Όταν πληροφορήθηκα ότι η καλή μας PJ θα έβγαζε καινούργιο άλμπουμ, ήμουν σίγουρος για ένα πράγμα, πριν καν ακούσω έστω και ένα δευτερόλεπτο τον δίσκο. Ότι θα ήταν στο ύφος που την αγαπήσαμε (πρόσφατα ξανάκουσα το «Rid of me» του 1993 και ήταν όλα όπως τότε), ότι θα ξανα-ξεκρέμαγε τις κιθάρες... Όχι ότι το προπέρσινο «White Chalk» μας χάλασε ή ήταν κακό. Κάθε άλλο. Ήταν η έκθεση μιας άλλης πλευράς της, που μάλιστα μου έδωσε και την εντύπωση ότι ήθελε να την εξωτερικεύσει πώς και πώς, ότι είχε έρθει η ώρα της. Και το άλμπουμ επ’ ουδενί δεν ήταν μια τάχα ψευτοεσωστρεφής παράθεση τραγουδιών και αχρησιμοποίητων στίχων ντυμένων με το τάχα λιτό πέπλο ενός πιάνου, έτσι και καλά να «πιάσει» και τους λάτρεις μόνο της καταραμένης και σιωπηρής αυτοτιμωρίας. Μάλλον πότε δεν την απασχόλησαν τέτοια ζητήματα. Απλά – κακά τα ψέματα – δεν μας είχε συνηθίσει σε τέτοια. Και με το φετινό άλμπουμ μάλλον φάνηκε ότι και εκείνης της είχε λείψει η γνωστή, ηλεκτρική και δυνατή ποίηση της σύγχρονης ιέρειας!
Η δεύτερη αυτή συνάντηση με τον παλιό της πολυοργανίστα φίλο John Parish (είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν και στο «Dance hall at louse point» του 1996), είναι αποτέλεσμα μιας αρκετά ισοβαρούς μοιρασιάς: η Polly υπογράφει όλους τους στίχους και φυσικά δίνει φωνή στα πάντα, ενώ ο John έχει γράψει την μουσική σε όλα τα tracks, παίζοντας μάλιστα και τα περισσότερα όργανα. Ακούγεται αρκετά δίκαιο! Και αν φαίνεται ο Parish να έχει κάνει περισσότερα, να σημειωθεί ότι η ηχογράφηση του άλμπουμ είχε ξεκινήσει από το 2006, ενώ η Harvey ήδη ασχολιόταν και με άλλο άλμπουμ, το «White Chalk». Και δεν θεωρώ καθόλου μικρό πράγμα να ασχολείσαι ταυτόχρονα με δυο παντελώς διαφορετικά πράγματα, χώρια με τις όποιες άλλες πιθανές υποχρεώσεις. Μάλλον τα πήγε μια χαρά και στα δυο, ή τουλάχιστον τα όποια «ολισθήματα» δεν φαίνονται να οφείλονται στην παραλληλία των projects.
Ξεκινώντας με το «Black hearted love» που είχε διαρρεύσει πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, όλοι λέμε ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν νέο θρίαμβό της. Πανέμορφό κομμάτι, ονειρικοί στίχοι και αλα Patti Smith φωνητικά ριφς, και φυσικά ακούγεται δίπλα πρώτο. Μετράμε νωρίς νωρίς αντίστροφα με το «Sixteen, fifteen, fourteen», ωστόσο η φολκίζουσα κιθάρα της εισαγωγής με κρατάει να το ακούσω όλο, και μάλιστα με αρκετή δόση περιέργειας. Παράξενο το «Leaving California», όμορφη η συνοδεία των φωνητικών με τη στριφνή μελωδία της κιθάρας. Απειλητικά και τρομακτικά ξεκινάει το «Chair», γοητευτικά άναρθρος ρυθμός και ανατολίτικα φωνητικά ριφς. Το «April» ξεκινάει να φαίνεται ανισόρροπο, εξελισσεται όμως σε μια σπαρακτική μπαλάντα, ενώ με το ομώνυμο track για μια ακόμα φορά μας αποκαλύπτεται η πολύπλευρη προσωπικότητά της. Άκρως απαραίτητο το επόμενο «The Soldiers», με τη συνοδεία ενός εγχόρδου, λιτών τονισμάτων από ένα πιάνο, και η φωνή της PJ πανέμορφη (ακούγεται δίπλα δεύτερο). Στο «Pig will not» πιθανόν θυμήθηκε εκτός από την συνωνυμία της με τον Mick Harvey των Bad Seeds, και τις νεο-γκαραζιές τους, που πιθανόν η παρέα του Cave να το ζήλευε και λίγο (το ακούμε δίπλα τρίτο). Ακολουθεί σε μορφή μπαλάντας η άποψή της ότι «χωρίς πάθος, δεν έχει νόημα» με το «Passionless, pointless», και το άλμπουμ κλείνει με το μάλλον υποτονικό «Cracks in thecanvas», ενώ προσωπικά περίμενα κάτι πιο δυνατό σαν τελευταία γεύση της φετινής της δουλειάς, καθώς εδώ που τα λέμε δεν χορτάσαμε και από τρελά γκάζια!
Το κορίτσι μας (ας μου επιτραπεί) είναι σε καλή φόρμα, βρίσκεται στην καλύτερη περίοδο της ζωής της, μουσικά και ηλικιακά. Έχει κυκλοφορήσει αρκετές σημαντικές δουλειές, πολλές απ’ αυτές πολύ διαφορετικές με άλλες, ενώ ταυτόχρονα δεν δείχνει να έχει «καεί» και ξοδευτεί, έστω και αν το αποτέλεσμα ενίοτε δεν είναι αντάξιο των δεδομένων που – ας μην ξεχνάμε – την υψηλή ποιότητά τους η ίδια καθόρισε! Δουλεύει συνετά και σιωπηρά, αφήνοντας την όποια φασαρία να την κάνουν τα τραγούδια της. Την χρειαζόμαστε έτσι και για πολύ πολύ καιρό ακόμα. Τόσο, που κάποια στιγμή εύχομαι να πούμε ότι την τιμάμε και είναι αδύνατον να μείνει απ’ έξω λόγω των όσων προσέφερε όταν έπρεπε! Και φυσικά ότι θα συνεχίσει να τα προσφέρει και τότε!





