22 Σεπ 2008

Pink Floyd - Hot air for a cool breeze...


Λέω να μείνουμε για λίγο ακόμα στην Αγγλία. Και να καρφωθούμε εκεί. Δεν μπορούμε, δεν γίνεται να κάνουμε αλλιώς, όταν πρόκειται να αναλύσουμε (στο μέτρο του δυνατού) την για πολλούς μεγαλύτερη μπάντα όλων των εποχών. Είχα σκοπό να ασχοληθώ μαζί τους πολύ αργότερα, να έχω ζεσταθεί καλά για ένα τέτοιο εγχείρημα, όμως ο πολύ πρόσφατος θάνατος του κιμπορντίστα και ιδρυτικού μέλους τους Richard (Rick) Wright μου έδωσε το έναυσμα να τους «πιάσω» τώρα. Ζητώντας (εκτός από τόνους επιείκειας) την πολύ σημαντική παρέμβαση και βοήθεια όλων σας, πάμε να τους δούμε και να μαγευτούμε για εκατομμυριοστή φορά…

Κάπου στο Cambridge, γύρω στα 1964, υπήρχε μια παρέα μουσικών που εκτός από το ότι ταλαιπωρούνταν με τη σύνθεσή της, ταλαιπωρούνταν εξίσου να της βρουν ένα όνομα. Ήταν οι κιθαρίστες Rado “Bob” Klose και Roger Waters, ο ντράμερ Nick Mason, ο κιμπορντίστας Rick Wright, και όταν αντικαταστάθηκε ο παλιός τραγουδιστής, ο μεγάλος Syd Barrett, φολκ – μπλουζ κιθαρίστας και τραγουδιστής. Από ονόματα… Sigma 6, Megadeaths, The Screaming Abdabs, The Tea Set ήταν κάποια που «παίζανε» κατά καιρούς. Όταν όμως αντιλήφθηκαν την ύπαρξη μπάντας με το ίδιο (το τελευταίο) όνομα, ο Barrett σκέφτηκε το The Pink Floyd Sound, από τα ονόματα δυο μπλουζ μουσικών, του Pink Anderson και του Floyd Council. Το «Sound» πήγε περίπατο σύντομα, λίγο αργότερα και το «The», και ιδού οι Pink Floyd!

Έδιωξαν τον βαρύ, τζαζ κιθαρίστα Bob Klose από το πρώτο κιόλας ντέμο, οπότε άλλαξαν και τα καθήκοντα των υπολοίπων: Barrett στα φωνητικά και στην κιθάρα, Waters στο μπάσο και στα δεύτερα φωνητικά, παρέμεινε ο Wright στα πλήκτρα και στα δεύτερα φωνητικά και στα τύμπανα ο Mason. Με τη σύνθεση αυτή έγιναν οι αγαπημένοι της «underground movement» στα διάφορα κλαμπς. Και με την σύνθεση αυτή βγάζουν το πρώτο τους άλμπουμ, το «The Piper At The Gates Of Dawn» το 1967, γραμμένο όλο από τον Barrett. Ακόμα θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ – ντεμπούτο και χαρακτηριστικό της βρετανικής ψυχεδέλειας.

Η δημοτικότητά τους και ή τάχιστη εξάπλωση της φήμης τους όμως – ως συνήθως – δεν τους βγήκε εξ ολοκλήρου σε καλό. Ο (μέχρι τότε) ιθύνων νους, ο Syd Barrett, λόγω των πιέσεων των δισκογραφικών, της κούρασης του δρόμου και των συναυλιών αλλά και της εκτεταμένης χρήσης LSD και άλλων ψυχεδελικών ναρκωτικών, άρχισε με απλά λόγια να τα χάνει. Οι υπόλοιποι σταδιακά έχασαν κάθε ίχνος εμπιστοσύνης σε εκείνον, καθώς δημιουργούσε σωρεία προβλημάτων τόσο επί σκηνής όσο και στις πρόβες και τις ηχογραφήσεις. Το 1968 αντικαθίσταται από τον κιθαρίστα David Gilmour και μέχρι το θάνατο του μάνατζέρ τους τιμητικά ανήκε ακόμα στους Floyd, μέχρι που αποσύρθηκε μόνος του στη γενέτειρά του, το Cambridge, και πέθανε ήσυχα τον Ιούλιο του 2006.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το «A Saucerful Of Secrets», το οποίο και δεν γνώρισε μεγάλες δόξες, βασικά λόγω της απουσίας του Barrett. Το 1969 ο σκηνοθέτης Barbet Schroeder τους ζητά να γράψουν το soundtrack για την ταινία του «More», όπως και έγινε, ενώ κυκλοφόρησε και σε άλμπουμ με τίτλο «Soundtrack from the Film More» που επίσης δεν πολυέπεισε, κυρίως λόγω των αρκετών ακουστικών φολκ τραγουδιών που περιείχε, ενώ την ίδια χρονιά ξαναπιάνουν κορυφή με το διπλό «Ummagumma», τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία γνωρίζουν το 1970 με το «Atom Heart Mother», όπου πρωτοσυστήνουν τα περίεργα εφέ και ήχους. Ακολουθούν τα άκρως progressive rock «Meddle» του 1971 και «Obscured by Clouds» του 1972 (πάλι ως soundtrack στην ταινία La Vallee του Shroeder), για να φτάσουμε στο 1973.

Και γιατί σταματήσαμε στο 1973; Γιατί τότε βγήκε το «The Dark Side Of The Moon», το αριστούργημα αυτό των Pink Floyd. Οι εκατομμύρια φορές που το έχουμε ακούσει όλοι μας, μας έχουν στοιχειώσει όσο και το εξώφυλλο με την διάσπαση της ακτίνας λευκού φωτός στα χρώματα της ίριδας μέσω ενός πρίσματος. Και σαν να μην έφτανε αυτό (που θα αρκούσε από μόνο του), έρχονται το 1975 και παίζουν στα χέρια τους τον πλανήτη σαν να ήταν μπαλάκι με έναν ακόμα ογκόλιθο της μουσικής, το «Wish you were here» (δίπλα παίζει ο ομώνυμος ύμνος). Για πολλούς ανώτερο και από το προηγούμενο. Μαγικά τραγούδια, και ένα «Shine on you crazy diamond» γραμμένο από τον Waters για τον Barrett.

Συνέχεια είχε το «Animals» του 1977, το οποίο έπεσε… στην περίπτωση. Αγγλία 1977. Σας θυμίζει κάτι; Μα φυσικά τι άλλο εκτός από punk! Αυτονόητο ήταν ότι ακόμα και ο ήχος των Pink Floyd δύσκολα θα τα έβαζε με τον punk πυρετό της εποχής, αν και ο δίσκος ήταν αρκετά κιθαριστικός! Γι’ αυτό μάλλον και εκείνοι… ανασκουμπώθηκαν και το 1979 θυμίζουν ποιος κάνει κουμάντο, με το μυθικών διαστάσεων «The Wall». Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς και από αυτό το άλμπουμ… Ποιος δεν έχει ανατριχιάσει με τα τραγούδια αυτής της δημιουργίας των Floyd… Μικρό, πολύ μικρό δείγμα ανατριχίλας το «Comfortably Numb» που ακούμε δίπλα πρώτο…

Πρέπει όμως να σταθούμε λίγο στην «The Wall» περίοδο της μπάντας, καθώς από την φάση της ηχογράφησής του έως το 1980, συνέβησαν δυο κομβικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν το ότι ο Waters θέλησε να διώξει από το γκρουπ τον Wright, λόγω της «φτωχής» όπως προφασίστηκε συμμετοχής του στο άλμπουμ, αλλά και λόγω του εθισμού του στην κοκαΐνη. Ισχυρίστηκε ότι ο Mason και ο Gilmour τον στήριξαν στην απόφαση αυτή, παρόλο που ο τελευταίος με δήλωσή του το 2000 είπε ότι τόσο εκείνος όσο και ο Mason αντιτάχθηκαν στον Waters! Ο Wright ωστόσο συμφώνησε να παραμείνει μέχρι να τελειώσουν οι ηχογραφήσεις και οι συναυλίες προώθησής του. Το δεύτερο (και αρκετά οξύμωρο) γεγονός, ήταν ότι παρόλο που το άλμπουμ δεν έφτασε ποτέ στο Νο 1 της Αγγλίας (έφτασε μέχρι το Νο 3), παρέμεινε στην Αμερική στην πρώτη δεκάδα για 15 εβδομάδες και πούλησε μόνο εκεί 11,5 εκατομμύρια, κάνοντας τους Floyd τη δεύτερη μπάντα μετά τους Beattles που είχαν τα best – selling άλμπουμ δυο ετών (1973 και 1980) σε λιγότερο από μια δεκαετία!

Πέρασαν τέσσερα χρόνια μέχρι την δισκογραφική τους επάνοδο, με το «The Final Cut» του 1983, άλμπουμ εξ ολοκλήρου γραμμένο απ’ τον Waters και αφιερωμένο στον πατέρα του, άλμπουμ σταθμός γι’ αυτόν καθώς ο ήχος του ουσιαστικά τον «ξεκλείδωσε» για τις μετέπειτα σόλο δουλειές του. Σε ακόμα τέσσερα χρόνια κυκλοφορούν το «A Momentary Lapse Of Reason», σημαδεμένο από την απουσία του Waters (ο επί σειρά δέκα ετών μόνιμος δημιουργός δήλωσε ότι η μπάντα ήταν πια «ξοδεμένη» και αφοσιώθηκε στις σόλο δουλειές του), την επιστροφή του Wright και την ανάθεση του ρόλου του τραγουδοποιού πλέον στον Gilmour. Η βαριά, πολύ βαριά, σιδερένια πύλη της δισκογραφίας για τους Pink Floyd κλείνει στο 1994, με το πολύ καλό «Division Bell» (δίπλα ακούγεται τρίτο το «Marooned»), δίσκος που αν και έπιασε το Νο1 σε Αγγλία και Αμερική, χαρακτηρίστηκε πολύ «κουρασμένο».

Έπειτα από δυο χρόνια, η μπάντα μπαίνει στο Rock and Roll Hall Of Fame από τον Billy Corgan των Smashing Pumpkins. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Waters δεν παρευρέθηκε στην τελετή (λόγω φυσικά της αντιπαλότητας με τους υπόλοιπους), ενώ ο Mason δεν ακολούθησε τους Gilmour, Corgan και Wright στην unplugged εκτέλεση του «Wish you were here»

Οι Floyd θα μείνουν για πάντα στην ιστορία ως θεμελιωτές του ψυχεδελικού ήχου, του space rock, των ηχητικών πειραματισμών τους, τους φιλοσοφημένους στίχους και φυσικά των καινοτομιών, των ιδεών και γενικότερα της ατμόσφαιρας που δημιουργούσαν στα live τους, που νόμιζες ότι αιωρείσαι κάπου στο διάστημα. Έμεινε τίποτα άλλο, κάποια από τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις μιας μπάντας; Δε νομίζω! Ήχος, μουσική, στίχος, συναυλία. Ή αλλιώς… Pink Floyd! Τέλος.
18 Σεπ 2008

One year after...

Γεια σας. Είμαι ο South Of The River. Ηλεκτρονική ηλικία περίπου ενάμισης χρόνος. Με ηλεκτρονικό σπίτι ηλικίας ενός ακριβώς έτους. Το πρώτο εξάμηνο περίπου ήμουν φιλοξενούμενος από δω κι από κει. Το όνομα του σπιτιού μου αυτού είναι Ring Of Smoke. Για όσους αναρωτιέστε από που προέρχεται, είναι από τους στίχους του Stairway to heaven των μεγάλων Led Zeppelin (...In my thoughts I have seen rings of smoke through the trees…).


Τρέφομαι αποκλειστικά με μουσική και στίχους. Είμαι ιδιότροπος πολύ βέβαια με το φαγητό, αλλά άμα είναι του γούστου μου δεν με πειράζει πόσο παλιό είναι, ούτε αν το έφτιαξε άντρας ή γυναίκα. Για να μην πω ότι δείχνω μεγάλη προτίμηση σε φαγητό... της δεκαετίας του 60 και του 70. Δεν χαλάνε αυτά τα φαγητά. Άμα ο μάγειρας είναι καλός, όποτε και να το έφτιαξε... Και σήμερα βέβαια υπάρχουν καλοί νέοι μάγειρες. Απλά πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός, καθώς (μην μπορώντας βέβαια αυτοί να κάνουν αλλιώς) βρίσκονται ανάμεσα από πολλούς αλμπάνηδες, αρπακολατζήδες, αερολόγους και τυχάρπαστους, που λίγο να μην προσέξεις μπορεί να πάθεις δηλητηρίαση. Όπως πολλά νέα παιδάκια ας πούμε, που δεν προσέχουν και δεν διαλέγουν τι τρώνε. Βέβαια δεν πρόλαβαν πολλούς από τους μάγειρες εκείνους, αλλά άμα έψαχναν λίγο θα έβρισκαν φαγητά τους.

Έφτιαξα λοιπόν αυτό το σπίτι που βλέπετε. Αλλά ήθελα να καλώ φίλους και δεν ήξερα με ποιον τρόπο να το κάνω. Για την ακρίβεια αυτοί θα πέρναγαν από δω ούτως ή άλλως, αλλά αν δεν έβρισκαν κάποιο καλό λόγο να κάτσουν, μοιραία θα αραίωναν τις επισκέψεις τους σιγά σιγά, και δεν θα έφταιγαν αυτοί. Έχουν και σε τόσα σπίτια να πάνε και ο χρόνος δεν περισσεύει!

Και να τι σκέφτηκα: Να καθόμαστε εδώ και να τρώμε όλοι μαζί. Στο καλό φαγητό δεν μπορεί να πούνε όχι, σκέφτηκα. Και μάλιστα να το κάνουμε ως εξής: Κάθε τόσο εγώ να κάνω αφιέρωμα σε κάποιον καλό μάγειρα ανεξαρτήτου χώρας, χρονολογίας, φύλου, ηλικίας, ακόμα και ανεξάρτητα αν ζει ή όχι, θα βρίσκω φαγητά τους, θα παραθέτω και τις συνταγές τους και το πώς έφτασαν να κάνουν τέτοια φαγητά, και εκείνοι θα τρώνε και παράλληλα θα διαβάζουν. Από αυτούς τους μάγειρες που ξέρω (δεν ξέρω αν είναι πολλοί ή λίγοι), που έχω φάει από τα φαγητά τους (πολλούς να τους έχω δει να τα μαγειρεύουν και live) και ξέρω ότι είναι καλά.





Και ξέρετε τι έγινε; Μάλλον τους άρεσε η ιδέα μου, γιατί όχι μόνο πέρναγαν τακτικά για φαγητό, έφερναν και φαγητά που έβρισκαν αυτοί από τον εκάστοτε μάγειρα που είχε την τιμητική του. Και αυτό άρεσε πολύ και σε μένα και στους υπόλοιπους. Πολλοί μάλιστα έφερναν το φαγητό του μάγειρα, μαγειρεμένο και από άλλον μάγειρα που είχε μια άλλη άποψη για την αρχική συνταγή. Άλλοι ήταν πιο τακτικοί, άλλοι λιγότερο, άλλοι πέρασαν μια φορά μόνο και δεν ξαναπέρασαν. Δεν με πειράζει όμως. Μπορεί να τους πείραξε το φαγητό, μερικά είναι και λίγο βαριά είναι η αλήθεια!

Άμα έβλεπα ότι δεν περνάνε οι φίλοι μου, μάλλον θα το έκλεινα το σπίτι μου και θα γυρνούσα πάλι από δω κι από κει. Για μια στιγμή μάλιστα το σκέφτηκα σοβαρά, αλλά κάποιοι με έπεισαν να μην το κάνω, και γω τους άκουσα. Δεν έχω παράπονο βέβαια. Έπεσε πολύ καλό φαγητό γενικά. Πολύς κόσμος επίσης έφερνε πολύ καλά φαγητά. Αλλά μου άρεσαν πολύ και εκείνοι που δεν είχαν ιδέα τι φαγητό έκανε ο μάγειρας, και περνούσαν να δοκιμάζουν κάθε φορά. Και μάλλον τους άρεσε. Και με όλα αυτά που έγιναν τη χρονιά που πέρασε εδώ μέσα, διαπίστωσα πόσος πολύς κόσμος τρέφεται αποκλειστικά με καλή μουσική και στίχους. Με πολλούς μάλιστα είναι το μόνο που μας ενώνει. Με άλλους από ’κει ξεκινάει.

Δεν έχει σημασία. Τους ευχαριστώ όλους από τα βάθη της ψυχής μου όπως και νά χει. Και έχω μόνο να πω ότι καλά να είμαστε και θα πέσει πολύ φαγητό και φέτος. Άντε παιδιά, και εις άλλα με υγεία...

1 Σεπ 2008

The Cure - I'm lost in a forest, all alone...


Πίσω ξανά λοιπόν. Ξεκίνησε μια νέα σεζόν (άλλωστε δεν είναι λίγοι – μεταξύ αυτών και εγώ – που θεωρούν ξεκίνημα μιας χρονιάς τον Σεπτέμβριο), και όπως κάθε τέτοιο ξεκίνημα, συνοδεύεται από νέες αποφάσεις, σχέδια και οργάνωση. Σκέφτηκα λοιπόν ότι καλό θα ήταν τέτοιες αποφάσεις να παρθούν υπό τους ήχους, τις ευλογίες και την διαχρονικότητα μιας από τις από τις σημαντικότερες μπάντες ever, έτσι, για καλή αρχή. Των Cure.

Πατρίδα τους φυσικά η Αγγλία, η χώρα των μεγάλων συγκροτημάτων, και συγκεκριμένα το Sussex, ενώ χρονιά δημιουργίας τους το 1976. Πρώτο, μεγάλο, μόνιμο και αναντικατάστατο βιολί της μπάντας, ένας κύριος που η μουσική του χρωστάει πολλά, ο κιθαρίστας, πιανίστας και στιχουργός Robert Smith. Η μπάντα (ονομαζόμενη Easy Cure τότε) κερδίζει κάποια στιγμή σε έναν διαγωνισμό ταλέντων (μην πάει το μυαλό σας σε talents shows και στις λοιπές εκπορνεύσεις της μουσικής σήμερα, στην Αγγλία τότε από τέτοιες διαδικασίες έβγαιναν μπάντες σαν τους Joy Division, τους Buzzcocks και τους Cure) και αυτό τους οδήγησε σε συμβόλαιο. Κυκλοφορούν το πρώτο τους single «Killing an Arab» το 1978 και κάνουν τον μουσικό τύπο να γράψει ότι «...οι Cure είναι ο φρέσκος αέρας των προαστίων ανάμεσα στη σαπίλα των παμπ και των κλαμπ της πρωτεύουσας, και με μια εκτεταμένη συναυλιακή δράση στο Λονδίνο μένει να αποδείξουν αν θα διατηρήσουν το ύφος της “χαράς της ζωής”.…»

Μια χρονιά αργότερα οι Cure κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ, το πολύ καλό και πολύ σημαντικό «Three imaginary boys», παρόλο που οι ίδιοι (και κυρίως ο Smith) δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ απ’ το αποτέλεσμα. Στρατολογούνται για support σε μια περιοδεία των Siouxsie and the Banshees, στην οποία ο Smith επιφορτίζεται με διπλό ρόλο: frontman και κιθαρίστας στους Cure και κιθαρίστας στους Banshees, γεγονός που όπως έχει δηλώσει του άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόταν για τη μουσική.

Ποδαρικό στη δεκαετία του 80 θα κάνουν το 1980 με το «Seventeen seconds» (που περιέχει το μοναδικό «The forest»), και ξαφνικά κάτι γίνεται με την μπάντα. Άνοιξαν οι πύλες του new wave και του gothic-post-punk, είδη των οποίων οι Cure θεωρούνται «πατέρες». Ξεκινάνε την πρώτη τους παγκόσμια περιοδεία προώθησης του άλμπουμ, το 1981 βγάζουν το «Faith», ενώ την επόμενη χρονιά με το εξαιρετικό «Pornography» κλείνει μια πολύ περίεργη φάση γι αυτούς: είχαν επηρεαστεί τόσο πολύ από το gothic ύφος των τραγουδιών τους που άρχισε να επιδρά στις ζωές τους και στην onstage συμπεριφορά τους. Συγκεκριμένα ο Smith αρνιόταν να παίξει παλαιότερα τραγούδια, ενώ εγκατέλειπε τη σκηνή μέσα στα δάκρυα! Η φάση αυτή ωστόσο έδειχνε να ανήκει στο παρελθόν, και το 1984 με το «The Top» (με τον Smith να παίζει όλα τα όργανα εκτός από ντραμς και σαξόφωνο) η μπάντα κάνει τις μεγαλύτερες πωλήσεις της παγκοσμίως (μέχρι εκείνη τη στιγμή). Άλμπουμ που κινήθηκε σε πιο ψυχεδελικές γραμμές και κυρίως συμπαγές, κάτι που χρειάζονταν καθώς κάτι η αποχώρηση ενός μέλους μετά την τελευταία περιοδεία και κάτι οι συνεργασίες του Smith με τους Banshees, είχαν φουντώσει οι φήμες για διάλυση.

Η επόμενη χρονιά βρίσκει τους Cure στο απόγειό τους. Κυκλοφορούν το τεράστιο (και αγαπημένο μου) «The head on the door» (δίπλα ακούμε δεύτερο το «Close to me») το οποίο σημειώνει ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία, επανακυκλοφορούν τα μυθικά πλέον singles «Boys don’t cry» και «Charlotte sometimes» και γίνονται πανευρωπαϊκή και παγκόσμια δύναμη, με ιδιαίτερη δημοτικότητα σε Γερμανία, Γαλλία και τις χώρες Benelux (Belgium, Netherlands, Luxemburg – κι εγώ τώρα το έμαθα…). Πορεία που επισφραγίστηκε το 1987 με το διπλό «Kiss me, kiss me, kiss me».

Το τρένο των Cure δεν είχε πια γυρισμό, σε Ευρώπη και Αμερική. Το 1989 κυκλοφορούν το «Disintegration» που περιέχει το πιο δημοφιλές ίσως κομμάτι τους «Lovesong» και το απίστευτο «Lullaby» (ακούγεται δίπλα πρώτο) και το οποίο πούλησε πάνω από 3.000.000 παγκοσμίως! Με το επόμενο άλμπουμ τους, το «Wish» του 1992 («Friday I’m in love») κλείνει ένας μεγάλος κύκλος αστρονομικών πωλήσεων, καθώς στη συνέχεια η μπάντα βρίσκεται αντιμέτωπη με διάφορα θέματα που θα της στοιχίσουν τη συνοχή τους (πολλές αποχωρήσεις μελών και ανακατανομές ρόλων) και την απόδοσή τους (όπως το επόμενο «Wild mood swings» του 1996).

Με μόλις ένα άλμπουμ να παραμένει στο συμβόλαιό τους και το σοκ του «Wild mood swings», ο Robert Smith σκέφτηκε ότι το τέλος της μπάντας δεν θα αργούσε να έρθει. Έτσι αποφάσισε για την δημιουργία ενός δίσκου που θα έριχνε φως στην πιο «σοβαρή» πλευρά της μπάντας, με το «Bloodflowers» του 2000, το οποίο (σύμφωνα πάντα με τον Robert) ήταν το τρίτο μέρος της τριλογίας Pornography και Disintegration. Με χαμηλούς τόνους και υπό πολλή σκέψη (όχι ότι ποτέ πήραν αέρα τα μυαλά τους, πρέπει να το τονίσουμε αυτό) κυκλοφόρησαν το 2004 τον τελευταίο τους έως τώρα δίσκο «The Cure», ενώ σε ενάμιση περίπου μήνα περιμένουμε και την καινούργια δουλειά τους, το «4:13 Dream».

Οι Cure θεωρούνται οι πρωτεργάτες του gothic rock και του new wave, από τις πρώτες μεγάλες μπάντες του post punk, και έχουν ασκήσει τεράστια επιρροή σε αναρίθμητους μετέπειτα μεγάλους και αξιόλογους καλλιτέχνες και γκρουπ. Πρόκειται για μια από τις πιο έντονες επιρροές που μπορεί να βιώσει ένας καλλιτέχνης.

Δεκατρία στούντιο άλμπουμ, πάνω από 30 singles, πωλήσεις και συναυλίες που όμοιές τους έχουν καταφέρει ελάχιστοι, ένα μοναδικό MTV Unplugged (1991), επιρροή σε μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ροκ, soundtracks, πρωτοπόροι σε διάφορα μουσικά είδη, αμέτρητα πασίγνωστα και μοναδικά τραγούδια παγκοσμίως είναι κάποια από τα πράγματα που συνθέτουν την εικόνα των Cure. Μια εικόνα που όσο θα ακούμε τα τραγούδια τους και θα φέρνουμε στο μυαλό μας τα περίεργα χτενίσματα και βαψίματα του μεγάλου Robert Smith, τόσο πιο ανεξίτηλη θα γίνεται αυτή μέσα μας και θα μας θυμίζει πώς είναι οι καλλιτέχνες που είναι καταδικασμένοι να γράφουν ιστορία και να ανοίγουν δρόμους!



UPDATE: Τέσσερα χρόνια μετά το μετριότατο "The Cure", η παρέα του Robert Smith (που οι αφίσσες τους δεν θα εκπλαγώ αν ακόμα κοσμούν τοίχους των σπιτιών της γενιάς μας και παλαιοτέρων) επέστρεψε με το "4:13 Dream". Όμορφες ονειρικές ιστορίες, σίγουρα δεν πρόκειται για μια απ'τις κορωνίδες της δισκογραφίας τους, αλλά μας λέει ότι είναι ακόμα εδώ. Η φωνή ΙΔΙΑ όπως πάντα, οι κιθάρες ομοίως, και πρωτοφανής όρεξη απ' τα "παιδιά", αν σκεφτεί κανείς ότι ο σκοπός τους ήταν ένα διπλό άλμπουμ...