21 Φεβ 2008

The Smashing Pumpkins - The world is a vampire...


Με θυμάμαι να τους πρωτοακούω και σχεδόν να τρομάζω. Μια διαπεραστική φωνή να βγαίνει από ένα ξυρισμένο κεφαλάκι και να κατορθώνει να επιπλέει ανάμεσα από... πολλά κιλά ηλεκτρικής κιθάρας. Ένας διπλός δίσκος που όμοιό του πρέπει να ψάξει κάποιος πολύ για να βρεί. Άλλα τραγούδια σκληρά και άγρια, άλλα αταίριαστα μελωδικά. Φίλοι μου, είναι οι Smashing Pumpkins.

Κάτι ο grungeοειδής ήχος της alternative έκρηξης της Β. Αμερικής, κάτι η εμφάνισή τους στο soundtrack του Singles απ’ όπου παρέλασε σχεδόν όλη η σκηνή του Seattle, υποσυνείδητα τους θεωρούμε μπάντα της σκηνής αυτής. Άλλωστε το Chicago – απ’ όπου και προέρχονται – ανήκει στην Β. Αμερική και δεν απέχει και πολύ απ’ την πόλη του grunge. Στο Chicago πάντως αυτή η μεγάλη και αντιφατική μορφή ονομαζόμενη Billy Corgan (γιος τζαζ μουσικού και υπάλληλος σε δισκάδικο τότε) γνώρισε τον κιθαρίστα James Iha. Σύντομα ξεκίνησαν να συνεργάζονται στην σύνθεση τραγουδιών και σιγά σιγά σχημάτισαν την μπάντα, «κλέβοντας» την μπασίστρια D'arcy Wretzky από την προηγούμενη μπάντα της, και με την οποία ο Iha διατήρησε σύντομη ερωτική σχέση.

Όπως θα αντιληφθήκατε δεν υπήρχε drummer και το γκρουπ έπαιζε «κατευθυνόμενο» από drum machine. Έτσι, μετά από ένα live το 1988, ο ιδιοκτήτης του club τους πρότεινε συμβόλαιο, με τον όρο όμως να αντικαταστήσουν την drum machine με κανονικό drummer. Και τους συνέστησε έναν πραγματικά ξεχωριστό πρώην τζαζ drummer, που με το παίξιμό του στιγμάτισε κυριολεκτικά την μπάντα, τον Jimmy Chamberlin. Περνούσε ο καιρός, φτάσαμε στο 1991 και οι Pumpkins ανάμεσα από ζωντανές εμφανίσεις και συνεχείς πρόβες συνέθεσαν τα τραγούδια του πρώτου τους άλμπουμ, του «Gish». Είχαν το μεγάλο προνόμιο να αναλάβει την παραγωγή του ένας εξαιρετικός παραγωγός, ο Butch Vig, drummer των Garbage και παραγωγός τόσο στο επόμενό τους άλμπουμ όσο και στο θρυλικό πλέον Nevermind των Nirvana. Το Gish ωστόσο δεν θα λέγαμε ότι απογείωσε την μπάντα, με μοναδικό τραγούδι να «παίζει» στα ραδιόφωνα το «Rhinoceros». Ήταν αρκετό ωστόσο για να σαπορτάρουν τους Jane’s Addiction, τους Guns ‘n’ Roses και τους RHCP. Κατά τη διάρκεια όμως των περιοδειών αυτών, ο Iha με την Wretzky είχαν έναν επεισοδιακό χωρισμό, ο Chamberlin κύλησε στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά και ο Corgan έπεσε σε βαθειά κατάθλιψη.

Άντεξαν ωστόσο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το 1993 επανήλθαν με έναν εξαιρετικό δίσκο, το «Siamese Dream». Δίσκος που τους έβαλε στο mainstream παιχνίδι και τους έκανε πλέον μεγάλο όνομα. Τα «Today» και «Disarm» σάρωναν το ένα βραβείο μετά το άλλο και το άλμπουμ πούλησε γύρω στα 4 εκατομμύρια μόνο στις ΗΠΑ! Παρά την τεράστια επιτυχία αυτή πάντως, κάτι τους στοίχειωνε ακόμα. Ο κόσμος σαν να αρνιόταν να τους καθιερώσει μέσα του συνεχίζοντας να τους συγκρίνει με τους Pearl Jam και τους Nirvana. Έπρεπε κάτι να γίνει. Και έγινε. Δύο χρόνια μετά οι Pumpkins κυκλοφορούν ένα διαμάντι μοναδικό, το διπλό άλμπουμ «Mellon Collie and the Infinite Sadness». Εικοσιοκτώ τραγούδια, πάνω από δύο ώρες μουσικής, Νο 1 σε όλα τα charts, πάνω από πέντε εκατομμύρια πωλήσεις και φυσικά μέσα στα 500 καλύτερα ever από το Rolling Stone Magazine. Και απλά υποκλίθηκαν οι πάντες!

Έχοντας πλέον τη θέση που τους άξιζε, ο Corgan αποφάσισε ότι το ύφος τους έπρεπε λίγο να ξεφύγει από το κλασικό κιθάρες-ντραμς-μπάσο. Και αυτό ήταν που τους έκανε – κατ’ εμέ – να ξεχωρίσουν. Ότι δεν γαντζώθηκαν ούτε αναμάσησαν την τεράστια δουλειά του Mellon Collie και τόλμησαν να πειραματιστούν. Νέο συστατικό στις δουλειές τους; Η ηλεκτρονική μουσική. Και κάπως έτσι το 1998 «γεννήθηκε» το «Adore». Παρόλο που ψηφίστηκε σαν η καλύτερη alternative δουλειά της χρονιάς, δεν πούλησε πάνω από 830.000 κόπιες. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να δώσουν όλα τα έσοδα της περιοδείας προώθησής του σε φιλανθρωπίες. Επέστρεψαν πάντως το 2000 σε πιο ροκ διαδρομές με το «Machina/The Machines Of God». Χρονιά που στιγμάτισε όμως και η διάλυση της μπάντας, έπειτα από έξαρση των διαφωνιών τους, των αλλεπάληλων αποχωρήσεων και προσλήψεων μελών και των προσωπικών... κολάσεων του καθενός.

Πριν τη διάλυση είχαν κυκλοφορήσει το «Machina II/The Friends & Enemies of Modern Music», το οποίο και διέθεσαν δωρεάν στο internet για τους φαν μόνο! Ήταν αδύνατο όμως να μείνουν χώρια για πάντα. Το 2005 επανενώνονται και δύο χρόνια αργότερα επανέρχονται στη διακογραφία με το «Zeitgeist». Όχι τίποτα φοβερό αλλά αρκετό για να μας πείσει ότι είναι πάλι μαζί και ότι δεν έχουν τελειώσει ακόμα!!! Εντός της χρονιάς που διανύουμε, περιμένουμε ανυπόμονα την καινούργια τους δουλειά, το «American Gothic».

Εξαιρετικοί μουσικοί, καλές δουλειές, κάποιες μοναδικές, ναρκωτικά, διαμάχες, έρωτες, αλλάγες και μεταπηδήσεις σε άλλους ήχους και μορφές, επιστροφές, μεταμορφώσεις, μεταμφιέσεις, διαλύσεις, επανενώσεις. Τίποτα δεν έμενε όρθιο ποτέ! Κι όμως είναι ακόμα εδώ! Να μεταλλάσονται και να παραμένουν οι ίδιοι όπως μόνο αυτοί θα μπορούσαν. Να μας ξεκουφαίνουν αλλά και να μας ταξιδεύουν όπως μόνο αυτοί ξέρουν!
8 Φεβ 2008

Τα Ξύλινα Σπαθιά - Θα' θελα νά 'μουν σαν εσένα...


«...θά ‘θελα νά ‘μουν σαν εσένα, έρημος φάρος, πάνω σε βράχια φαγωμένα,
νά ‘χει χρόνια να περάσει από μπροστά μου το καράβι μα εγώ,
ν’ αναβοσβήνω κάθε βράδυ,
θά ‘θελα νά ‘μουν σαν εσένα, ιστιοφόρο με τα πανιά του ανοιγμένα,
να μη λυπάμαι, να μην καταλαβαίνω, αυτούς που με πετάνε στη φωτιά
να τους ζεσταίνω...»

Πάνε μέρες πολλές που οι στίχοι αυτοί στριφογυρίζουν στο μυαλό μου, που δημιουργούν μια δίνη που ρουφάει κάθε μου σκέψη. Θυμήθηκα ότι είναι από το «Σαν εσένα», από τον τελευταίο – αν δεν κάνω λάθος – δίσκο τους, «Ένας κύκλος στον αέρα» του 2001. Κάπως έτσι έφτασα εδώ, να αναρτώ την ιστορία ενός μεγάλου και καινοτόμου ελληνικού συγκροτήματος, του πιο δυνατού παντρέματος της ηλεκτρονικής με το ροκ. Είναι τα Ξύλινα Σπαθιά.

Δημιουργήθηκαν και αυτοί στην... ροκομάνα Θεσσαλονίκη, κάπου στα 1993, με μπροστάρη το πρώην «Μωρό στη φωτιά» (την πιο αξιόλογη ελληνική προσπάθεια για πανκ) Πάυλο Παυλίδη σε φωνή και κιθάρα, τον Βασίλη Γκουνταρούλη στα πλήκτρα, τον Πάνο Τόλιο των «Απροσάρμοστων» του μεγάλου Σιδηρόπουλου στα τύμπανα (αδεφός του Γιώργου που έπαιζε τύμπανα στις «Τρύπες») και τον Χρήστο Τσαπράζη στο μπάσο. Οι εμφανίσεις τους σε clubs της πόλης είχαν ξεκινήσει δειλά δειλά, ενώ την ίδια χρονιά ξεκινάνε τις προσπάθειες για την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ. Όπως και γίνεται, από την Ano Kato Records. Το όνομα αυτού: «Ξεσσαλονίκη». Και όλη η χώρα θορυβείται για τα καλά, άσχετα εάν στο πρώτο τους live στην Αθήνα έχουν κοινό μόλις 100 άτομα!

Δύο χρόνια αργότερα δίνουν ένα αξέχαστο Live στον θρυλικό «Μύλο», ενώ παράλληλα ξεκινάνε την δημιουργία του δεύτερου άλμπουμ τους, του «Πέρα απ΄τις πόλεις της ασφάλτου», αυτή τη φορά με τη Virgin. Τονίζω τα των εταιρειών διότι η μπάντα στο ξεκίνημά της ακόμα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πολύ άσχημη κατάσταση: ενώ το άλμπουμ κυκλοφόρησε κανονικά και μάλιστα πούλησε 2000 κόπιες την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του στην Αθήνα, το γκρουπ μπλέκει σε μια δικαστική διαμάχη με την Ano Kato. Λίγους μήνες αργότερα τα Σπαθιά δικαιώνονται και το άλμπουμ επανακυκλοφορεί κανονικά. Μέσα από «Φωτιές στο λιμάνι» και κρατώντας «Λιωμένα παγωτά», ο δίσκος γίνεται χρυσός με μεγάλη άνεση!

1997 και η μπάντα πλέον έχει καθιερωθεί για τα καλά, μέσω δυο πολύ καλών δίσκων και μιας σειράς αμέτρητων συναυλιών σε Ελλάδα και Κύπρο. Μπαίνουν στο στούντιο για το «Μια ματιά σαν βροχή», όπου μετά την κυκλοφορία του οργώνουν ξανά τη χώρα, με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα. Από κάτω παραληρούσαν 8000 άνθρωποι! Στην εκπνοή της χρονιάς και έπειτα από πρόσκληση του MTV δίνουν συναυλία στο club H.Q. του Λονδίνου.

Λίγες μέρες μετά, μπήκε η πιο σημαντική χρονιά για τις ζωές των παιδιών αυτών. Όχι λόγω των τριών sold out συναυλιών στο επίσης θρυλικό «Ρόδον» και άλλων δύο στον «Μύλο», ούτε λόγω της κατακόρυφης αύξησης των πωλήσεών τους. Αλλά λόγω του ότι το καλοκαίρι σαπορτάρουν την για πολλούς μεγαλύτερη μπάντα όλων των εποχών. Στα μέσα Σεπτέμβρη τα Ξύλινα Σπαθιά «ανοίγουν» τους Rolling Stones στο ΟΑΚΑ. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ένιωσαν ή θα νιώσουν ποτέ μεγαλύτερη συγκίνηση, περισσότερα ρίγη να τους διαπερνούν.

Με ταπεινοφροσύνη σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά, τα Σπαθιά συνεχίζουν να γράφουν τραγούδια καινούργια, να βλέπουν το ροκ μέσα από ηλεκτρονικά πρίσματα, να διοργανώνουν συναυλίες και περιοδείες σε Ελλάδα και Κύπρο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει και όλα ήταν διαφορετικά! Και όλα δονούνται ξανά με το cd single «Τώρα αρχίζω και θυμάμαι».

Τον Σεπτέμβριο του 2001 το γκρουπ ηχογραφεί το τέταρτο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ του, το εκπληκτικό «Ένας κύκλος στον αέρα». Τραγούδια όπως το ρυθμικό «Τι Περιμένουν», το γκαζιάρικο «Πάρε Με Μαζί Σου», το νοσταλγικό «Χάρτινος Ουρανός», το ταξιδιάρικο «Σαν Εσένα», ούτε ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα μπλέκονται ανάμεσα στα δόντια μας... Ωστόσο η πολύ αξιόλογη πορεία του Παυλίδη με τους B-Movies πλέον μας δίνει διαρκώς γεύσεις και μυρωδιές από Σπαθιά.

Δεν έχω να γράψω κάτι που να περιγράφει την συγκίνηση που νιώθω όταν ακούω ή σκέφτομαι τα Ξύλινα Σπαθιά. Συγκίνηση που με τυλίγει ακόμα και τώρα που απλά γράφω γι’ αυτούς. Μόνο μερικούς στίχους του Παύλου Παυλίδη...

«Κάποιος πλησιάζει σα να θέλει να μου πει
μη με ρωτάς αν η αγάπη ανασταίνει,
μου είπε κάποιος κάποτε το είδε να συμβαίνει,θυμήσου,
τότε που σ'άφησαν μονάχο τον σκορπιό,
που βρήκες όταν σήκωσες το βράχο,
το βράχο, που επάνω του το κάστρο φτάνει,
στους ουρανούς,για ναύτες σαν κι αυτούς λιμάνι,κάνει
να ακούγεται κι αυτό το βράδυ
ο ήχος απ'τα κέρματα που ρίχνει στο πηγάδι η μοίρα,
θυμάμαι τ'αρωμά της,
τους σκύλους που ησυχάζανε κάτω απ'τα βλέμματά της
πήγαινε δε θα το μετανιώσεις
πες της πως ήρθες εσύ και θα το νιώσεις
θα νιώσεις στο πλάι σου την πνοή της
μια νύχτα με πανσέληνο στο ιπτάμενο χαλί της...»