλίες, ενώ ο Rourke είχε πλέον παραδοθεί στην ηρωίνη. Διώχθηκε από τον Morrissey με ένα post-it σημείωμα στο αυτοκίνητό του: «Andy, you have left The Smiths. Goodbye and good luck, Morrissey».

Ούτε και οι σχέσεις όμως μεταξύ Marr και Morrissey ήταν οι καλύτερες. Διαρκώς και για το παραμικρό έρχονταν σε σύγκρουση, με αποτέλεσμα (και αφού είχαν προηγηθεί δυο αρκετά επιτυχημένες συλλογές, τα «The world won’t listen» και «Louder than bombs») μέχρι τη στιγμή που κυκλοφόρησε ο τελευταίος τους δίσκος «Strangeways, here we come» στα 1987, η μπάντα να έχει ήδη διαλυθεί οριστικά. Χρόνια αργότερα ο Marr δήλωσε ότι του ήταν πια αδύνατον να αντέξει την ακαμψία στις ιδέες και εμμονές του Morrissey, ενώ ο τελευταίος ότι η διάλυση του γκρουπ οφειλόταν κυρίως σε επιχειρηματικούς λόγους!

Ποτέ ωστόσο δεν κρατήθηκε βαθιά κακία μεταξύ των μελών μετά τη διάλυσή τους. Η σόλο πορεία του Morrissey είναι λίγο πολύ γνωστή, με εξαιρετικές δουλειές σε μερικές από τις οποίες συμμετείχαν και οι Rourke και Joyce που συνέχισαν μαζί ως session μουσικοί, ενώ ο Marr έγραψε και έπαιξε για σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Bryan Ferry, οι Talking Heads και οι Pretenders.

Ο τόσο χαρακτηριστικός τρόπος που τραγουδάει ο Morrissey που νομίζεις ότι η φωνή του επιπλέει πάνω στις νότες αγνοώντας μέτρα και τονισμό συλλαβών, οι στίχοι του που αφηγούνται το τραγικό με τόσο φαινομενικά ελαφρύ τρόπο, αλλά και εκείνο το καρφωτό, νευρικό παίξιμο του μεγάλου κιθαρίστα Johnny Marr, δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψουν ποτέ! Μια ακόμα επιδραστική μπάντα που συμπαρέσυρε σημαντικούς μετέπειτα καλλιτέχνες και γκρουπ, που έμεινε λίγο μαζί, αλλά αρκετά ώστε οι μουσικοί της για πολλά χρόνια ακόμα να ενώνουν τα χέρια μας, τα αυτιά μας και τα μυαλά μας και να πιστεύουμε ότι είναι ακόμα μαζί, κάνοντας sound check σε κάποιο club του Manchester…



ΣΗΜ: Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον φίλο μου
Κωνσταντίνο Π., για την υπομονή που δείχνει τόσον καιρό με μένα. Α, και επειδή ξέρω πόσο του αρέσουν ο Morrissey και οι Smiths…