
Λοιπόν. Να σκεφτώ. 1973 – 2009. Δηλαδή… μμμ… 36 χρονάκια. Εντός των οποίων έχουμε 16 στούντιο άλμπουμ (χώρια πάντα τα live albums, τις συλλογές, τις επετειακές εκδόσεις κλπ κλπ). Που θα πει ότι κατά μέσο όρο έχουμε… 0,4 δίσκους τον χρόνο. Ας το κάνουμε 0,5 για να διευκολύνουμε τους υπολογισμούς μας. Μισό δίσκο τη χρονιά δηλαδή. Με μισό δίσκο τη χρονιά, αυτός ο άνθρωπος που η ροκ μουσική του χρωστάει αμέτρητα πράγματα (να σημειωθεί παρακαλώ ότι αν το «boss» στη δεκαετία του 80 δεν έβγαζε τα αριστοτεχνικά «The River», «Born in the USA», «Nebraska» και «Tunnel of love» και με την απήχηση που αυτά είχαν, θα ακούγαμε ακόμα discopop, που ντάξει, καλή ήταν αλλά γεννήθηκε να εξυπηρετεί χορευτικές ανάγκες για κανα-δυο ώρες μέσα στην ντίσκο) δίνει την εντύπωση ότι έχει εκ γενετής τη δυνατότητα να κάνει τις απαραίτητες τσιμεντοενέσεις στο ροκ οικοδόμημα τη στιγμή που τις έχει ανάγκη όσο ποτέ. Κάθε δεκαετία και το φάρμακό της. Όταν δε τα τελευταία χρόνια συνταγογραφεί στο ροκ το «Devils and dust» του 2005 (από τους καλύτερους δίσκους που έχω ακούσει στη ζωή μου) και το προπέρσινο «Magic», τότε προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να «αρρωσταίνω» κάθε χρόνο!
Συνέχεια του «Magic» λοιπόν μας λέει ο Bruce ότι είναι το φετινό «Working on a dream». Μιας περιόδου εξαιρετικά παραγωγικής, με την αειθαλή E-street band σε δαιμονιώδη φόρμα. Ομολογώ ότι μόλις το διάβασα αυτό και πριν ακούσω το άλμπουμ, κατάπινα τα δευτερόλεπτα μέχρι να στηθώ μπροστά στα ηχεία. Και στήθηκα. Και ξεκινάω την ακρόαση. Και πάω και για δεύτερη, και μετά για τρίτη. Το άλμπουμ δεν είναι σαν το «Magic», λέω. Είναι συνέχεια όμως, ναι. Όχι, δεν περίσσεψαν κομμάτια απ’ το «Magic» και μπήκαν στο φετινό. Αλλά είναι ας πούμε πιο δύσπεπτο. Και με περισσότερες εκπλήξεις.
«Outlaw Pete» και ξεκινάμε πολύ πολύ δυνατά. Το «My lucky day» με γύρισε πολύ πίσω και επειδή δεν το δέχτηκα άνετα ακούστηκε ένα κρατς στον γιακά μου, ενώ το ομόνυμο track μου έβγαλε αυτή τη μόνιμη ζεστασιά των τραγουδιών του. Στο «Queen of the supermarket» μας εξομολογείται τον έρωτά του με την ταμία, αφήνοντας παράλληλα αμέτρητες σπόντες για τον άκρατο καταναλωτισμό, και στο «What love can do» η μπάντα μας απογειώνει αφήνοντας ένα από τα γνωστά της «αντιεμπορικά» χιτ. Από την ίδια πιατέλα και το επόμενο «This life», και έρχεται το «Good eye» να με κάνει να σκεφτώ πόσο καιρό έχω να ακούσω (κι αν έχω ακούσει ποτέ τόσο καθαρό) blues rock κομμάτι απ’ τον Springsteen.
Με γρατζουνιστή, κοφτή ακουστική κιθάρα αλα Johnny Cash ξεκινάει το επόμενο «Tomorrow never knows», όμορφη country μπαλάντα, και εκεί που (ξανα)παραδίνομαι για πάντα στις προσταγές του είναι με το «Life itself». Μάλλον το καλύτερο κομμάτι του δίσκου. Πέφτουν γλυκά οι τόνοι με το «Kingdom of days» και το αιφνιδιαστικό τσέλο στην εισαγωγή του, κι εγώ για μια ακόμα φορά πάω να ετοιμάσω βαλίτσες για εκείνο το ταξίδι που λέγαμε πάντα με τον κολλητό, Αμερική, νοικιασμένο αμάξι, πρώτη στάση σε ένα μπαρ μιας μικρής πόλης για Jack και μπιλιάρδο. Με το «Surprise surprise» θυμάται (και θυμίζει και σε μας) τους Byrds. Με μια μόνο κιθάρα σχεδόν το επόμενο «The last carnival» και με μια αστοχία μόνο στο κλείσιμο με τα χορωδιακά φωνητικά, και ένα βήμα πριν το τέλος έχουμε μια από τις εσωστρεφείς εκείνες μπαλάντες που πάντα ήξερα ότι με τούτες μιλούσε όχι για μένα, αλλά σε μένα, το «The Wrestler» που ακούγεται και στην ομώνυμη περσινή ταινία του Αρονόφσκι. Και επειδή μας καλόμαθε με το «Good eye» και μάλλον του άρεσε κι εκείνου που θυμήθηκε τα μπλουζ, αποφάσισε να κλείσει το άλμπουμ σε τέτοιο ύφος, με το εξαιρετικό «A night with the Jersey devil».
Εκείνοι που δεν τα πήγαν ποτέ καλά με τον Bruce (και ξέρω ότι είναι πολλοί, πάρα πολλοί, ότι εδώ θα διαφωνήσω με κόσμο πολύ όσο ποτέ) ήδη έχουν σπαταλήσει αρκετό χρόνο διαβάζοντας ως εδώ. Ξέρω ότι κάθονται άσχημα (μάλλον ή σου κάθονται ή δεν σου κάθονται) το καουμπόυκο groove στο πιάνο, το πάντρεμα του σαξοφώνου με το ροκ της λεωφόρου, τα μόνιμα, χαρακτηριστικά δεύτερα φωνητικά του, οι δημοκρατικές – προοδευτικές εμφανίσεις του με κοινωνικοπολιτική χροιά (βλ. Ομπάμα, σαφώς και δεν το επικροτώ, αλλά δεν εξετάζουμε αυτό εδώ) λες και ήταν/είναι/θα είναι ο μόνος (αλλά αν περιμένεις κάποιον με το δάχτυλο στη σκανδάλη, και το χαρτάκι της τσίχλας να πετάξει κάτω θεωρείς ότι φέρει πάνω του ένα 45% της καταστροφής της ζούγκλας του Αμαζονίου), κι εκείνος ο διαολεμένος, καταραμένος τίτλος «Born in the USA». Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Ότι μετά από 36 χρόνια στον δρόμο είναι ακόμα εδώ, συνεπής, ζεστός, με δουλειές τουλάχιστον ισάξιες με άλλες, προηγούμενες εκπλήξεις. Όσο για το άλμπουμ (να πω κάτι και γι’ αυτό κλείνοντας ε; τα υπόλοιπα σε επερχόμενη ανάρτηση)… δεν με έθαψε ζωντανό ισιώνοντας μετά το χώμα με το φτυάρι όπως με το απίστευτο «The ghost of Tom Joad» του 1995, αλλά προσωπικά δεν μπορώ και να μην εξαφανίσω κάθε δυνατό θόρυβο για να ακούω ολοκάθαρα και ανενόχλητος το «αφεντικό» ξανά και ξανά…






