25 Ιαν 2008

James - I am what I try to deny...

Ανάμεσα στα πολλά και αξιόλογα συγκροτήματα που αποτελούν την περιβόητη «σκηνή του Manchester», υπάρχουν κάποια που έχουν κάτι το μοναδικό, ένα άστρο που θαρρείς ότι δεν τους εγκαταλείπει ποτέ, που τους «καταδικάζει» να είναι πάντα μπροστά! Ένα απ’ αυτά είναι και οι James, από τις λαμπρότερες κατά τη γνώμη μου σελίδες αυτής της σκηνής.

Κάπου στα 1981, ο ενθουσιασμένος από τα μετά – πανκ συγκροτήματα κιθαρίστας Paul Gilbertson πείθει τον φίλο του Jim Glennie (από το μικρό όνομα του οποίου προήλθε αργότερα και το όνομα της μπάντας) να αγοράσει ένα μπάσο και να σχηματίσουν μια μπάντα. Στο σχήμα προσαρτάται ο εξαιρετικός ντράμερ Gavan Whelan, του οποίου το μοναδικό παίξιμο ξεχώρισε με άνεση από την αρχή σε σχέση με τον ακατέργαστο τρόπο παιξίματος των άλλων δυο. Κάνοντας πρόβες στο δωμάτιο του Jim, η μπάντα «κλείνει» ένα support στους Fall. Μέχρι εκείνη την στιγμή πολύς κόσμος είχε παρελάσει από τη θέση του τραγουδιστή, μέχρι που γνωρίζουν μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μουσικής της τελευταίας εικοσαετίας, τον μοναδικό Tim Booth. Αρχικά τον «προσέλαβαν» για χορευτή επί σκηνής, λόγω των ικανοτήτων του και στον χορό. Σύντομα όμως ο Booth ανέλαβε ρόλο lead singer και φυσικά στιχουργού της μπάντας.
Φυσικά μια μπάντα σαν τους James δεν θα μπορούσε να διαφύγει της προσοχής του «νονού» της σκηνής του Manchester, του Toni Wilson της Factory Records. Τους προτείνει συνεργασία, και το 1983 κυκλοφορούν το πρώτο τους EP με τίτλο «Jimone», το οποίο γίνεται single της εβδομάδας και τους οδηγεί σε «άνοιγμα» συναυλίας των μεγάλων Smiths. Παρόλο όμως που όλα προδιαγράφονταν ιδανικά, τα εσωτερικά προβλήματα της μπάντας επιβράδυναν πάρα πολύ την εξέλιξή της. Το πρόβλημα ναρκωτικών του Gilbertson οδήγησε τους υπόλοιπους στο να του ζητήσουν να φύγει. Ξεκινάει μια διαμάχη Booth – Glennie που κρατάει έως σήμερα. Μετά από δυο ακόμα επιτυχημένα EP, η Factory τους ζητάει να αναλάβει το πρώτο τους άλμπουμ, αλλά εκείνοι θεωρούν την εταιρεία «χωρίς όραμα» και έτσι συνεργάζονται το 1986 με την Sire Records για την κυκλοφορία ενός ακόμα EP, καθώς και για το πρώτο τους άλμπουμ, το «Slutter».

Το 1988 ένας επί σκηνής καβγάς μεταξύ Booth και Whelan οδηγεί τον δεύτερο σε αποχώρηση. Προσλαμβάνουν καινούργιο ντράμερ, μαζί με δυο – τρεις άλλους μουσικούς, με σκοπό να καλυφθεί το κενό που άφησε πίσω του ο πολύ καλός Whelan. Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το «Strip-mine», ενώ το 1989 το εξαιρετικό live άλμπουμ «One man clapping» θα φτάσει Νο 1 και θα αναζοπυρώσει το ενδιαφέρον των media για την μπάντα.

1990 και οι James κυκλοφορούν το «Gold Mother» που σύντομα γίνεται Νο 2, υπό την ετικέτα της Fontana Records. Μπαίνουν στην δεκαετία θριαμβευτικά και κάπως έτσι κατοχυρώνονται σαν ένα από τα πιο επιδραστικά και επιτυχημένα γκρουπ των ‘90s. Την ίδια πορεία είχε και το «Seven» του 1992, χρονιά που μεταβαίνουν στην Αμερική για μια σειρά ακουστικών συναυλιών με τον Neil Young. Επιστρέφουν στην Αγγλία για την ηχογράφηση και κυκλοφορία του εξαιρετικού «Laid», παρέα με τον Brian Eno, ο οποίος βάζει το χεράκι του και στα «Wah wah» του 1994 και «Whiplash» του 1997, κάνοντάς τα πιο πειραματικά. Η ατέλειωτη αυτή δεκαετία κλείνει γι’ αυτούς με το πιο James-like «Millionaires» του 1999.

Κάπου εκεί φαίνεται να κλείνει όμως και ένας κύκλος δημοσιότητας και επιτυχίας. Περνάνε μεγάλο διάστημα δουλεύοντας πάνω στο τελευταίο (πριν την αποχώρηση του Booth) δίσκου τους, του πολύ καλού «Pleased to meet you» που τελικά θα κυκλοφορήσει το 2001. Ο μεγάλος Tim Booth προχωρά σε αποχώρηση με σκοπό μια σόλο (αξιόλογη όπως θα αποδειχθεί) καριέρα και η μπάντα μένει ανενεργή, χωρίς να ανακοινωθεί ποτέ ωστόσο επίσημα ότι διαλύθηκαν! Το 2007 οι James επανενώνονται με μια μεγάλη περιοδεία, και φέτος περιμένουμε την καινούργια τους δουλειά, κάπου στις αρχές του Απρίλη.

Αμέτρητα τα σχήματα και οι καλλιτέχνες που επηρεάστηκαν από την παρέα του Tim Booth. Πολλές και οι σημαντικές μπάντες που «άνοιξαν» τις συναυλίες τους. Οι Stone Roses και οι Happy Mondays το 1988, οι Nirvana το 1991 (ένα μήνα πριν το «Nevermind» πιάσει κορυφή) οι Radiohead το 1993, οι Third Eye Blind το 1997, οι Corrs και οι Stereophonics το 1998, οι Supergrass και οι Doves το 1999, οι Coldplay το 2000 (ένα μήνα πριν το «Parachutes» γίνει Νο 1). Και πόσες άλλες λιγότερο γνωστές!

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η πορεία και η ιστορία των James. Μιας μπάντας της πολυτάλαντης σκηνής του Manchester, την οποία πάντα θα ψάχνουν τα αυτιά μου και για την οποία πάντα θα υπάρχει ιδιαίτερος, «προσημασμένος» χώρος στην καρδιά μου. Χώρος αρκετά μεγάλος, ώστε να μην στριμώχνονται οι μελωδίες τους και η τεράστια, μοναδική φωνή του Tim Booth…
10 Ιαν 2008

Janis Joplin - Trust me baby, give me time...

Και μια ανάρτηση για μια γυναικεία φωνή. Για ΤΗΝ γυναικεία φωνή. Μια προσωπικότητα που θα την θυμόμαστε πάντα σαν κοπέλα. Που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει τόσο ώστε να την χαρακτηρίσουμε κάπως αλλιώς. Για μια ακόμα μορφή από ‘κείνες που θαρρείς πως αυτό(ς) που τις στέλνει ανάμεσά μας ξαφνικά μετανιώνει, συνειδητοποιεί ότι παραήταν γενναιόδωρο(ς) και τις παίρνει πίσω νωρίς. Την Janis (Lyn) Joplin.

Σίγουρα, ποτέ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει μια εξέλιξη. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η μικρή Janis που ξεκίνησε να τραγουδάει στις τοπικές χορωδίες του Texas θα γινόταν εκείνη που τραγούδησε τα blues όπως δεν τα τραγούδησε ποτέ λευκή. Γεννημένη στις 19 Ιανουαρίου του 1943 στο Texas, τελείωσε κανονικά το σχολείο και συνέχισε στο Πανεπιστήμιο του Texas, χωρίς ωστόσο να τελειώσει ποτέ τις σπουδές της. Είχε, βλέπετε, ήδη ξεκινήσει να τραγουδάει blues και folk. Σε ηλικία 20 ετών μετακομίζει στο San Francisco, όπου μαζί με τον Jorma Kaukonen (μετέπειτα κιθαρίστα των Jefferson Airplane) ηχογραφούν αρκετά blues τραγούδια και το 1964 κυκλοφορούν το «The Typewriter Tape».

Ωστόσο, η χρήση ναρκωτικών και η κατανάλωση διόλου ευκαταφρόνητων ποσοτήτων αλκοόλ ήταν ήδη κομμάτι της ζωής της. Έτσι η Janis αποφασίζει να επιστρέψει στο πατρικό της στο Texas, όπου πραγματικά αλλάζει για λίγο τρόπο ζωής. Παρέμεινε όμως σε επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με έναν dealer της στο San Francisco, ο οποίος την είχε ζητήσει σε γάμο! Κατά τη διάρκεια όμως της τακτοποίησης των τελευταίων λεπτομερειών της επίσκεψής του στο πατρικό της, εκείνος εξαφανίστηκε!

Το 1966 η φωνή της Joplin τραβά την προσοχή των Big Brother and the Holding Company, μιας μπάντας που ήταν διάσημη στις κοινότητες των χίπις. Έτσι την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το ομώνυμο άλμπουμ, λίγο μετά την εμφάνισή τους στο μοναδικό Monterey Pop Festival (παρέα φυσικά με τους The Who, Jimmy Hendrix, Mamas and the Papas, και πολλούς άλλους). Την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το δεύτερό τους άλμπουμ «Cheap Thrills». Ήταν η χρονιά που η Janis θα αφήσει τους Big Brother, μετά την εμφάνισή τους στο Newport Folk Festival.

Οι Kozmic Blues Band ήταν ο επόμενος σταθμός της. Το 1969 κυκλοφορούν το (ένα και μοναδικό) «I Got Dem Ol' Kozmic Blues Again Mama!», ενώ την ίδια χρονιά κάνουν περιοδεία σε Β. Αμερική και Ευρώπη. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς εμφανίζονται στο Woodstock, παρόλο που η Joplin δεν εμφανίζεται σε κανένα επίσημο φιλμ του ιστορικού φεστιβάλ, παρά μόνο σε κάποιο σπάνιο director’s cut!

Τον Φεβρουάριο του 1970 μετακομίζει για λίγο στην Βραζιλία παρέα με μια φίλη της, όπου ξανακάνει φιλότιμες προσπάθειες να αποκοπεί από ηρωίνη και αλκοόλ (και τα καταφέρνει μάλιστα σε μεγάλο βαθμό). Και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ξεκίνησε την ηχογράφηση του θρυλικού πλέον σόλο άλμπουμ της «Pearl». Την 1η Οκτωβρίου ολοκληρώνει την ηχογράφηση του «Mercedes Benz» και συμμετέχει σε μια εκδήλωση για τα γενέθλια του Lennon, παρόλο που εκείνα ήταν στις 9/10 (!). Την 3η Οκτωβρίου πηγαίνει στο στούντιο να ακούσει την μουσική από το «Buried alive in the blues» και προγραμματίζει να βάλει τα φωνητικά την άλλη μέρα. Μέρα όμως που την βρίσκουν νεκρή! Αίτια θανάτου; Υπερβολική δόση ηρωίνης σε συνδυασμό (φυσικά) με αλκοόλ… Ήταν 27 ετών. Το πτώμα της κάηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν από ένα αεροπλάνο κάπου στα νερά του Ειρηνικού. Είχε γίνει αρκετή δουλειά ωστόσο ώστε να παραχθεί τελικά το άλμπουμ, το 1971 πλέον!

Και κάπως έτσι το «Buried alive in the blues» παρέμεινε ορχηστικό…

Κάπως έτσι «…έκανε έρωτα επί σκηνής με 25000 άτομα και πήγαινε για ύπνο μόνη της…»

Κάπως έτσι χάθηκε μια σπάνια, μοναδική μορφή της μουσικής πριν καν αρχίσει…

Και κάπως έτσι θα ανατριχιάζουμε για πάντα σε κάθε της στριγγλιά…
4 Ιαν 2008

Mercury Rev - Well I got us on a hiway...


Πρώτη ανάρτηση για το 2008. Και λέω να γράψω για μια μπάντα αγαπημένη, παράξενη πραγματικά. Μια μπάντα που είναι απορίας άξιο το πώς υπάρχει και δισκογραφεί ακόμα παρά τα όσα πέρασε. Που μου έχει καρφωθεί εδώ και πολύ καιρό να γράψω γι’ αυτούς αλλά συνεχώς το ανέβαλα. Και κυρίως μια μπάντα που οι μελωδίες της μας συντροφεύουν πολλά πολλά χρόνια τώρα. Μιλάμε για τους Mercury Rev!

Νέα Υόρκη, 1984 και με κάποιον από τους γνωστούς παράξενους και μοιραίους τρόπους συναντιούνται οι David Baker (φωνητικά), Jonathan Donahue (φωνητικά, κιθάρες), ο «Grasshopper» (Sean Mackowiak) (κιθάρες, κλαρινέτο), η Suzanne Thorpe (φλάουτο) και ο Jimmy Chambers (ντραμς). Την εξάδα συμπλήρωσε ο εξαιρετικός μπασίστας Dave Fridmann.

Παρά το γεγονός ότι σχηματίστηκαν το 1984, τόσο οι περιβόητες διαμάχες μεταξύ των μελών όσο και τα «παράλληλα καθήκοντα» των Jonathan και Fridmann με τους Flaming Lips (ο πρώτος έβαλε τις κιθάρες στα πρώτα τους δυο άλμπουμ και ο δεύτερος συμμετείχε στις παραγωγές όλων τους των άλμπουμ εκτός από ένα) έκαναν τους Mercury Rev να μην κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά πριν το 1991 με το «Yerself is steam». Σίγουρα πάντως άξιζε η αναμονή, καθώς το άλμπουμ κινήθηκε σε νέο-ψυχεδελικού αλλά και πολύ μελωδικού ροκ αποχρώσεις, κάτι που ταρακούνησε αρκετό μουσικό κόσμο!

Αλλά όπως είπαμε, η μπάντα αυτή από την γέννησή της «μαστιζόταν» από τις διαμάχες μεταξύ των μελών της. Τα περιστατικά που ακούστηκαν κατά καιρούς ήταν πολλά και ακραία, όπως πχ ότι ο Jonathan κάποτε χίμηξε να βγάλει το μάτι του Grasshopper με ένα πιρούνι, ότι ο Baker από ένα σημείο και έπειτα ταξίδευε μόνος του στις περιοδείες, ότι κατέβαινε όχι απλά εν μέσω συναυλίας αλλά και εν μέσω τραγουδιού για να πιει… Και είναι πραγματικά αξιοπερίεργο το πώς υπό τέτοιες συνθήκες η μπάντα «έκλεινε» τη μια περιοδεία μετά την άλλη και κυκλοφορούσε άλμπουμ. Πάντως σίγουρα οι παραπάνω ιστορίες εμπεριέχουν μεγάλη δόση αλήθειας, μιας και ο Baker εγκατέλειψε την μπάντα αμέσως μετά την κυκλοφορία του δεύτερου μόλις άλμπουμ τους, του «Boces» το 1993. Ίσως να του έκανε και καλό, μιας και αργότερα κυκλοφόρησε σόλο άλμπουμ υπό το όνομα Shady.

Το 1995 κυκλοφορούν το «See you on the other side», άλμπουμ το οποίο στιγμάτισε η απουσία του Baker και τα φωνητικά του Jonathan. Και τρία χρόνια αργότερα, η μπάντα… το παίρνει ΠΟΛΥ ζεστά: κυκλοφορεί το μεγαλειώδες άλμπουμ «Deserter’s Songs». Και κάνει τους πάντες να παραμιλάνε και να σιγοτραγουδάνε τραγούδια όπως το «Goddess on a Hiway», το «Opus 40», το «Holes».

Αφού χορτάσαμε οι πάντες μοναδικές μελωδίες και τραγούδια, η μπάντα δίνει ένα ακόμα «χτύπημα» το 2001. Το «All Is Dream». Ένα άλμπουμ που κατά τη γνώμη μου βρίσκεται… μισό σκαλί κάτω από το OK Computer των Radiohead. Μαγεία ξανά. Τα «Chains», «The dark is rising», «Tides of the moon» (που κοσμεί και το διπλανό podcast), «Hercules» προσωπικά τα ακούω σαν να βγήκαν χτες! Την «τριλογία» των τελευταίων άλμπουμ των Mercury Rev συμπλήρωσε επάξια το 2005 το «Secret Migration». Χρονιά που έδωσαν και στην Αθήνα μια συναυλία, στην οποία όσοι βρέθηκαν είπαν ότι έζησαν ένα παραμύθι.

Δυσκολεύομαι πραγματικά να γράψω έναν επίλογο για τους Mercury Rev, κάτι που να τους χαρακτηρίζει. Είναι διχασμένοι; Ταλαιπωρημένοι από έριδες και διαφωνίες; Γεμάτοι ταλέντο και έμπνευση; Χαρισματικοί; Γιατί δεν διαλύθηκαν ποτέ, κάτι που συνέβη με μπάντες που δεν είχαν ούτε τα μισά τους προβλήματα; Γιατί όσο πιο έντονα διχάζονταν τα μέλη της, τόσο πιο όμορφες γίνονταν οι δουλειές τους και οι συναυλίες τους; Πιθανόν σε τέτοιες ερωτήσεις να μην μπορέσει να απαντήσει ποτέ κανείς. Και επίσης πιθανόν να μην ακούσουμε ποτέ από άλλους μελωδίες σαν εκείνες των Mercury Rev.