
Λέω να μείνουμε για λίγο ακόμα στην Αγγλία. Και να καρφωθούμε εκεί. Δεν μπορούμε, δεν γίνεται να κάνουμε αλλιώς, όταν πρόκειται να αναλύσουμε (στο μέτρο του δυνατού) την για πολλούς μεγαλύτερη μπάντα όλων των εποχών. Είχα σκοπό να ασχοληθώ μαζί τους πολύ αργότερα, να έχω ζεσταθεί καλά για ένα τέτοιο εγχείρημα, όμως ο πολύ πρόσφατος θάνατος του κιμπορντίστα και ιδρυτικού μέλους τους Richard (Rick) Wright μου έδωσε το έναυσμα να τους «πιάσω» τώρα. Ζητώντας (εκτός από τόνους επιείκειας) την πολύ σημαντική παρέμβαση και βοήθεια όλων σας, πάμε να τους δούμε και να μαγευτούμε για εκατομμυριοστή φορά…
Κάπου στο Cambridge, γύρω στα 1964, υπήρχε μια παρέα μουσικών που εκτός από το ότι ταλαιπωρούνταν με τη σύνθεσή της, ταλαιπωρούνταν εξίσου να της βρουν ένα όνομα. Ήταν οι κιθαρίστες Rado “Bob” Klose και Roger Waters, ο ντράμερ Nick Mason, ο κιμπορντίστας Rick Wright, και όταν αντικαταστάθηκε ο παλιός τραγουδιστής, ο μεγάλος Syd Barrett, φολκ – μπλουζ κιθαρίστας και τραγουδιστής. Από ονόματα… Sigma 6, Megadeaths, The Screaming Abdabs, The Tea Set ήταν κάποια που «παίζανε» κατά καιρούς. Όταν όμως αντιλήφθηκαν την ύπαρξη μπάντας με το ίδιο (το τελευταίο) όνομα, ο Barrett σκέφτηκε το The Pink Floyd Sound, από τα ονόματα δυο μπλουζ μουσικών, του Pink Anderson και του Flo
yd Council. Το «Sound» πήγε περίπατο σύντομα, λίγο αργότερα και το «The», και ιδού οι Pink Floyd!Έδιωξαν τον βαρύ, τζαζ κιθαρίστα Bob Klose από το πρώτο κιόλας ντέμο, οπότε άλλαξαν και τα καθήκοντα των υπολοίπων: Barrett στα φωνητικά και στην κιθάρα, Waters στο μπάσο και στα δεύτερα φωνητικά, παρέμεινε ο Wright στα πλήκτρα και στα δεύτερα φωνητικά και στα τύμπανα ο Mason. Με τη σύνθεση αυτή έγιναν οι αγαπημένοι της «underground movement» στα διάφορα κλαμπς. Και με την σύνθεση αυτή βγάζουν το πρώτο τους άλμπουμ, το «The Piper At The Gates Of Dawn» το 1967, γραμμένο όλο από τον Barrett. Ακόμα θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ – ντεμπούτο και χαρακτηριστικό της βρετανικής ψυχεδέλειας.
Η δημοτικότητά τους και ή τάχιστη εξάπλωση της φήμης τους όμως – ως συνήθως – δεν τους βγήκε εξ ολοκλήρου σε καλό. Ο (μέχρι τότε) ιθύνων νους, ο Syd Barrett, λόγω των πιέσεων των δισκογραφικών, της κούρασης του δρόμου και των συναυλιών αλλά και της εκτεταμένης χρήσης LSD και άλλων ψυχεδελικών ναρκωτικών, άρχισε με απλά λόγια να τα χάνει. Οι υπόλοιποι σταδιακά έχασαν κάθε ίχνος εμπιστοσύνης σε εκείνον, καθώς δημιουργούσε σωρεία προβλημάτων τόσο επί σκηνής όσο και στις πρόβες και τις ηχογραφήσεις. Το 1968 αντικαθίσταται από τον κιθαρίστα David Gilmour και μέχρι το θάνατο του μάνατζέρ τους τιμητικά ανήκε ακόμα στους Floyd, μέχρι που αποσύρθηκε μόνος του στη γενέτειρά του, το Cambridge, και πέθανε ήσυχα τον Ιούλιο του 2006.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το «A Saucerful Of Secrets», το οποίο και δεν γνώρισε μεγάλες δόξες, βασικά λόγω της απουσίας του Barrett. Το 1969 ο σκηνοθέτης Barbet Schroeder τους ζητά να γράψουν το soundtrack για την ταινία του «More», όπως και έγινε, ενώ κυκλοφόρησε και σε άλμπουμ με τίτλο «Soundtrack from the Film More» που επίσης δεν πολυέπεισε, κυρίως λόγω των αρκετών ακουστικών φολκ τραγουδιών που περιείχε, ενώ την ίδια χρονιά ξαναπιάνουν κορυφή με το διπλό «Ummagumma», τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία γνωρίζουν το 1970 με το «Atom Heart Mother», όπου πρωτοσυστήνουν τα περίεργα εφέ και ήχους. Ακολουθούν τα άκρως progressive rock «Meddle» του 1971 και «Obscured by Clouds» του 1972 (πάλι ως soundtrack στην ταινία La Vallee του Shroeder), για να φτάσουμε στο 1973.
Και γιατί σταματήσαμε στο 1973; Γιατί τότε βγήκε το «The Dark Side Of The Moon», το αριστούργημα αυτό των Pink Floyd. Οι εκατομμύρια φορές που το έχουμε ακούσει όλοι μας, μας έχουν στοιχειώσει όσο και το εξώφυλλο με την διάσπαση της ακτίνας λευκού φωτός στα χρώματα της ίριδας μέσω ενός πρίσματος. Και σαν να μην έφτανε αυτό (που θα αρκούσε από μόνο του), έρχονται το 1975 και παίζουν στα χέρια τους τον πλανήτη σαν να ήταν μπαλάκι με έναν ακόμα ογκόλιθο της μουσικής, το «Wish you were here» (δίπλα παίζει ο ομώνυμος ύμνος). Για πολλούς ανώτερο και από το προηγούμενο. Μαγικά τραγούδια, και ένα «Shine on you crazy diamond» γραμμένο από τον Waters για τον Barrett.
Συνέχεια είχε το «Animals» του 1977, το οποίο έπεσε…
στην περίπτωση. Αγγλία 1977. Σας θυμίζει κάτι; Μα φυσικά τι άλλο εκτός από punk! Αυτονόητο ήταν ότι ακόμα και ο ήχος των Pink Floyd δύσκολα θα τα έβαζε με τον punk πυρετό της εποχής, αν και ο δίσκος ήταν αρκετά κιθαριστικός! Γι’ αυτό μάλλον και εκείνοι… ανασκουμπώθηκαν και το 1979 θυμίζουν ποιος κάνει κουμάντο, με το μυθικών διαστάσεων «The Wall». Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς και από αυτό το άλμπουμ… Ποιος δεν έχει ανατριχιάσει με τα τραγούδια αυτής της δημιουργίας των Floyd… Μικρό, πολύ μικρό δείγμα ανατριχίλας το «Comfortably Numb» που ακούμε δίπλα πρώτο…Πρέπει όμως να σταθούμε λίγο στην «The Wall» περίοδο της μπάντας, καθώς από την φάση της ηχογράφησής του έως το 1980, συνέβησαν δυο κομβικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν το ότι ο Waters θέλησε να διώξει από το γκρουπ τον Wright, λόγω της «φτωχής» όπως προφασίστηκε συμμετοχής του στο άλμπουμ, αλλά και λόγω του εθισμού του στην κοκαΐνη. Ισχυρίστηκε ότι ο Mason και ο Gilmour τον στήριξαν στην απόφαση αυτή, παρόλο που ο τελευταίος με δήλωσή του το 2000 είπε ότι τόσο εκείνος όσο και ο Mason αντιτάχθηκαν στον Waters! Ο Wright ωστόσο συμφώνησε να παραμείνει μέχρι να τελειώσουν οι ηχογραφήσεις και οι συναυλίες προώθησής του. Το δεύτερο (και αρκετά οξύμωρο) γεγονός, ήταν ότι παρόλο που το άλμπουμ δεν έφτασε ποτέ στο Νο 1 της Αγγλίας (έφτασε μέχρι το Νο 3), παρέμεινε στην Αμερική στην πρώτη δεκάδα για 15 εβδομάδες και π
ούλησε μόνο εκεί 11,5 εκατομμύρια, κάνοντας τους Floyd τη δεύτερη μπάντα μετά τους Beattles που είχαν τα best – selling άλμπουμ δυο ετών (1973 και 1980) σε λιγότερο από μια δεκαετία!Πέρασαν τέσσερα χρόνια μέχρι την δισκογραφική τους επάνοδο, με το «The Final Cut» του 1983, άλμπουμ εξ ολοκλήρου γραμμένο απ’ τον Waters και αφιερωμένο στον πατέρα του, άλμπουμ σταθμός γι’ αυτόν καθώς ο ήχος του ουσιαστικά τον «ξεκλείδωσε» για τις μετέπειτα σόλο δουλειές του. Σε ακόμα τέσσερα χρόνια κυκλοφορούν το «A Momentary Lapse Of Reason», σημαδεμένο από την απουσία του Waters (ο επί σειρά δέκα ετών μόνιμος δημιουργός δήλωσε ότι η μπάντα ήταν πια «ξοδεμένη» και αφοσιώθηκε στις σόλο δουλειές του), την επιστροφή του Wright και την ανάθεση του ρόλου του τραγουδοποιού πλέον στον Gilmour. Η βαριά, πολύ βαριά, σιδερένια πύλη της δισκογραφίας για τους Pink Floyd κλείνει στο 1994, με το πολύ καλό «Division Bell» (δίπλα ακούγεται τρίτο το «Marooned»), δίσκος που αν και έπιασε το Νο1 σε Αγγλία και Αμερική, χαρακτηρίστηκε πολύ «κουρασμένο».
Έπειτα από δυο χρόνια, η μπάντα μπαίνει στο Rock and Roll Hall Of Fame από τον Billy Corgan των Smashing Pumpkins. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Waters δεν παρευρέθηκε στην τελετή (λόγω φυσικά της αντιπαλότητας με τους υπόλοιπους), ενώ ο Mason δεν ακολούθησε τους Gilmour, Corgan κ
αι Wright στην unplugged εκτέλεση του «Wish you were here»…Οι Floyd θα μείνουν για πάντα στην ιστορία ως θεμελιωτές του ψυχεδελικού ήχου, του space rock, των ηχητικών πειραματισμών τους, τους φιλοσοφημένους στίχους και φυσικά των καινοτομιών, των ιδεών και γενικότερα της ατμόσφαιρας που δημιουργούσαν στα live τους, που νόμιζες ότι αιωρείσαι κάπου στο διάστημα. Έμεινε τίποτα άλλο, κάποια από τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις μιας μπάντας; Δε νομίζω! Ήχος, μουσική, στίχος, συναυλία. Ή αλλιώς… Pink Floyd! Τέλος.







