31 Μαρ 2009

PJ Harvey and John Parish - A woman a man walked by


Όταν πληροφορήθηκα ότι η καλή μας PJ θα έβγαζε καινούργιο άλμπουμ, ήμουν σίγουρος για ένα πράγμα, πριν καν ακούσω έστω και ένα δευτερόλεπτο τον δίσκο. Ότι θα ήταν στο ύφος που την αγαπήσαμε (πρόσφατα ξανάκουσα το «Rid of me» του 1993 και ήταν όλα όπως τότε), ότι θα ξανα-ξεκρέμαγε τις κιθάρες... Όχι ότι το προπέρσινο «White Chalk» μας χάλασε ή ήταν κακό. Κάθε άλλο. Ήταν η έκθεση μιας άλλης πλευράς της, που μάλιστα μου έδωσε και την εντύπωση ότι ήθελε να την εξωτερικεύσει πώς και πώς, ότι είχε έρθει η ώρα της. Και το άλμπουμ επ’ ουδενί δεν ήταν μια τάχα ψευτοεσωστρεφής παράθεση τραγουδιών και αχρησιμοποίητων στίχων ντυμένων με το τάχα λιτό πέπλο ενός πιάνου, έτσι και καλά να «πιάσει» και τους λάτρεις μόνο της καταραμένης και σιωπηρής αυτοτιμωρίας. Μάλλον πότε δεν την απασχόλησαν τέτοια ζητήματα. Απλά – κακά τα ψέματα – δεν μας είχε συνηθίσει σε τέτοια. Και με το φετινό άλμπουμ μάλλον φάνηκε ότι και εκείνης της είχε λείψει η γνωστή, ηλεκτρική και δυνατή ποίηση της σύγχρονης ιέρειας!


Η δεύτερη αυτή συνάντηση με τον παλιό της πολυοργανίστα φίλο John Parish (είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν και στο «Dance hall at louse point» του 1996), είναι αποτέλεσμα μιας αρκετά ισοβαρούς μοιρασιάς: η Polly υπογράφει όλους τους στίχους και φυσικά δίνει φωνή στα πάντα, ενώ ο John έχει γράψει την μουσική σε όλα τα tracks, παίζοντας μάλιστα και τα περισσότερα όργανα. Ακούγεται αρκετά δίκαιο! Και αν φαίνεται ο Parish να έχει κάνει περισσότερα, να σημειωθεί ότι η ηχογράφηση του άλμπουμ είχε ξεκινήσει από το 2006, ενώ η Harvey ήδη ασχολιόταν και με άλλο άλμπουμ, το «White Chalk». Και δεν θεωρώ καθόλου μικρό πράγμα να ασχολείσαι ταυτόχρονα με δυο παντελώς διαφορετικά πράγματα, χώρια με τις όποιες άλλες πιθανές υποχρεώσεις. Μάλλον τα πήγε μια χαρά και στα δυο, ή τουλάχιστον τα όποια «ολισθήματα» δεν φαίνονται να οφείλονται στην παραλληλία των projects.


Ξεκινώντας με το «Black hearted love» που είχε διαρρεύσει πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, όλοι λέμε ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν νέο θρίαμβό της. Πανέμορφό κομμάτι, ονειρικοί στίχοι και αλα Patti Smith φωνητικά ριφς, και φυσικά ακούγεται δίπλα πρώτο. Μετράμε νωρίς νωρίς αντίστροφα με το «Sixteen, fifteen, fourteen», ωστόσο η φολκίζουσα κιθάρα της εισαγωγής με κρατάει να το ακούσω όλο, και μάλιστα με αρκετή δόση περιέργειας. Παράξενο το «Leaving California», όμορφη η συνοδεία των φωνητικών με τη στριφνή μελωδία της κιθάρας. Απειλητικά και τρομακτικά ξεκινάει το «Chair», γοητευτικά άναρθρος ρυθμός και ανατολίτικα φωνητικά ριφς. Το «April» ξεκινάει να φαίνεται ανισόρροπο, εξελισσεται όμως σε μια σπαρακτική μπαλάντα, ενώ με το ομώνυμο track για μια ακόμα φορά μας αποκαλύπτεται η πολύπλευρη προσωπικότητά της. Άκρως απαραίτητο το επόμενο «The Soldiers», με τη συνοδεία ενός εγχόρδου, λιτών τονισμάτων από ένα πιάνο, και η φωνή της PJ πανέμορφη (ακούγεται δίπλα δεύτερο). Στο «Pig will not» πιθανόν θυμήθηκε εκτός από την συνωνυμία της με τον Mick Harvey των Bad Seeds, και τις νεο-γκαραζιές τους, που πιθανόν η παρέα του Cave να το ζήλευε και λίγο (το ακούμε δίπλα τρίτο). Ακολουθεί σε μορφή μπαλάντας η άποψή της ότι «χωρίς πάθος, δεν έχει νόημα» με το «Passionless, pointless», και το άλμπουμ κλείνει με το μάλλον υποτονικό «Cracks in thecanvas», ενώ προσωπικά περίμενα κάτι πιο δυνατό σαν τελευταία γεύση της φετινής της δουλειάς, καθώς εδώ που τα λέμε δεν χορτάσαμε και από τρελά γκάζια!


Το κορίτσι μας (ας μου επιτραπεί) είναι σε καλή φόρμα, βρίσκεται στην καλύτερη περίοδο της ζωής της, μουσικά και ηλικιακά. Έχει κυκλοφορήσει αρκετές σημαντικές δουλειές, πολλές απ’ αυτές πολύ διαφορετικές με άλλες, ενώ ταυτόχρονα δεν δείχνει να έχει «καεί» και ξοδευτεί, έστω και αν το αποτέλεσμα ενίοτε δεν είναι αντάξιο των δεδομένων που – ας μην ξεχνάμε – την υψηλή ποιότητά τους η ίδια καθόρισε! Δουλεύει συνετά και σιωπηρά, αφήνοντας την όποια φασαρία να την κάνουν τα τραγούδια της. Την χρειαζόμαστε έτσι και για πολύ πολύ καιρό ακόμα. Τόσο, που κάποια στιγμή εύχομαι να πούμε ότι την τιμάμε και είναι αδύνατον να μείνει απ’ έξω λόγω των όσων προσέφερε όταν έπρεπε! Και φυσικά ότι θα συνεχίσει να τα προσφέρει και τότε!




14 Μαρ 2009

The Decemberists - 2009 - The hazards of love


Έχουμε 2009 και μιας που σε λιγότερο από χρόνο θα κάνουμε τη σούμα της δεκαετίας που διανύουμε, προσωπικά πιστεύω ότι τα φαινόμενα που στιγμάτισαν τα δέκα αυτά έτη είναι τα εξής: Η έκρηξη της art-pop punk της Αγγλίας κυρίως (πού αλλού;), η αναβίωση της folk, της alt country και της americana στην Αμερική (πού αλλού;), και το επιβλητικό «ξανάνιωμα» μερικών πρόωρα (όπως αποδείχθηκε) χαρακτηρισμένων βετεράνων. Ας αφήσουμε για την ώρα το πρώτο και το τρίτο, και ας πιάσουμε το δεύτερο, μιας και οι Decemberists έχασαν αλλά και δεν έχασαν το περιβόητο «στοίχημα του τρίτου άλμπουμ» που ή θα σε καθιερώσει και θα σε γιγαντώσει ή θα σε κάνει να σε θυμούνται για πολύ λίγο και με πολλή συμπόνια. Και αυτό, γιατί κατάφεραν (δεν ξέρω αν το έκαναν εσκεμμένα ή απλά έτυχε) με τον τρίτο εξαιρετικό δίσκο του 2005 «Picaresque» να κάνουν τη διαφορά συνθετικά, αλλά να γίνουν γνωστοί και να πατήσουν γερά με το εξίσου καλό τέταρτο «The crane wife» του 2006. Έστω και σε δύο δόσεις λοιπόν, η μπάντα μάλλον κατάφερε να εδραιωθεί και μαζί με δυο – τρία ακόμα γκρουπ, να θεωρούνται ως οι πιο σημαντικοί ιερείς ανάκλησης παλιών πνευμάτων, με τον δικό τους όμως δροσερό τρόπο.

Στο φετινό και πέμπτο τους «The hazards of love» των 17 (!) tracks, η μπάντα δεν θεωρώ ότι έκανε κάτι το εντυπωσιακά καινοτόμο μουσικά. Διατήρησε στοργικά όμως το ύφος της, με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Όχι με την χρήση των αντίστοιχων οργάνων που αντανακλαστικά παραπέμπουν στα είδη που τους χαρακτηρίζουν, αλλά με τις πολύ προσεγμένες ενορχηστρώσεις και συνθέσεις. Μόνο λίγο πάντσο και λίγο slide ενίοτε θυμίζουν τις βαθειές επιρροές τους, ενώ κατά τα άλλα το άλμπουμ είναι πιο ηλεκτρικό και δυνατό από οποιοδήποτε άλλο προηγούμενο. Ίσως να απουσιάζει το πιασάρικο κομμάτι με το ριφ που θα κολλήσει με θόρυβο στον εγκέφαλό μας από την πρώτη ακρόαση, όπως τότε που... we both were going down together, όμως μελωδικά, συνθετικά και μυθοπλαστικά, σε κάνουν έως και απλά να κάθεσαι και να τους χαζεύεις!

Τι εννοώ όμως λέγοντας μυθοπλαστικά; Όλο το άλμπουμ είναι κινηματογραφικό, καθώς από το πρώτο ως το τελευταίο τραγούδι αφηγείται μια ιστορία! Κοινώς, το Hazards of love είναι ένα παραμύθι, η ιστορία της Margaret (που υποδύεται η Becky Stark φωνητικά), μιας κοπέλας που μένει σε ένα χωριό κοντά σε ένα δάσος, όπου κατοικεί ο αγαπημένος της William (ρόλο που τραγουδάει ο Colin Meloy της μπάντας). Κάποια στιγμή η Margaret μένει έγκυος και αποφασίζει να πάει να μείνει στο δάσος με τον William, αλλά που η παροιμοιώδης αγάπη τους εμποδίζεται από από την σιχαμένη βασίλισσα (φωνητικά την υποδύεται η Shara Worden). Μας εκθέτουν λοιπόν τους κινδύνους και τις δυσκολίες αυτού του έρωτα, επιστρατεύουν γυναικεία φωνητικά, βαράνε όσο ποτέ όταν πρέπει, και γενικώς τις διάφορες διακυμάνσεις της σχέσης τους τις αποτυπώνουν μουσικά και στιχουργικά, ανάλογα με το feeling που τις διακατέχουν.

Καθώς λοιπόν πρόκειται για μια τόσο ιδιάζουσα περίπτωση άλμπουμ, δεν θα ήθελα να περιγράψω κάποια κομμάτια αμιγώς μουσικά και να θίξω πώς διαδέχεται το ένα το άλλο μουσικά και μόνο. Το να το κάνω αυτό θα ήταν σαν να περιέγραφα μια παράγραφο ή ένα κεφάλαιο από ένα βιβλίο ανεξάρτητα απο το υπόλοιπο κείμενο. Μπορεί ένα track να είναι εξαιρετικό ή μέτριο, αλλά να έχει σημασία που είναι έτσι βάσει του προηγούμενου και του επόμενου εξυπηρετώντας και τους λογοτεχνικούς σκοπούς του δίσκου. Θα ήταν σαν να μιλούσαμε για έναν μόνο κρίκο μιας ολόκληρης αλυσίδας. Αντ’ αυτού, ανεβάζω δίπλα 3 τραγούδια του άλμπουμ που μου άρεσαν πολύ και ξεχώρισα, μόνο και μόνο να ακούτε κάτι από την πανέμορφη αυτή δουλειά διαβάζοντας το κείμενο. Και φυσικά σας προτρέπω να ακούσετε όλο το άλμπουμ!

Το να εξιστορίσουν ένα παραμύθι μέσω ενός ολόκληρου άλμπουμ δεν είναι κάτι καινούργιο για τους Decemberists. Το έχουν ξανακάνει με το «The crane wife»*. Για αυτό και μόνο τον λόγο θεωρώ ότι είναι πολύ άξιοι προσοχής. Με το «The hazards of love» μέσα (τραγούδια) και έξω (εξώφυλλο), οι Decemberists θεωρώ ότι λειτούργησαν ως σημαντική μπάντα, με έμφαση στην διατήρηση των δικών τους στοιχείων, αλλά και με μια μικρή ώθηση αυτών ενορχηστρωτικά και εκτελεστικά. Προσωπικά δεν βαρέθηκα καθόλου, ούτε όμως και έπαθα overdose από απανωτές καινούργιες ιδέες και δημιουργίες! Δώσαν στη δική τους μουσική την προσοχή που έπρεπε, τόσο ώστε να μην μπορέσει κανείς να πει ότι αναμασάνε τα παλιά. Καθαρά μουσικά και επ’ ουδενί λογοτεχνικά (που σαν ιδέα και μόνο είναι εξαιρετική, πόσο μάλλον που σαν τελικό αποτέλεσμα είναι υπέροχο), ακούγεται σαν έξυπνο στρατηγικό κόλπο. Ελπίζω όμως να μην το έριξαν από τώρα στα τεχνάσματα... επιβίωσης. Έχουν μάλλον αρκετά ακόμα να δώσουν. Και αυτό δεν το ελπίζω απλά, (θέλω και να) το πιστεύω...




* Πρόκειται για έναν γιαπωνέζικο μύθο, όπου ένας αγρότης βρίσκει στον δρόμο έναν γερανό (το πουλί, όχι το μηχάνημα :)) – crane πληγωμένο, τον μαζεύει και τον περιποιείται. Όταν αυτός θεραπεύεται τον αφήνει ελεύθερο, λίγο μετά την απελευθέρωσή του όμως εμφανίζεται στην πόρτα του αγρότη μια μυστηριώδης γυναίκα, και ακαριαία ερωτεύονται. Ζούνε μαζί, και ξεκινάνε την δημιουργία μεταξωτών υφαντών για να επιβιώσουν. Η δουλειά πάει πολύ καλά, γίνονται πλούσιοι, αλλά στην όλη ιστορία υπήρχε ένα θέμα: η γυναίκα ύφαινε με άκρα μυστικότητα, μόνη της, κλεισμένη στο δωμάτιο. Ο ήρωας ποτέ δεν την είδε να υφαίνει. Κάποια στιγμή λοιπόν αποφασίζει από τρελή περιέργεια να κρυφοκοιτάξει. Και βλέπει τη γυναίκα να μεταμορφώνεται πάλι σε γερανό και να βάζει στο υφαντό πούπουλα από τις φτερούγες της, και γι’ αυτό τα υφαντά της ήταν τόσο όμορφα. Δεν έπρεπε όμως ποτέ να την αντικρύσει να το κάνει! Αυτός το έκανε, τα μάγεια λύθηκαν και η γυναίκα πέταξε μακριά και δεν την ξαναείδε ποτέ...



4 Μαρ 2009

Μανώλης Φάμελλος - Γύρω μου ο τόπος καίγεται...

Εν μέσω μιας εποχής όπου οι κιθάρες και τα πομπώδη λόγια και ονόματα των πολυάριθμων τότε ελληνικών γκρουπ ανέβαζαν τον μετεφηβικό πυρετό στα ύψη και παραληρώντας από την υποτιθέμενη φιλοσοφία των στιχουργών, θυμάμαι να ακούω κάποιον να τραγουδάει με πολύ λιτή και σαφή φωνή, με στίχο γεμάτο ειρωνεία, και το κυρίαρχο όργανο που συνόδευε τα λόγια του να είναι ένα ακορντεόν. Ρωτάω, μαθαίνω, γράφω σε κασέτες Μανώλη Φάμελλο και Ποδηλάτες. Πρώτη συναυλιακή γνωριμία σε κάποιο φεστιβάλ της ΚΝΕ, στα μέσα της δεκαετίας του 90, τότε που σαν πρωτοετείς φοιτητές δεν χάναμε ούτε ένα κάθε Σεπτέμβρη. Είσοδος 500δρχ και συναυλίες αναρίθμητες! Από τότε, ένας από τους αγαπημένους μου και από εκείνους που πάντα μου ενέπνεαν αντανακλαστικό σεβασμό, ανεξάρτητα από την ηλικία του.


Ο Μανώλης Φάμελλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, δυο χρόνια αργότερα όμως εγκαθίσταται μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τα μουσικά πνεύματα που βασίλευαν τότε στην πόλη και κρύβονταν σε κάθε της γωνιά, προσηλύτησαν κι εκείνον, τόσο που τον έκαναν να παρατήσει τις σπουδές του στο Οικονομικό της Νομικής και να πέσει με τα μούτρα στο γράψιμο μουσικής και στίχων. Έτσι, σε ηλικία 25 ετών, ηχογραφεί την πρώτη του ομώνυμη δουλειά με τους Ποδηλάτες (ακούμε δίπλα το «Χαμογέλα»), ξεκινάνε τις συναυλίες σε διάφορα clubs της πόλης, όπου δεν αργεί να έρθει και η «επισημοποίηση», η συναυλία στον «Μύλο».

Το 1996 κυκλοφορούν από τη MI
NOS το δεύτερο άλμπουμ τους, «Στο πάρκο των σκύλων», με 12 νέα υπέροχα τραγούδια φέροντα την υπογραφή του Φάμελλου σε στίχο και μουσική, ενώ το 1998 ηχογραφεί τον τελευταίο του δίσκο με τους Ποδηλάτες, τον «Μαύρη αγάπη», όπου συμμετέχουν και οι Ν. Ζιώγαλας, Ν. Πορτοκάλογλου, Ε. Τσαλιγοπούλου και Φ. Σιώτας.

Με τα ολόδικά του πλέον φτερά (αν και αρκετοί ποδηλάτες τον ακολουθούν ακόμα μουσικά), ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορεί το εξαιρετικό «Καθώς μικραίνει η μέρα» (ακούμε το «Είναι ωραία να πέφτεις»), όπου στο τραγούδι «Κάτω απ’ το γκρίζο σου ουρανό» συμμετέχει και ο Γ. Δημητριάδης. Ακολουθεί το E.P. «Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι» το 2000, που το ομώνυμο τραγούδι το θεωρώ προσωπικά από τις πιο λαμπρές στιγμές του στιχουργικά. Τραγούδι που κυκλοφορεί πλέον δισκογραφικά εντός του «Η ευτυχία είναι αυτό» της ίδιας χρονιάς. Η τελευταία του αυτή δουλειά τράβηξε και την προσοχή των ΜΙΚΡΟ, οι οποίοι έναν χρόνο αργότερα κυκλοφορούν τα «Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι» και «Η ευτυχία είναι αυτό» σε δικά τους mix.

Το 2002 με το E.P. «Χαρταετός» φέρνει στο φως δυο νέα τραγούδια (το ομώνυμο και το «Δεν είμαι άγγελος»
), παράλληλα με την εκπληκτική διασκευή στο «Ας ερχόσουν για λίγο». Η επόμενη χρονιά τον βρίσκει δισκογραφικά πιο ώριμο από ποτέ κατ’ εμέ, με όλη του την πείρα από τις δουλειές και συνεργασίες του να έχει πέσει στην αγκαλιά του στην ώρα της. 2003 και το «Μια πολιτεία στο βυθό» (δίσκος που περιλαμβάνει και την εκπληκτική του συνεργασία με την Δ. Γαλάνη στην «Μεγάλη πόλη») τον βάζει πλέον στη θέση του, ανάμεσα στους πιο αξιόλογους δημιουργούς της γενιάς του. Κάτι που τρόπον τινά επιβεβαιώνεται με το «Ποτέ όπως πριν» του 2005, διπλό άλμπουμ, όπου στο πρώτο επιστρατεύεται η αφρόκρεμα της ελληνικής μουσικής των τελευταίων τουλάχιστον 20 ετών να τραγουδήσει τα τραγούδια του (Φ. Δεληβοριάς, Α. Ιωαννίδης, Τ. Τσανακλίδου, Ο. Περίδης, Λ. Μαχαιρίτσας, Χ. Αλεξίου...), ενώ στο δεύτερο παρουσιάζει ο ίδιος δικά του τραγούδια παιγμένα πολύ διαφορετικά από τα πρωτότυπα. Η τελευταία του δουλειά, «Η ψυχή του πάρτυ» του 2006 πλέον δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ο Φάμελλος συνεχίζει στο ίδιο ύφος, γνώριμο αλλά και διαρκώς εξελισσόμενο!

Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου τον έχει κάνει σημαντική δύναμη και πάντα σεβαστό, είναι οι συνεργασίες του, από την αρχή με πολλή προσοχή επιλεγμένες και με απίστευτα αποτελέσματα αισθητικά. Πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί, στέκομαι πάρα πολύ στο «Πίσω απ’ τις γρίλιες» απ
ό το τεράστιο «Άσωτος Υιός» του Ν. Πορτοκάλογλου, καθώς και στη συλλογή «Στον Βαγγέλη με αγάπη», όπου πολύς και καλός κόσμος «πειράζει» 16 τραγούδια του Βαγγέλη Γερμανού. Ο Φάμελλος κάνει «Το γράμμα» απλά δικό του (το ακούμε δίπλα). Τα τελευταία χρόνια ασχολείται και με την παραγωγή, τόσο των δικών του δουλειών όσο και νέων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, αφήνοντας και εκεί το στίγμα του μέσω της κονσόλας ηχογράφησης αυτή τη φορά!

Μέσα στα χρόνια που είναι ενεργός, ο Μανώλης Φάμελλος έχει πλέον εδραιωθεί σαν ένας αρκετά ιδιόρυθμος δημιουργός, ανοιχτόμυ
αλος και πειραματικός παίζοντας με αρκετά μουσικά ήδη (από παραδοσιακά μέχρι την ηλεκτρονική μουσική), πάντα εύστοχος και απλός στιχουργικά, γνώριμα ζεστός φωνητικά, φαντασία στα εξώφυλλα που σπανίζει στην ελληνική δισκογραφία, και κυρίως εξαιρετικά χαμηλού προφίλ, σκοπίμως άφαντος από κάθε μορφή και υποψία ανούσιας προβολής, και με συνεργασίες διαλεγμένες μια προς μια. Τον θεωρώ από τις (ίσως όχι και πάρα πολλές) πραγματικές ελπίδες της μουσικής της χώρας μας. Ήδη όμως μας έχει προσφέρει πάρα πολλά, ήδη οι μουσικές του μας φέρνουν νοσταλγία αλλά και εγρήγορση, ήδη μας έχει γεμίσει με πανέμορφες εικόνες με τους στίχους του...