
Με θυμάμαι να τους πρωτοακούω και σχεδόν να τρομάζω. Μια διαπεραστική φωνή να βγαίνει από ένα ξυρισμένο κεφαλάκι και να κατορθώνει να επιπλέει ανάμεσα από... πολλά κιλά ηλεκτρικής κιθάρας. Ένας διπλός δίσκος που όμοιό του πρέπει να ψάξει κάποιος πολύ για να βρεί. Άλλα τραγούδια σκληρά και άγρια, άλλα αταίριαστα μελωδικά. Φίλοι μου, είναι οι Smashing Pumpkins.
Κάτι ο grungeοειδής ήχος της alternative έκρηξης της Β. Αμερικής, κάτι η εμφάνισή τους στο soundtrack του Singles απ’ όπου παρέλασε σχεδόν όλη η σκηνή του Seattle, υποσυνείδητα τους θεωρούμε μπάντα της σκηνής αυτής. Άλλωστε το Chicago – απ’ όπου και προέρχονται – αν
ήκει στην Β. Αμερική και δεν απέχει και πολύ απ’ την πόλη του grunge. Στο Chicago πάντως αυτή η μεγάλη και αντιφατική μορφή ονομαζόμενη Billy Corgan (γιος τζαζ μουσικού και υπάλληλος σε δισκάδικο τότε) γνώρισε τον κιθαρίστα James Iha. Σύντομα ξεκίνησαν να συνεργάζονται στην σύνθεση τραγουδιών και σιγά σιγά σχημάτισαν την μπάντα, «κλέβοντας» την μπασίστρια D'arcy Wretzky από την προηγούμενη μπάντα της, και με την οποία ο Iha διατήρησε σύντομη ερωτική σχέση.Όπως θα αντιληφθήκατε δεν υπήρχε drummer και το γκρουπ έπαιζε «κατευθυνόμενο» από drum machine. Έτσι, μετά από ένα live το 1988, ο ιδιοκτήτης του club τους πρότεινε συμβόλαιο, με τον όρο όμως να αντικαταστήσουν την drum machine με κανονικό drummer. Και τους συνέστησε έναν πραγματικά ξεχωριστό πρώην τζαζ drummer, που με το παίξιμό του στιγμάτισε κυριολεκτικά την μπάντα, τον Jimmy Chamberlin. Περνούσε ο καιρός, φτάσαμε στο 1991 και οι Pumpkins ανάμεσα από ζωντανές εμφανίσε
ις και συνεχείς πρόβες συνέθεσαν τα τραγούδια του πρώτου τους άλμπουμ, του «Gish». Είχαν το μεγάλο προνόμιο να αναλάβει την παραγωγή του ένας εξαιρετικός παραγωγός, ο Butch Vig, drummer των Garbage και παραγωγός τόσο στο επόμενό τους άλμπουμ όσο και στο θρυλικό πλέον Nevermind των Nirvana. Το Gish ωστόσο δεν θα λέγαμε ότι απογείωσε την μπάντα, με μοναδικό τραγούδι να «παίζει» στα ραδιόφωνα το «Rhinoceros». Ήταν αρκετό ωστόσο για να σαπορτάρουν τους Jane’s Addiction, τους Guns ‘n’ Roses και τους RHCP. Κατά τη διάρκεια όμως των περιοδειών αυτών, ο Iha με την Wretzky είχαν έναν επεισοδιακό χωρισμό, ο Chamberlin κύλησε στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά και ο Corgan έπεσε σε βαθειά κατάθλιψη.Άντεξαν ωστόσο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το 1993 επανήλθαν με έναν εξαιρετικό δίσκο, το «Siamese Dream». Δίσκος που τους έβαλε στο mainstream παιχνίδι και τους έκανε πλέον μεγάλο όνομα. Τα «Today» και «Disarm» σάρωναν το ένα βραβείο μετά το άλλο και το άλμπουμ πούλησε γύρω στα 4 εκατομμύρια μόνο στις ΗΠΑ! Παρά την τεράστια επιτυχία αυτή πάντως, κάτι τους στοίχειωνε ακόμα. Ο κόσμος σαν να αρνιόταν να τους καθιερώσει μέσα του συνεχίζοντας να τους συγκρίνει με τους Pearl Jam και τους Nirvana. Έπρεπε κάτι να γίνει. Και έγινε. Δύο χρόνια μετά οι Pumpkins κυκλοφορούν ένα διαμάντι μοναδικό, το διπλό άλμπουμ «Mellon Collie an
d the Infinite Sadness». Εικοσιοκτώ τραγούδια, πάνω από δύο ώρες μουσικής, Νο 1 σε όλα τα charts, πάνω από πέντε εκατομμύρια πωλήσεις και φυσικά μέσα στα 500 καλύτερα ever από το Rolling Stone Magazine. Και απλά υποκλίθηκαν οι πάντες!Έχοντας πλέον τη θέση που τους άξιζε, ο Corgan αποφάσισε ότι το ύφος τους έπρεπε λίγο να ξεφύγει από το κλασικό κιθάρες-ντραμς-μπάσο. Και αυτό ήταν που τους έκανε – κατ’ εμέ – να ξεχωρίσουν. Ότι δεν γαντζώθηκαν ούτε αναμάσησαν την τεράστια δουλειά του Mellon Collie και τόλμησαν να πειραματιστούν. Νέο συστατικό στις δουλειές τους; Η ηλεκτρονική μουσική. Και κάπως έτσι το 1998 «γεννήθηκε» το «Adore». Παρόλο που ψηφίστηκε σαν η καλύτερη alternative δουλειά της χρονιάς, δεν πούλησε πάνω από 830.000 κόπιες. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να δώσουν όλα τα έσοδα της περιοδείας προώθησής του σε
φιλανθρωπίες. Επέστρεψαν πάντως το 2000 σε πιο ροκ διαδρομές με το «Machina/The Machines Of God». Χρονιά που στιγμάτισε όμως και η διάλυση της μπάντας, έπειτα από έξαρση των διαφωνιών τους, των αλλεπάληλων αποχωρήσεων και προσλήψεων μελών και των προσωπικών... κολάσεων του καθενός.Πριν τη διάλυση είχαν κυκλοφορήσει το «Machina II/The Friends & Enemies of Modern Music», το οποίο και διέθεσαν δωρεάν στο internet για τους φαν μόνο! Ήταν αδύνατο όμως να μείνουν χώρια για πάντα. Το 2005 επανενώνονται και δύο χρόνια αργότερα επανέρχονται στη διακογραφία με το «Zeitgeist». Όχι τίποτα φοβερό αλλά αρκετό για να μας πείσει ότι είναι πάλι μαζί και ότι δεν έχουν τελειώσει ακόμα!!! Εντός της χρονιάς που διανύουμε, περιμένουμε ανυπόμονα την καινούργια τους δουλειά, το «American Gothic».

Εξαιρετικοί μουσικοί, καλές δουλειές, κάποιες μοναδικές, ναρκωτικά, διαμάχες, έρωτες, αλλάγες και μεταπηδήσεις σε άλλους ήχους και μορφές, επιστροφές, μεταμορφώσεις, μεταμφιέσεις, διαλύσεις, επανενώσεις. Τίποτα δεν έμενε όρθιο ποτέ! Κι όμως είναι ακόμα εδώ! Να μεταλλάσονται και να παραμένουν οι ίδιοι όπως μόνο αυτοί θα μπορούσαν. Να μας ξεκουφαίνουν αλλά και να μας ταξιδεύουν όπως μόνο αυτοί ξέρουν!



